ΣΤΗΛΕΣ

Η φούσκα του Γκέκα

default image

Η φούσκα του Σεπτεμβρίου, η φούσκα του Νοεμβρίου. Η φούσκα του Σεπτεμβρίου ήταν ότι έφυγε ο Γκέκας απ’ την Εθνική, αφού νωρίτερα είχαν φύγει κι ο Κυργιάκος με τον Αμανατίδη, και… αμάν τι πάθαμε. Η φούσκα του Νοεμβρίου είναι η γέφυρα για να επιστρέψει ο Γκέκας στην Εθνική. Πολλή επικοινωνία, για λιγοστή ουσία. Πολύς τεχνητός θόρυβος, για ένα πραγματικό τίποτα. Αλλ’ αφού κάνουμε που κάνουμε τον σαματά, αφού τον προκαλούμε εξυπηρετώντας σαν καλοί σερβιτόροι τα εκάστοτε κέφια του εκάστοτε Γκέκα, τουλάχιστον ας το(ν) κάνουμε σωστά. Ολοκληρωμένα. Να μη μένουν, πίσω, κενά. Γιατί το δικό μου κενό, αυτές τις ημέρες της νέας φάσης του σίριαλ, είναι το εξής.

Για τον Κυργιάκο, γιατί κανείς δεν ερωτά; Μούλος είναι; Δεν τον γέννησε μάνα αυτόν, και συνεχώς σκαλίζουμε μόνο το ζήτημα-Γκέκας; ‘Η πήγε και κατούρησε σε κάνα πηγάδι, κι ύστερα εμείς το ήπιαμε για νερό; Κι ο Κυργιάκος παίζει, κι αυτός…γκολ βάζει στη Λίβερπουλ, και παίκτης του μήνα βγήκε τον Οκτώβριο. Που, στο κάτω-κάτω, ο Κυργιάκος ένα “γεια” είπε τον Αύγουστο, “καλή επιτυχία”, και το έκλεισε. Ούτε ράδια ή σάιτ, ούτε μισόλογα. Σου ‘πα, μου ‘πες, ναι αλλά όχι, δεν θα πω όνομα, δεν επιβεβαιώνω, ούτε όμως και διαψεύδω, τα είπα στους αρμόδιους (μόνο που ξέχασα τον μοναδικό αρμόδιο, δηλαδή τον προπονητή!), και εάν κάποιες καταστάσεις αλλάξουν, τότε ίσως, θα δούμε, μπορεί, κατά τα Χριστούγεννα (ή την Πρωτοχρονιά ή το Πάσχα), όλο το ρεπερτόριο της κυρα-Κατίνας…

Ο Γκέκας είχε κάνει, από ανοησία ή αν δεν του αρέσει μπορεί αυτός να διαλέξει από τι άλλο, ένα λαθάκι. Εσπευσε την περσινή σεζόν ν’ αναγγείλει, νομίζω πως το είχε πει και εδώ στο contra και σίγουρα το είπε και σ’ ένα σωρό άλλες συνεντεύξεις του, ότι μετά τον Ρεχάγκελ στο ελληνικό ποδόσφαιρο επέρχεται σκότος και έρεβος. Θυμάμαι, με ακρίβεια, τη φράση του. “Ούτε Μπάγεβιτς που ακούω, ούτε Φερνάντο Σάντος, κανείς δεν είναι ικανός να διαχειριστεί αυτή την ομάδα”, την Εθνική. Εκείνη την Εθνική, ίσως. Αλλ’ ο Γκέκας δεν σκέφτηκε ότι μπορεί, εκείνη η Εθνική να μετεξελιχθεί σε κάποια άλλη Εθνική! Είπαμε, ανοησία. Εκτός εάν ο ίδιος ο Φάνης προτιμά διαφορετική, αντί της ανοησίας, εκδοχή. Που, όμως, θα ‘ναι πιο επιβαρυντική απ’ την ανοησία.

Ωσπου προέκυψε… Φερνάντο Σάντος. Και, στον Φερνάντο Σάντος, προέκυψε (όχι έρεβος, μονάχα) ένα φως. Ο Γκέκας, εμφανώς-εμφανέστατα, πανικοβλήθηκε. Εκανε, με όλη τη σπασμωδικότητα, να κατεβάσει τον διακόπτη. Φυσικά, αποδείχθηκε πολύ λίγος για να το καταφέρει. Στο μεταξύ το όνομά του έγινε, από “γκολ”, προσβολή. Αμα πεις σε ποδοσφαιριστή “μα τι Γκέκας που είσαι”, θα θιγεί βαρύτατα. Απόδειξη. Κάπου ανάμεσα στη φούσκα του Σεπτεμβρίου και στη φούσκα του Νοεμβρίου, Οκτώβριο αν δεν απατώμαι, κάτι δικό του ήθελε ν’ ανακοινώσει απ’ τη Γαλλία κι ο Χαριστέας. Μετάνιωσε, και το πήρε πίσω την ύστατη στιγμή. Ο λόγος; Μόνο και μόνο για να μη τον πουν Γκέκα…

Είναι, εννοείται, αδιανόητο να μπαίνουμε σε οποιαδήποτε αγωνιστική συζήτηση, χρειάζεται ή δεν χρειάζεται η Εθνική τον Γκέκα, όταν προϋπάρχει ένα τέτοιο, ογκωδέστατο, έλλειμμα νοοτροπίας. Που, και επί της ουσίας, αν κάποιος χρειάζεται κάτι, προφανώς είναι ο Γκέκας…την Εθνική. Πολύ περισσότερο απ’ όσο η Εθνική τον Γκέκα. Κανείς εν ενεργεία Ελληνας ποδοσφαιριστής, από τον Καραγκούνη των 102 συμμετοχών έως τον Γεωργιάδη της μίας (ολιγόλεπτης στο Πράτερ) συμμετοχής, δεν είναι τόσο ξεχωριστός ώστε να μη ζει η Εθνική δίχως αυτόν. Οπως είναι ο Ζλάταν στη Σουηδία, όπως ήταν ο Λίτμανεν στη Φινλανδία, όπως ήταν ο Γκιγκς και είναι ο Μπέιλ στην Ουαλία.

Αλλ’ ακόμη και να υπήρχε αυτός ο μία-ομάδα-μόνος-του ποδοσφαιριστής, πάλι δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι θέμα διαπραγμάτευσης (παραχωρούμε τη νοοτροπία για να έχουμε την ικανότητα). Ηταν, είναι και θα είναι, αποκλειστικά και μόνον, θέμα απόφασης. Εκείνου που πληρώνεται, ακριβώς για να παίρνει αποφάσεις. Δηλαδή, του προπονητή. Δεν είναι θέμα Πιλάβιου, δεν είναι θέμα Φύσσα, δεν είναι θέμα Βρύζα, δεν είναι θέμα…επιτροπής ή συμβουλίου, δεν είναι θέμα κανενός. Μονάχα του προπονητή. Κάτι τέτοια τα είχε δοκιμάσει κι ο μέγας και τρανός Γεωργάτος, την εποχή που εκκινούσε ο Ρεχάγκελ. Ο Ρεχάγκελ έκανε τη δουλειά του, μ’ αυτό. Αποφάσισε. Και τήρησε ό,τι αποφάσισε. Τηρώντας το, ο Γεωργάτος αποδείχθηκε, απ’ την ίδια τη ζωή, απειροελάχιστος μπροστά στο κύμα που έμελλε να έλθει. Κι ήταν ο Γεωργάτος. Οχι ο Γκέκας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK