Ιβκοβιτς το 1999: “Προτιμώ τον τεμπέλη ταλαντούχο από τον δουλευταρά εργάτη”
To Contra.gr αναδημοσιεύει μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Ντούσαν Ιβκοβιτς από το μακρινό πλέον 1999. Τι πίστευε ο (και τότε) προπονητής του Ολυμπιακού για τους σταρ και τους παίκτες εργάτες, ποιες ήταν οι απόψεις του για τον εμφύλιο στην πρώην Γιουγκοσλαβία, πως πήρε πτυχίο Γεωλογίας και πολλά άλλα.
Η ταυτότητα της συνέντευξης
Μέσο: Περιοδικό “Εψιλον”, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
Ημερομηνία Δημοσίευσης: 14 Μαρτίου 1999
Δημοσιογράφος: Τη συνέντευξη πήρε ο τότε αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Βασίλης Καρδάσης.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
– Τι είναι για σας το μπάσκετ, κύριε Ιβκοβιτς;
“Είναι ότι καλύτερο ομαδικό παιχνίδι αλλά προσωπικά για μένα σημαίνει ανθρώπινες σχέσεις, φιλίες. Ολη η ζωή μου γύρω απ’ αυτό είναι διαμορφωμένη”.
– Μία ζωή αφιερωμένη στο μπάσκετ;
“Ναι, δεν μπορώ να το ξεχωρίσω από το εγώ μου”.
– Και οι επιτυχίες, που οφείλονται οι επιτυχίες;
“Δουλειά, σοβαρότητα, καλή πρόβλεψη και καλές επιλογές. Οποτε χρειάστηκε να πάρω δύσκολες αποφάσεις, να ρισκάρω, δεν το απέφυγα. Ερχεται σήμερα ο τεχνικός διευθυντής της Παρτιζάν, παίκτης μου στην τριετία 1977-1980, και μου λέει ότι “τώρα μόλις αντιληφθήκαμε και εφαρμόζουμε τη φιλοσοφία σου”.
– Ποια είναι η φιλοσοφία σας;
“Δουλειά και ευθύνη στην οργάνωση της ομάδας. Η οργάνωση είναι μεγάλη υπόθεση. Κοιτάξτε, δεν έβαλα ποτέ τον εγωισμό μου πάνω από το συμφέρον του σωματείου. Κάποτε, σε μία σχετική συζήτηση με τον Βεζυρτζή στον ΠΑΟΚ, του είπα ότι αν δεν βλέπεις ότι αυτό που κάνω, το κάνω πρώτα για την ομάδα, για τη διοίκηση και τελευταία για μένα, υπάρχει πρόβλημα στη συνεργασία μας. Οι περισσότεροι πρόεδροι δεν μπορούν να καταλάβουν ότι για να πάει μπροστά η ομάδα θα πρέπει να μην ανακατεύονται. Οφείλω να αναγνωρίσω ότι ο Κόκκαλης δεν μπαίνει στα της ομάδας, αφήνει το τεχνικό team να έχει την ευθύνη, παρεμβαίνει μόνο αν χρειαστεί. Αλλα αφήστε, αυτά δεν είναι γι’ αυτή τη συνέντευξη εσείς δεν είστε αθλητικός δημοσιογράφος”.
– Μην το λέτε, μ’ ενδιαφέρει να το συζητήσουμε…
“Ε, λοιπόν πιστεύω ότι ο προπονητής πρέπει να έχει την ευθύνη των επιλογών, αυτό κάνω πάντα εγώ. Για μεγάλα έργα απαιτείται ο ταλαντούχος παίκτης, όχι ο εργάτης. Βέβαια, δεν υποτιμώ τη σκληρή δουλειά, μην παρεξηγηθώ κιόλας. Αλλά προτιμώ έναν ταλαντούχο τεμπέλη (γελάει), θα βρω τον τρόπο να τον κάνω να δουλέψει, παρά έναν δουλευταρά που υστερεί σε προσόντα. Ο πρώτος μπορεί να σε φέρει σε μεγάλες επιτυχίες, ο δεύτερος μπορεί να σε καταστρέψει. Κάποτε στο Λένινγκραντ ήρθαν Ρώσοι που θαύμαζαν το γιουγκοσλάβικο μπάσκετ και προσπαθούσαν να αντιγράψουν παίκτες με μεγάλο ταλέντο όπως ο Τσόσιτς για παράδειγμα. Λέω, κλέβετε τις κινήσεις αλλά δεν γίνεται να φτιάξετε άλλον”.
– Αλήθεια, που οφείλεται η επιτυχία του γιουγκοσλάβικου μπάσκετ, η, αν θέλετε, η γενικότερη επιτυχία των ομαδικών αθλημάτων στην πατρίδα σας;
“Στη δουλειά και στο ταλέντο”
– Για σταθείτε, γιατί οι Σοβιετικοί, που λέγατε πριν, δεν δούλευαν πολύ ή δεν διέθεταν παίκτες με ταλέντο;
“Σίγουρα ναι, αλλά σε μας η δουλειά και η αξιοποίηση των ταλέντων ήταν κάτι εντυπωσιακό. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξεφύγει κάποιο ταλέντο. Θυμάμαι μία φορά έρχεται κάποιος και μου λέει ότι πάνω στα βουνά, δύο μέρες απόσταση με το άλογο, είναι ένας πιτσιρίκος 2.20μ. “Φέρτον” του λέω. Ερχεται ο νεαρός καβάλα στο άλογο, είχε καμπούρα, και ήταν δεν ήταν 1.90μ. Εστω και έτσι ήταν πολύ ψηλός για εκείνη την εποχή. Σκεφτείτε ότι ο Κόρατς, που έπαιξε 4άρι-5άρι ήταν 1.92μ. Ο νεαρός εννοείται ότι δεν έλεγε τίποτα από άποψη ταλέντου”.
– Δεν άφησε εποχή δηλαδή…
“Να πω ότι σε αντίθεση με το ΝΒΑ, όπου την ιστορία την έγραψαν οι ψηλοί, εδώ σε μας την έγραψαν οι γκαρντ. Στην Αμερική λέμε εποχή του Τζαμπάρ, εποχή του Μπιλ Ράσελ, έποχη του Τσάμπερλεν. Στην Ελλάδα ήταν ο Γκάλης και ο Γιαννάκης, στη Γιουγκοσλαβία ήταν ο Κιτσάνοβιτς, αργότερα ο Πέτροβιτς, τώρα ίσως οι Τζόρτζεβιτς και Ντανίλοβιτς. Με μία λέξη πάντως για να κλείσουμε το θέμα εμείς κατεβάζαμε τα ταλέντα από τα βουνά και τα βάζαμε να προπονηθούν στα γήπεδα. Δουλειά μέρα-νύχτα, ειδικές προπονήσεις.Αλλες οι συνθήκες τότε. Σαν χθες μου φαίνεται όταν πρωτομπήκα σε κλειστό γήπεδο. Μέχρι το 1967 στη Γιουγκοσλαβία παίζαμε σε ανοιχτά γήπεδα”.
– Εγώ νόμιζα ότι μόνο το ελληνικό μπάσκετ καθυστέρησε τόσο να γνωρίσει κλειστά τερέν.
“Οχι. Και να σκεφτείτε ότι υπήρχε ένα μόνο κλειστό στο Βελιγράδι, όπου έπρεπε να γυμνάζονται και να αγωνίζονται τέσσερις ομάδες”.
– Στην Ελλάδα πότε ήρθατε;
“Στην Ελλάδα ήρθα στον Αρη το 1980. Προώθησα 3-4 νέους παίκτες δίπλα στον Γκάλη. Η αλήθεια είναι ότι η δουλειά δεν αποτελούσε πρώτη προτεραιότητα. Οταν ρώτησα γιατί δεν εκμεταλλεύεστε τους καλοκαιρινούς μήνες για να δουλέψετε τις νεαρές ηλικίες, τότε που είναι ζέστη και τα παιδιά δεν έχουν σχολείο, μου απάντησε ένας παράγοντας: “τα παιδιά θέλουν θάλασσα το καλοκαίρι”.Λέω “εσείς θέλετε θάλασσα, όχι για τα παιδιά”. Εγώ έχω δουλέψει πολύ με τα παιδιά, με την Εθνική Εφήβων της Γιουγκοσλαβίας, δεν ήμουν ο μεγάλος παίκτης, να με φωνάξουν, να μου πουν έλα να γίνεις προπονητής μας. Δούλεψα στα τμήματα υποδομής. Και ξέρω ότι τα παιδιά αναπτύσσουν μεγάλη υπευθυνότητα”.
– Ναι, αλλά τι γίνεται στις σχέσεις μας με τους παίκτες; Λένε ότι….
“Ενδεχομένως να υπάρχει ένας παίκτης από τους εκατοντάδες που συνεργάστηκα με τον οποίο να μην μιλάω αλλά σε τελική ανάλυση είναι ένα σχεδόν μηδανινό ποσοστό. Και τι έχω φάει όλη μου τη ζωή δεν είμαι ένας γεωλόγος που βρέθηκε τυχαία στα γήπεδα. Δεν μ’ αρέσει το στιλ του προπονητή που φωνάζει στους παίκτες, που τους διώχνει, που ορύεται στον πάγκο, που ασκεί εξουσία. Ισως γι’ αυτό οι παίκτες αναγνωρίζουν ότι είμαι δίκαιος”.
– Και οι κόντρες;
“Βρέθηκε δημοσιογράφος που έγραψε όλες τις κόντρες του Ιβκοβιτς από το 1980. Αλλά δεν λέει ότι από τις κόντρες μου βγήκαμε όλοι κερδισμένοι και σύλλογοι και παίκτες και εγώ. Διότι και εγώ πήρα από τους παίκτες, έμαθα από τους παίκτες.Λένε συνήθως ότι έχω κόντρα με τα αστέρια της ομάδας. Οχι. Εγώ είμαι αυτός που παίρνω παράμερα το μεγάλο παίκτη και του λέω ότι εσύ μπορείς να δώσεις το κάτι παραπάνω”.
– Η ύπαρξη αστεριών είναι προϋπόθεση για την επιτυχία;
“Ναι, νομίζω ότι σε κάθε τομέα, στην επιστήμη, στην τέχνη, παντού. Ενας φτασμένος ηθοποιός, προτού υπογράψει συμβόλαιο, θα ρωτήσει ποιος είναι ο σκηνοθέτης και οι άλλοι συντελεστές”.
– Υπάρχει συνταγή;
Οχι. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι και “εγώ αν είχα τα αστέρια που είχε ο Ιβκοβιτς, θα πετύχαινα τα ίδια”. Δεν είναι έτσι. Με ρωτήσατε πως κρίνω την επιτυχία, αν υπάρχει επιτυχία. Ε, λοιπόν λέω από τη διάρκεια. Για μένα δεν κρίνεται η επιτυχία μου από τους τρεις τίτλους του 1997. Εχει μεγαλύτερη σημασία ότι επί 20 χρόνια δουλεύω σκληρά με τον ίδιο τρόπο και ότι πολλοί το αναγνωρίζουν. Και, να ξέρετε, είναι δύσκολο να δουλεύεις με τα παιδιά στο μπάσκετ έχουν πολύ υψηλό IQ, και ας μην με παρεξηγήσουν οι άνθρωποι από το ποδόσφαιρο”.
– Πως κρίνετε το ζήτημα της εκπαίδευσης; Μπορεί κάποιος να προχωρήσει στο μπάσκετ, έστω, χωρίς να διαθέτει αυτό που λέμε ευρύτερη μόρφωση;
“Κοιτάξτε, εγώ δεν ξέρω κανέναν παίκτη που να προχώρησε, να έγινε σπουδαίος, χωρίς να τελειώσει τις σπουδές του. Να τελειώσει το Λύκειο, να πάει στο Πανεπιστήμιο και ας μην τελειώσει στα 4 χρόνια, ας τελειώσει στα 8”.
– Στην Ελλάδα, υπάρχει μία διάσταση ανάμεσα στις επιδόσεις των εθνικών εφηβικών ομάδων και των εθνικών ανδρών. Το ίδιο συμβαίνει ακόμη και στο μπάσκετ παρ’ ότι έχει τις περισσότερες διακρίσεις. Πως το εξηγείτε;
“Είναι αλήθεια ότι οι Ελληνες είναι ιδιαίτερα ταλαντούχοι αλλά πολλά ταλέντα εξαφανίζονται εύκολα και γρήγορα. Δεν θέλω να είμαι κατηγορηματικός αλλά νομίζω ότι τα μεγάλα συμβόλαια από τα 20 χρόνια, τα πολλά λεφτά, τα ακριβά αυτοκίνητα, όλα αυτά δεν κάνουν καλό. Από τότε που μπήκανε στη μέση μάνατζερ και γονείς και συμβόλαιο με πολλά λεφτά τα πράγματα χειροτέρεψαν. Ο παίκτης μεγαλώνει, γίνεται επαγγελματίας και αντί να στρωθεί στη δουλειά, έχει ήδη χορτάσει. Εγω χρησιμοποιώ την ψυχολογία και την παιδαγωγική στη δουλειά μου για να μπορέσω να καταλάβω τις αντιδράσεις των νέων”.
– Το γιουγκοσλαβικό μπάσκετ κινδυνεύει κατ’ ανάλογο τρόπο;
“Δεν νομίζω. Είναι πάνω απ’ όλα ζήτημα νοοτροπίας. Σίγουρα το κλίμα είναι καθοριστικό στη διαμόρφωση των ισορροπιών. Στην Ελλάδα το κλίμα δεν βοηθάει τη σκληρή δουλειά. Ζέστη, ξενύχτια, μάλλον δεν βοηθάνε”.
– Αλήθεια το μπάσκετ παίζεται μόνο μέσα στα γήπεδα;
“Ετσι θέλω να πιστεύω. Τότε μόνο κερδίζει ο καλύτερος”.
– Πείτε μου, γιατί αδειάζουν τα γήπεδα; Πριν από 3-4 χρόνια ήταν γεμάτα ακόμη και αν η τηλεόραση έδειχνε πολλά παιχνίδια…
“Πρέπει να αλλάξει το σύστημα του πρωταθλήματος και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Δεν είναι κίνητρο για το φίλαθλο να παρακολουθεί μία Λίγκα όπου συμμετέχουν ο Ολυμπιακός και ο Παπάγου. Τι συναγωνισμός είναι αυτός; τι κίνητρο δίνει στους φιλάθλους; Γι’ αυτό χόρτασε ο κόσμος. Ορισμένοι μάλιστα δεν καταλαβαίνουν ότι αν φύγουν ο Κόκκαλης και ο Γιαννακόπουλος θα σβήσει και ο Παπάγου. Αλλά και στην ευρωπαϊκή Λίγκα πρέπει να αλλάξουν πολλά στη διοργάνωση και το συναγωνισμό. Είδατε στο ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια με την αλλαγή στο Τσάμπιονς Λιγκ πως γέμισαν τα γήπεδα;”
– Δεν φταίει, δηλαδή, η αθρόα είσοδος κοινοτικών και ξένων παικτών;
“Δεν νομίζω ότι είναι αυτός ο λόγος. Θέλετε να επικαλεστώ τη Γιουβέντους, που έχει πληθώρα ξένων; Ναι, να παίζουν Ελληνες παίκτες. Οταν, όμως, είναι καλύτεροι από τους ξένους. Και έπειτα, να μην ζητάνε ένα σωρό εκατομμύρια για συμβόλαιο, γιατί τότε επόμενο είναι να ψάχνει ο σύλλογος για ξένους παίκτες. Δεν μου επιτρέπεται να κάνω τον έξυπνο αλλά που ήταν οι Ελληνες παίκτες στον αγώνα εναντίον της Γερμανίας; Επρεπε να βάλει τις φωνές ο Βασικαλόπουλος;”
– Τι είναι αυτό που προκαλεί τη βία κατά τη γνώμη σας;
“Νομίζω ότι αυτοί που έχουν την ευθύνη στον αθλητισμό, αυτοί θέλουν τη βία, αλλιώς μπορούσαν να την σταματήσουν. Αυτοί δεν δίνουν τα δωρεάν εισιτήρια; Αυτοί δεν πληρώνουν τα πούλμαν με τους οπαδούς; Στο Βελιγράδι πρόσφατα έπεσε μία ρουκέτα σε γήπεδο μπάσκετ και έκοψε ένα χέρι. Μα πως μπορεί να περάσει μία ρουκέτα αν δεν βοηθήσει κάποιος παράγοντας;”
– Πάντως εσείς στην Κροατία απολαμβάνετε ιδιαίτερης μεταχείρισης.
“Εκεί ξέρουν πολύ καλά ποιος είμαι. Λένε “σκοτώστε τους Σέρβους” και άλλα τέτοια αλλά ειλικρινά το λέω, εγώ δεν ακούω τίποτα. Μη λέτε όμως ότι τώρα στην Κροατία βρίζουν τους Σέρβους.Πάντα συνέβαινε. Παλιότερα ήταν χειρότερα. Μας λέγανε γύφτους και έβριζε όλος ο κόσμος, όρθιο το γήπεδολ”.
– Σε σας προσωπικά δημιουργήθηκαν προβλήματα στο επίπεδο των κοινωνικών, των ανθρωπίνων σχέσεων με κάποιους Κροάτες μετά τον πόλεμο;
“Εγω δεν είχα ποτέ φίλο Κροάτη αν εκτιμάμε τη λέξη και δεν έχουμε ένα εκατομμύριο φίλους. Δεν μπορούσα να έχω φίλο Κροάτη. Στο επίπεδο της απλής γνωριμίας όχι δεν είχα προβλήματα. Δεν θέλησα να μπλέξω σε ανόητες αντιπαραθέσεις. Με εξαίρεση μία φορά που ένας Κροάτης προπονητής δήλωσε ότι δούλευε σαν πρέσβης της Κροατίας στην Ελλάδα αφού και ο Ιβκοβιτς από την πλευρά του προπαγάνδιζε υπέρ του γκανγκστερικού στρατού της Σερβίας”.
– Ο Παβλίσεβιτς ήταν;
“Nαι! Πήρα τηλέφωνο τον Τσόσιτς που ήταν φίλος μου και του είπα “μάζεψέ τον αυτόν γιατί λέει κουταμάρες εναντίον μου”.
– Που γεννηθήκατε κύριε Ιβκοβιτς;
“Στο Βελιγράδι, στον Ερυθρό Σταυρό, εκεί μεγάλωσα, εκεί πήγα σχολείο. Είναι μία συνοικία με ξεχωριστή νοοτροπία από το υπόλοιπο Βελιγράδι. Μία μεσοαστική περιοχή δύο χιλιόμετρα από το κέντρο. Εβγαλε πολλούς γνωστούς ηθοποιούς, επιστήμονες αθλητές, προπονητές. Γιατί, ξέρετε, οι σπουδαίοι άνθρωποι, δεν βγαίνουν από το Χάρβαρντ, βγαίνουν από το καλντερίμι που το λέμε εμείς”.
– Πως ήταν τότε η ζωή στο Βελιγράδι; Φαντάζομαι ότι σήμερα πρέπει να είναι πολύ διαφορετική…
“Κοιτάξτε, δεν μ’ αρέσει να μιλάω για πολιτική. Δεν έχω τίποτα ούτε με τους Αλβανούς ούτε με τους Ρώσους ούτε με κανέναν. Υπάρχει προπαγάνδα εναντίον των Αμερικανών. Αλλά πως είναι δυνατόν να δεχτώ κάποια κυρία Ολμπράιτ, ή κάποιον Κλίντον με τα πούρα, να τα βάζουν μ’ ένα λαό με πολύχρονη ιστορία, με παράδοση στα γράμματα, στις τέχνες, στις επιστήμες παντού. Μετά πιστεύω ότι αδικήσαμε τους Ρώσους παλαιότερα. Στον αθλητισμό αυτή η κόντρα είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις”.
– Μου θυμίζετε το Σέρβο που ακούει γεμάτος αγωνία και εθνική υπερηφάνεια στο ραδιόφωνο τη νίκη της Εθνικής Γιουγκοσλαβίας επί των Σοβιετικών στο φιλμ του Κουστουρίτσα “Ο μπαμπάς λείπει ταξίδι για δουλειές”.
“Ε, ναι είχαμε τρομερό ανταγωνισμό. Νομίζω ότι αυτό ήταν το μοναδικό λάθος μας. Μετά, ρωτάτε πως περνούσαμε τότε. Εκτιμάω πως ήταν πολύ ωραία. Είχαμε ένα σύστημα ανάμεσα σε κομμουνισμό και καπιταλισμό. Μετά το 1960 μπορώ να πω ότι είχε ανέβει πολύ το βιοτικό επίπεδο, ήταν καλύτερο από αυτό της Ελλάδας. Πως έγινε και καταστράφηκαν αυτά μετά το 1990 ε, αυτοί που τα κατάφεραν πρέπει να πάρουν το βραβείο νόμπελ”.
– Πρέπει να ήταν μεγάλο σοκ.
“Μα αναρωτιέμαι πως γίναμε εμείς έτσι. Ολοι χώρισαν χωρίς πρόβλημα, ακόμα και οι Τσέχοι με τους Σλοβάκους που είχαν τρομερό ανταγωνισμό. Σε μας ο κόσμος, μετά τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας άρχισε να τρελαίνεται, το πιστεύω αυτό”.
– Είναι, πράγματι, μία τρέλα. Εδώ βλέπεις σήμερα η Δύση να ενισχύσει αυτονομιστικά κινήματα στο Κόσοβο, την ίδια στιγμή που αρνείται φανατικά κάθε ιδέα για αυτοδιάθεση 25 εκατομμυρίων Κούρδων…
“Μα τι σχέση έχει το Κόσοβο με την Αλβανία. Μία μαφία που κέρδισε χρήματα από εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, αυτά είναι γνωστά. Το Κόσοβο είναι η ψυχή της Σερβίας, δεν είναι το Βελιγράδι. Εκεί τον 14ο αιώνα είχε το κράτος του ο τσάρος Δουσάν”.
– Διαβάζετε ιστορία βλέπω…
“Οχι, είναι η σχολική ιστορία. Μ’ αρέσει η ιστορία πάρα πολύ, ψάχνω να βρω το χρόνο να διαβάσω. Θα ήθελα να ανατρέψω τη γνώση μου με τα τόσα ψέμματα, με τις μάχες που κερδίσαμε και να σταθώ περισσότερο στην παγκόσμια ιστορία. Δεν θέλω να φτάσω στα γεράματα και να μην ξέρω, δεν θέλω να ασχολούμαι με το τελευταίο μοντελο της Μερσεντές. Να, πρόσφατα από τη μητέρα του νομπελίστα Μίλοβαν Πάβιτς γράφτηκε ότι εμείς οι Σέρβοι, αντί να τρέχουμε στην Κράινα όταν είχαμε στρατό και δύναμη, έπρεπε να προφυλάξουμε τα δικά μας εδάφη, το Κόσοβο. Είναι μία ενδιαφέρουσα άποψη.Θέλω να διαβάσω περισσότερο πάνω σ’ αυτά τα πράγματα. Αλλωστε έχω και σχετική ρίζα”.
– Δηλαδή;
“Ο πατέρας μου ήταν σημαντικός νομικός και η μητέρα μου καθηγήτρια. Ο πατέρας είχε ντοκτορά από το 1935. Ηρθε 20 χρονών, σχεδόν αγράμματος, από χωριό στο Βελιγράδι και σπούδασε δουλεύοντας. Στα 35 του πήρε ντοκτορά από το Πανεπιστήμιο, έγραψε πολλά βιβλία, αλλά δυστυχώς δεν βρήκε ποτέ τον εαυτό του, τη θέση του στο πολιτικό σύστημα της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο. Ηταν ένας θαραλλέος άνθρωπος με προσήλωση στα πιστεύω του. Αναγκάστηκε να ασχοληθεί με τ αγροτικά, αφοσιώθηκε στις μέλισσες. Ισως αυτό τον βοήθησε να ζήσει γιατί είχε σοβαρό πρόβλημα καρδιοπάθειας. Γενικά πάντως το σπίτι μου ήταν προσηλωμένο στις παραδόσεις. Πάντοτε κυριαρχούσαν τα εικονίσματα του Αγίου Γεωργίου, εμείς δεν τα κρεμάσαμε μετά την πτώση του καθεστώτος”.
– Εσείς στο σχολείο διδαχθήκατε μαρξισμό;
“Ναι, βέβαια. Μόνο που τα θεωρητικά μαθήματα δεν με τράβαγαν καθόλου. Για παράδειγμα, στα μαρξιστικά, στο μάθημα για το γιουγκοσλαβικό σύνταγμα, στην κοινωνιολογία, στη φιλολογία, είχα σ’ όλα 6άρια. Αντίθετα, στα μαθηματικά, τη φυσική, τη γεωφυσική, έπαιρνα 10άρια.Γι’ αυτό έγινα γεωλόγος”.
– Κουραστήκατε;
Οχι, καθόλου. Ειλικρινά νιώθω ότι είμαι στην καλύτερη φάση της δουλειάς μου. Αλλά είμαι εγωιστής, θέλω να δω λίγο τη ζωή μου. Δεν είναι μόνο τα λεφτά στη ζωή””.
– Φαντάζομαι ότι έχετε κερδίσει από τη δουλειά σας τόσα χρήματα που δεν έχετε ανάγκη να ξαναδουλέψετε. Υπάρχει, ωστόσο, περίπτωση να σταματήσετε φέτος τη δουλειά του προπονητή;
“Οχι, φέτος αποκλείεται”.
– Να ξαναγυρίσουμε στο πρόβλημα της Σερβίας. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω τα περί αλληλεγγύης των Σέρβων σε όλες τις χώρες του εξωτερικού. Είναι ένα φαινόμενο που προκαλεί θαυμασμό.
“Κοιτάξτε, έχουμε μία ιστορία που πρέπει να τη σεβόμαστε. Ακούω για πρεσβευτές καλής θέλησης και άλλα τέτοια. Εγώ και πολλοί συμπατριώτες μου πάντα έτσι λειτουργούσαμε, θετικά για την πατρίδα. Πληρώσαμε πολλά λάθη μετά το τέλος της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Δεν ήταν απλό πράγμα η αλλαγή του καθεστώτος. Υποτίθεται ότι περάσαμε από τον κομμουνισμό στο σοσιαλισμό. Μόνο που για να αλλάξουν οι άνθρωποι, οι κομμουνιστές να γίνουν σοσιαλιστές απαιτείται κουλτούρα, εκπαίδευση, να διαμορφωθεί άλλη νοοτροπία. Εντάξει, αγαπώ την Ελάδα αλλά η Γιουγκοσλαβία είναι η πατρίδα μου. Αναρωτιέμαι συνεχώς αν θα αλλάξει και πότε η κατάσταση. Ο κόσμος πεινάει. Δεν μ’ αρέσει να πάω πίσω, να έχω τη βίλα μου και τους σκύλους μου και να με επισκέπτονται οι φίλοι μου, παλιοί ωραίοι φίλοι, που δεν είχαν τις δικές μου ευκαιρίες, που ζουν με 50.000 μισθό το μήνα. Είμαι περήφανος που τα λεφτά μου δεν τα κέρδισα εκμεταλλευόμενος τον πόλεμο. Γιατί πρέπει να πω ότι είχα προτάσεις να βγάζω με τους γνωστούς τρόπους σε μία εβδομάδα όσα βγάζω ολόκληρο το χρόνο. Εχω, όμως, ήσυχη τη συνείδησή μου, κοιμάμαι σαν πουλάκι”.
– Θα γυρίσετε στη Γιουγκοσλαβία;
“Θέλω κάποια στιγμή να γυρίσω, θα γυρίσω σίγουρα. Είμαι αισιόδοξος, έχω εμπιστοσύνη στους νέους, γιατί οι νέες γενιές δέχονται εύκολα τις νέες ιδέες. Ξέρετε, το πρόβλημα δεν είναι ο Μιλόσεβιτς ή ο Σημίτης στη δική σας περίπτωση. Το πρόβλημα είναι η συλλογική νοοτροπία, ο κόσμος που επιλέγει μία κατάσταση ή την άλλη”.
– Ως τελευταία ερώτηση, Κ. Ιβκοβιτς, μου γεννιέται η περιέργεια να σας ρωτήσω για την αγάπη σας για τα περιστέρια. Πως προέκυψε αλήθεια;
“Ειναι και αυτό οικογενειακή ρίζα. Ο σπουδαίος φυσικός Νίκολα Τέσλα ήταν θείος της μητέρας μου. Ξέρω ότι στα δωμάτια που ζούσε είχε πάντοτε ζευγάρια περιστέρια. Είναι τρομερό πάθος, είναι τρέλα. Δουλεύω με επιλογές ειδών, ζευγαρώνω. Σήμερα, στον τρελό κόσμο που ζούμε, στο στρες, εμένα με λυτρώνει ν ασχοληθώ τον ελάχιστο χρόνο που έχω ελεύθερο με τα περιστέρια μου”.