ΣΤΗΛΕΣ

Ίβιτς εναντίον Ντάρμπισιρ

Όταν οι εφημερίδες έχουν δυο μέρες που δεν κυκλοφορούν, όταν τα αθλητικά site υπο-λειτουργούν και έχουν μόνο αφιερώματα και διεθνείς ειδήσεις, αναγκαστικά αλλάζεις κι εσύ τον τρόπο που ενημερώνεσαι. Δεν βρίσκεις ειδήσεις, οπότε προσέχεις πολύ περισσότερο τα διάφορα αφιερώματα και διαβάζεις πιο προσεκτικά τις συνεντεύξεις που φιλοξενούν τα μέσα για να έχουν κάτι να σου προσφέρουν.

default image

Έτσι μπορείς να περάσεις τις λίγες μέρες τών διακοπών του Πάσχα σκεφτόμενος τί πίνει ο Βλάνταν Ίβιτς. Σε συνέντευξη του στο “Goal”, ο παίκτης του ΠΑΟΚ δέχεται ερώτηση για το γεγονός πως είναι αργός κι απαντά τα εξής: ”
Το ποδόσφαιρο παίζεται περισσότερο με το μυαλό. Και ταχύτητα χρειάζεται και δύναμη, αλλά να μην ξεχνάμε ότι είμαι 1,91 μ., δεν μπορώ να έχω την ίδια ταχύτητα με τον Βιεϊρίνια. Ο Ινιέστα και ο Τσάβι είναι ταχύτατοι; Και όμως παίζουν στην Μπαρτσελόνα. Δεν συγκρίνω τον εαυτό μου μαζί τους, αλλά θέλω να δώσω ένα παράδειγμα. Εκεί υπάρχει ο Μέσι που έχει τρομερή ταχύτητα, τεχνική, μυαλό, αλλά τέτοιοι παίκτες είναι λίγοι“.

Δεν ξέρω καν πόσες φορές το έχω διαβάσει προσπαθώντας να βρω που έκανα λάθος στην ανάγνωση. Κάθε φορά δεν βρίσκω κανένα λάθος, είναι δεδομένο πως ο Ίβιτς θεωρεί πως Τσάβι κι Ινιέστα δεν είναι ταχύτατοι, πως παίζουν στην Μπαρτσελόνα παρόλο που είναι αργοί. Δεν ξέρω αν χρησιμοποιεί την αρχαία μονάδα μέτρησης ταχύτητας ποδοσφαιριστή που είχε καθιερώσει ο Πανούτσος με την ονομασία Γκαλέτο. Σύμφωνα με εκείνην την αξέχαστη θέωρηση, ένα Γκαλέτο έτρεχε ο Γκαλέτο και κάτω από το ένα Γκαλέτο ο παίκτης θεωρείτο κλινικά νεκρός.

Με τη λογική του Ίβιτς, αφού ο Τσάβι κι ο Ινιέστα είναι γύρω στο έναμεενάμιση Γκαλέτο, τότε όλοι οι αντίπαλοι που οι μέσοι της Μπαρτσελόνα τους παίρνουν την μπάλα για πλάκα ή τους περνάνε σαν σταματημένους, δεν είναι “σαν”, είναι όντως σταματημένοι, ακίνητοι. Κάτω από το όριο του ενός Γκαλέτο, στα πρόθυρα κλινικού θανάτου. Πλέον καθιερώνεται κι άλλη μια νέα έκφραση. Αν ένας παίκτης έχει τεχνική, αλλά τα παπούτσια του πιάνουν σκόνη μέχρι να τρέξει, δεν θα τον λέμε Τσιάρτα ή Ρικέλμε, αλλά Τσάβι ή Ινιέστα. Το τελειωτικό χτύπημα έρχεται στη συνέχεια της συνέντευξης, όταν ο Ίβιτς φανερώνει τη φιλοδοξία του να γίνει προπονητής.

Και μιας και μιλάμε για προπονητές, πάμε στο πιο ενδιαφέρον που διάβασα το τριήμερο. Ματ Ντάρμπισιρ, συνέντευξη στην Άννα Σαλαπάτα, εδώ στο contra.gr. Ερώτηση για τον αν πιστεύει πως άγγλος προπονητής θα μπορούσε να κάνει καριέρα στην Ελλάδα. Ο Ντάρμπισιρ απαντά: ” Δεν ξέρω. Είναι πολύ δύσκολο, γιατί ένας Άγγλος είναι συνηθισμένος να βλέπει προπονήσεις με πολύ έντονους ρυθμούς κάθε μέρα και αν προσπαθήσει να το επιβάλλει αυτό στην ελληνική νοοτροπία, χωρίς να λέω ότι υπάρχει κάτι λάθος στον ελληνικό τρόπο, θα δυσκολευτεί πολύ. Αν ένας Έλληνας πάει στην Αγγλία θα διαπιστώσει πόσο διαφορετική είναι η νοοτροπία εκεί, πόσο πιο γρήγοροι είναι οι ρυθμοί. Και δεν το λέω αυτό με κακό τρόπο. Εννοώ ότι αν κάνει τέτοια προπόνηση κάθε μέρα, οι παίκτες μπορεί να μην αντιδράσουν καλά, να αρχίσουν να παραπονιούνται και το επόμενο θα είναι να φύγει ο προπονητής. Κοίτα τι συνέβη στον Κετσπάγια. Ήταν πολύ κοντά στην αγγλική νοοτροπία και τον τρόπο δουλειάς και ήθελε να το περάσει αυτό εδώ, αλλά δεν έγινε αυτό ποτέ“.

Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ο άγγλος ήταν η προπόνηση, τίποτε άλλο. Δεν μίλησε ούτε για νοοτροπία, ούτε για προσαρμογή, ούτε για ελληνική πραγματικότητα, ούτε για πίεση, ούτε για μη πίστωση χρόνου. Μόνο για την προπόνηση, εκεί αυθόρμητα εντόπισε τη μεγάλη διαφορά. Και φυσικά δεν σημειώνω τη δήλωσή του για να πω πως ο Κετσπάγια ήταν οκ. Δεν γίνεται να το πεις αυτό για κάποιον με τελείως ακατάλληλο χαρακτήρα για καριέρα προπονητή, αφού μήνες μετά την απόλυση από τον Ολυμπιακό εξακολουθεί να έχει νεύρα και να φωνάζει όποτε τον ρωτάνε γι’ αυτό.

Το πρόβλημα είναι πως οι έλληνες ποδοσφαιριστές θεωρούν την προπόνηση ως κάτι συμπληρωματικό του μεγάλου γεγονότος, που είναι μόνο ο αγώνας. Εκεί και μόνον εκεί τα δίνουν όλα, ενώ κανονικά θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Ο Φέργκιουσον έχει πει πως έχει αφήσει ποδοσφαιριστή να τελειώσει το παιχνίδι, παρότι τον έβλεπε μέσα στο γήπεδο να λουφάρει και μην δίνει το 100%. Ποτέ, όμως, δεν έχει αφήσει κάποιον, όποιος κι αν είναι, να μην δίνει τα πάντα σε κάθε στιγμή στην προπόνηση.

Δεν είναι μόνο οι ομάδες που παρουσιάζονται χειρότερες ακριβώς επειδή δεν προπονούνται όπως θα έπρεπε. Είναι πάνω απ’ όλα οι έλληνες ποδοσφαιριστές, που πλην ελαχιστών εξαιρέσεων, δεν φτάνουν ποτέ στο ταβάνι του πρωτογενούς ταλέντου τους, δεν γίνονται ποτέ οι καλύτεροι παίκτες που θα μπορούσαν. Κάτι μήνες προπονείται με τον Κούπερ ο Πρίττας κι είναι ο καλύτερος Πρίττας όλων των εποχών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK