Ο τσαρλατανισμός των γκολκίπερ
Είναι τόσο συνηθισμένο στο “βάθος χρόνου” που έχει καταντήσει αυτονόητο και γι’ αυτό περνά απαρατήρητο. Ομολογώ πως, παρά την επανάληψη, δεν το ‘χω συνηθίσει. Δεν το θεωρώ αναμενόμενο. Και, κάθε φορά που το παρατηρώ, με διαολίζει. Η τελευταία φορά, το ίδιο όσο και η πρώτη.
Τι; Ο ανεξέλεγκτος τσαρλατανισμός των γκολκίπερ. Μόλις τελειώσει η αντίπαλη επίθεση κι η μπάλα καταλήξει άουτ, ακόμη χειρότερα εάν έχουν κάνει την απόκρουση, αμέσως μετά να χτυπιούνται “εναντίον” συμπαικτών τους σαν τα παρλιακά. Με χειρονομίες, με φωνές, γενικώς με επιδεικτικό ρεπερτόριο.
Το βρίσκω αντιαισθητικό, αντιποδοσφαιρικό, αντισυναδελφικό. Πάντοτε αναρωτιόμουν, πόθεν αντλούν αυτό το υπερβολικό δικαίωμα. Είναι… κληρονομικό; Κάποτε, ένας Θεσσαλονικιός δημοσιογράφος μού είχε κάνει, επ’ αυτού, την πιο αφελή-έξυπνη ερώτηση που έχω ποτέ ακούσει.
Εάν το πράγμα λειτουργεί και αντίστροφα! Νοείται, σε μια σαχλαμάρα που θα κάνει ο τερματοφύλακας, μάνι-μάνι να του την πέσουν με κραυγές και τα λοιπά του σετ…τρεις-τέσσερις που φορούν την ίδια φανέλα; Προφανώς, όχι. Γιατί, στην άψη της στιγμής, ύστερα δεν θέλει και πολύ να πέσει κάνα συντροφικό ξύλο σε δημόσια θέα. Τότε ο τερματοφύλακας, πώς; Γιατί; Από πού κι ως πού;
Τι είναι απαιτητό, απ’ τον καλό τερματοφύλακα; Το προφανές, ν’ αποκρούει ό,τι είναι εφικτό ν’ αποκρούεται δηλαδή, κι όμως δεν είναι το πρώτο στη λίστα. Πιο σημαντικός, είν’ ο τερματοφύλακας που με τη σωστή τοποθέτηση δεν χρειάζεται ν’ αποκρούσει διότι έχει προλάβει να εξωθήσει τον αντίπαλο ν’ αστοχήσει. Του ‘χει κρύψει το τέρμα, τον έχει οδηγήσει μαεστρικά σε impossible γωνία εκτέλεσης, δεν βιάζεται να πέσει στα πόδια του επιτιθέμενου, αν θέλετε τον έχει ψαρώσει.
Μετά. Ίσως ήσσονος σημασίας για τον θεατή, αλλ’ ανεκτίμητης σημασίας για τον συμπαίκτη. Ο τερματοφύλακας, να ξεκουράζει την ομάδα δίνοντας την απλή, άμεση και οριστική, λύση. Έρχεται η σέντρα απ’ το πλάι. Αν δεν την καθαρίσει ο τερματοφύλακας, ο συμπαίκτης-αμυνόμενος θα χρειαστεί να ματώσει στη μονομαχία με τον επιτιθέμενο. Να κοπιάσει και να πονέσει. Με αμφίβολο αποτέλεσμα. Ας πούμε πως ούτε διώχνει μακρυά μονομιάς, ούτε “τρώει” το σουτ ή την κεφαλιά. Αρκεί κάτι ενδιάμεσο. Να πέσει η μπάλα και να μείνει, για κάποια κρίσιμα δύο-τρία δευτερόλεπτα, στην καρδιά της περιοχής. Να γίνει μελέ. Να παραταθεί η ζωή της φάσης. Όσο παρατείνεται, τόσο το χειρότερο για τις πιθανότητες της ομάδας που αμύνεται.
Επικουρικά, εφόσον ο τερματοφύλακας δεν δύναται κατ’ αυτόν τον τρόπο να ξεκουράσει την ομάδα, τουλάχιστον έχει χρέος να (μείνει μέσα και να) μη της βάζει πρόσθετο βαθμό δυσκολίας. Μία σέντρα είναι μία σέντρα. Θα την παλέψει, το τσούρμο που θα σηκωθεί στον αέρα. Ενώ μία σέντρα, και μία άστοχη έξοδος του τερματοφύλακα, είναι…μισό γκολ.
Η δουλειά του τερματοφύλακα είναι να μη γεννά, υπέρ του αντιπάλου, φάσεις “εκ του μη όντος”. Ακόμη κι αν τέτοιες φάσεις δεν φέρουν γκολ, θα δημιουργήσουν momentum και είναι σφόδρα πιθανό ν’ αλλάξουν δραματικά τη ροή του παιγνιδιού. Εκεί που έχεις κάνει μια εχθρική έδρα να σιγήσει, αυτομάτως την ξαναβάζεις στο κόλπο.
Πακέτο με την ξεκούραση των συμπαικτών, πηγαίνει η εμπιστοσύνη στον τερματοφύλακά τους. Η εκτίμηση. Πακέτο με την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση, πηγαίνει η συνολική ηρεμία του οργανισμού. Σ’ ένα πανικόβλητο οργανισμό, ο τερματοφύλακας που τρώει τρία-τέσσερα-πέντε και σώζει άλλα δέκα (ένας Τοχούρογλου κάποτε στο Βελοντρόμ, ένας Τζόρβας στο Καμπ Νου, ένας Δοξάκης στον Ιωνικό…) “γίνεται ήρωας” στις εφημερίδες αλλ’ είναι ελάχιστα χρήσιμος στην ομάδα. Ο πραγματικά χρήσιμος είναι αυτός που, την ομάδα, την ηρεμεί. Την καταλαγιάζει. Δεν την τσιτώνει.
Είναι ο βασικός λόγος, η όλη κάλμα που το προφίλ του αναδίδει, μια απόκοσμη στωικότητα αν συγκρίνεις με το στερεότυπο των φωνακλάδων, για να ‘χω “ερωτευτεί” απ’ την Day One του πρωταθλήματος αυτό το παιδί της Κέρκυρας, τον Κωνσταντόπουλο. Καλύπτει πολύ τέρμα, τοποθετείται, αποκρούει, ξέρει να βγαίνει, καθαρίζει, κατευθύνει. Και…δεν είναι, το κυριότερο, τσαρλατάνος.
Είναι κύριος. Με νεύρο, στη δουλειά. Αλλ’ όχι με νεύρα. Επίσης, δεν είναι ο Mr Τέλειος. Ένα φανερό κουσούρι είναι ότι δεν έχει την έκρηξη για να ‘ναι ένας καλός λίμπερο πίσω απ’ τους στόπερ. Και βγαίνει αργά, όχι στις πλαϊνές σέντρες όπου χρειάζεται πρόβλεψη. Στις κάθετες μπαλιές που έρχονται από χαμηλά ή από ψηλά, εκεί όπου χρειάζεται ταχύτητα.
Αυτά, στη θεωρία. Στην πράξη, και σε συνέχεια μιας νύξης που κάναμε στο προηγούμενο άρθρο, τα δύο ματς της Εθνικής τον Οκτώβριο έρχονται. Ο Χαλκιάς έχει να παίξει απ’ τον Ιούλιο, τότε που τραυματίστηκε στο Άμστερνταμ. Ο Τζόρβας “χτυπιέται”. Ο Σηφάκης, στο Ζάγκρεμπ, έδωσε φάσεις εκ του μη όντος. Ο Μιχαηλίδης δεν δίνει φάσεις, δίνει…ολόκληρα αποτελέσματα υπέρ των αντιπάλων του Ατρόμητου.
Τη σήμερον ημέρα, με την Εθνική πλέον να έχει προπονητή που βλέπει ελληνικό πρωτάθλημα, το να μη είναι ο Κωνσταντόπουλος ο ένας απ’ τους τρεις, αγγίζει τη σφαίρα του εξωφρενικού.