ΣΤΗΛΕΣ

Νταλκαδιάρης καλλιτέχνης

Η ανύπαρκτη Αθήνα των κόμιξ, το τακτ και η σχέση του Ζαγοραίου με την country

default image

Μερσί μποκού αυτούς που τους άρεσε το κείμενο για το stand up comedy. Η σοβαροφάνεια είναι το βάρος που σέρνουν οι Ελληνες όταν προσπαθούν να δημιουργήσουν. Μεγάλο παράδειγμα οι έλληνες σχεδιαστές των κόμιξ. Οι περισσότεροι δημιουργούν μια Αθήνα που δεν υπάρχει.

Ανάθεμα και αν έχουμε πέντε συγκροτήματα εργατικών κατοικιών και αυτοί σχεδιάζουν μια Αθήνα που μοιάζει με το Παρίσι του Vuillemin. Γιατί έτσι πρέπει να είναι ο καλλιτέχνης. Προβληματισμένος και νταλκαδιάρης. Τώρα ότι 250 μέρες τον χρόνο στην Αθήνα ο καιρός είναι χαρά Θεού και στις καφετέριες έτσι και κάτσεις ένα δεκάλεπτο μαθαίνεις περισσότερα για την προσωπική ζωή του διπλανού σου από όσες ξέρεις για τον κολλητό σου είναι λεπτομέρεια. Οταν ο καλλιτέχνης θέλει την Αθήνα να είναι μια απρόσωπη τσιμεντούπολη που οι άνθρωποι ζουν απομονωμένοι τα γεγονότα δεν πρέπει να του χαλάνε μια ωραία ιστορία.

Γράφοντας χθες το κείμενο χθες σε ένα σημείο έπρεπε να αποφασίσω αν τον σταντ απ κωμικό θα τον έγραφα με ελληνικούς ή λατινικούς χαρακτήρες. Συνήθως αποφασίζω με την αισθητική. Αν μου αρέσει να βλέπω την λέξη στα ελληνικά έχει καλώς. Αν μου αρέσει στα λατινικά ακριβώς το ίδιο.

Το έγραψα με λατινικούς χαρακτήρες αλλά λάθος «Stand up comic». Εκεί που πήγα να το διορθώσω, μου μπήκε ο διάολος. Να το αφήσω έτσι για να δω πόσοι θα αναφερθούν στο κείμενο και πόσοι στον σωστό όρο. Ενα 10% στάθηκε στην σωστή απόδοση στα Αγγλικά και οι υπόλοιποι ασχολήθηκαν με το κείμενο. Με top προσέγγιση αυτή του Gtzerem που ενώ όλο του το mail αναφερόταν στο κείμενο τους κωμικούς τους έγραφε σωστά «stand up comedians» χωρίς όμως να προσθέτει ότι διορθώνει. Αυτό λέγεται τακτ.

Για το τακτ τον καλύτερο ορισμό τον έχει δώσει η φίλη μου η Αναστασία Λαμπρία στο protagon.gr. Είχε γράψει ότι ο πατέρας της – που ήταν ο γνωστός «Λαμπρίας» – κάποτε τις είχε πει ότι ευγένεια είναι να μην κάθεσαι όρθιος έχοντας πίσω κάποιον. Τακτ να μην πας να κάτσεις πίσω από κάποιον αναγκάζοντας τον να αλλάξει θέση. Bingo.

Η γλώσσα πιστεύω ότι είναι ζωντανός οργανισμός και αν η λέξη είναι αρχαιοελληνική, αρχαιοτουρκική ή νεοαγγλική, αν βρίσκεται σε χρήση, μια χαρά μου είναι. Αυτό που δεν αντέχεται είναι εκείνοι που βρίσκουν μία «δύσκολη» ελληνική λέξη και την λένε σαν να πιάσανε τον Πάπα από ξέρετε που. Ιδιαίτερα δύο που κάνουν μεταδόσεις στο ποδόσφαιρο. Ο ένας σπικάζ και ο άλλος πάγκο. Οταν πετυχαίνουν τη δύσκολη τη λέξη την λένε με τέτοιο στόμφο σαν να την έχουν ανακαλύψει οι ίδιοι. Ας πούμε «Δεν έπρεπε να ΕΥ-ΤΕ-Λι-ΣΕΙ την προσπάθεια…». Μέχρι να κάνουν spelling στο «ευτελίσει», ο διαιτητής έχει λήξει το ματς.

Στην ορθογραφία λατρεύω την αγγλική προσέγγιση του 18ου αιώνα της εποχής του Trollope , όταν η ίδια λέξη εμφανιζόταν σε μία σελίδα με τρεις διαφορετικές γραφές και κάποιος – που προφανώς ξεχνάω το όνομα του – είχε γράψει ότι είναι πολύ βαρετό να γράφεις μια λέξη δυό φορές με τα ίδια γράμματα. Επίσης η στήλη στο contra δεν είναι γραμμική να αναπτύσσει και σχολιάζει ένα θέμα. Για αυτό υπάρχουν οι εφημερίδες. Λογαριάστε την περισσότερο σαν ένα ημερολόγιο με τη δυνατότητα του Μέσου και τις εμμονές του γράφοντος. Οπως για παράδειγμα το κόλλημα που έχω φάει χρόνια με ένα κομμάτι soul – country.

Την οποία ακούω αλλά δεν είναι και το φόρτε μου. Το θυμήθηκα το πρωί που είχα πάει να μου αλλάξουν τα πάντα στο κομπιούτερ γιατί έκανε τα δικά του. Το παλικάρι του service μου είπε ότι ακούει country και η απάντηση είναι ότι η country έβγαλε δύο αριστουργήματα. Πάρτε το ένα. Patches από τον Clarence Carter. Κάτι ανάμεσα σε soul και country με τους στίχους να είναι κάργα δραματικοί για το φτωχό Patches που έχασε τον μπαμπά του και τύφλα να έχει ο Ζαγοραίος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK