Οταν ο Θεός έπεσε για ύπνο…
Ο Θεός κάποιες φορές πέφτει για ύπνο. Και όταν το αποφασίζει, η Ελλάδα αρπάζει την ευκαιρία και διακρίνεται. Είτε μέσω συλλόγων, είτε Εθνικών ομάδων...
Την δεκαετία του ’70 η
Παναχαϊκή έπαιξε στην Ευρώπη. Την δεκαετία του ’80 η
Λάρισα κατέκτησε πρωτάθλημα. Το 2004 η
Ελλάδα σήκωσε το βαρύτιμο τρόπαιο του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. Το
2007 και οι πέντε ελληνικές ομάδες που μας εκπροσωπούν στο κύπελλο UEFA κέρδισαν.
Όπως βλέπετε, ο Θεός κάποιες φορές πέφτει για ύπνο. Και όταν το αποφασίζει, η Ελλάδα αρπάζει την ευκαιρία και διακρίνεται. Είτε μέσω συλλόγων, είτε Εθνικών ομάδων.
Από το βράδυ της Πέμπτης και μετά, άπαντες μιλούν, σχολιάζουν και θριαμβολογούν για το επίτευγμα των πέντε ομάδων μας να κερδίσουν τα ισάριθμα ματς που έδωσαν. Απαντες θριαμβολογούν, όπως τότε, το 2004. Τότε που η κατάκτηση του Euro από την Εθνική έδωσε το έναυσμα για δεκάδες ελπιδοφόρες προβλέψεις σχετικά με το μέλλον του ελληνικού ποδοσφαίρου. Οσο είδατε να αλλάζει το ελληνικό ποδόσφαιρο, άλλο τόσο το είδαν και αυτοί που περίμεναν την αναγέννηση, περίμεναν την μεγάλη αλλαγή.
Ας κατεβούμε από τον ουρανό κι ας σταθούμε λίγο στη γη για να δούμε με ψυχρό μάτι τι πρόκειται να μας προσφέρει ο άθλος των ελληνικών ομάδων την Πέμπτη. Ένα μεγάλο ΤΙΠΟΤΑ. Όπως τίποτα δεν μας πρόσφερε η κατάκτηση του Euro το 2004. Όπως τίποτα δεν μας πρόσφερε η ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων, όπως τίποτα δεν μας προσφέρει η κάθε επιτυχία της Ελλάδας στον αθλητισμό. Αν εξαιρέσουμε το μπάσκετ που με σταθερά βήματα, από το 1987 και μετά, ολοένα και ανεβαίνει τόσο σε συλλογικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, τίποτε άλλο δεν έχει γίνει που να σε κάνει να πεις με βεβαιότητα πως η Ελλάδα άλλαξε, έγινε ένας υπολογίσιμος αντίπαλος, μια δύναμη που δεν μπορείς να παραβλέψεις.
Θα μου πείτε γιατί τέτοια μεμψιμοιρία. Απλώς θέλω να προλάβω καταστάσεις. Φυσικά και χάρηκα για τις επιτυχίες των ελληνικών ομάδων στο κύπελλο UEFA. Φυσικά και χάρηκα που στα 6 ευρωπαϊκά παιχνίδια μείναμε αήττητοι, έχοντας 5 νίκες και 1 ισοπαλία. Ωστόσο, δεν πρόκειται να θριαμβολογώ και να βροντοφωνάζω για την εξέλιξη του ελληνικού ποδοσφαίρου, βάζοντας στο συρτάρι όλες τις προηγούμενες –και είναι πρόσφατες ρε γαμώτο- αποτυχίες μας. Δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός πως μέχρι χθες λέγαμε για το κακόμοιρο και ανύπαρκτο ελληνικό ποδόσφαιρο. Δεν μπορώ να παραβλέψω πως μέχρι χθες κάναμε το σταυρό μας να μαζέψουμε λίγους βαθμούς. Δεν μπορώ να παραβλέψω πως μέχρι χθες γελούσαμε με την ευρωπαϊκή συγκομιδή των ελληνικών ομάδων στα κύπελλα Ευρώπης και μας έπιανε μελαγχολία μπροστά στο φάσμα να χάσουμε το προνόμιο που έχουμε αυτή τη στιγμή στο Τσάμπιονς Λιγκ.
Φυσικά και δεν άλλαξε ούτε βελτιώθηκε το επίπεδο του ελληνικού ποδοσφαίρου επειδή έτυχε να κερδίσουν όλες οι ομάδες. Φυσικά και οι ελληνικοί σύλλογοι δεν έγιναν μονομιάς ο φόβος και ο τρόμος της Ευρώπης. ΕΤΥΧΕ και κάναμε 5 νίκες. ΕΤΥΧΕ και ΠΕΤΥΧΕ. Αλλά μέχρις εκεί.
Για να φτάσουμε στο σημείο να λέμε πως, ναι, το ελληνικό ποδόσφαιρο μπορεί να βροντοφωνάζει πως είναι εδώ και έχει όλα τα φόντα να πρωταγωνιστήσει, απέχουμε έτη φωτός. Προς το παρόν, μπορούμε να λέμε πως είμαστε παγκόσμια δύναμη μόνο στο μπάσκετ. Πάλι καλά, δηλαδή.
Για επίλογο θέλω να ρωτήσω κάτι: Μέχρι πριν από μερικά χρόνια, ο Παναθηναϊκός κόντραρε στα ίσια –και πολλές φορές έπαιρνε τα αποτελέσματα που ήθελε- ομάδες όπως η Μπαρτσελόνα, η Γιουβέντους, η Αρσεναλ κ.α. Την Πέμπτη κέρδισε κάποια Αρτμέντια και η υποδοχή της πλειοψηφίας των ελληνικών Μέσων ήταν τέτοια που θύμιζε τις προηγούμενες ένδοξες πορείες. Απαράδεκτο, κατά την προσωπική μου άποψη. Όταν είσαι Παναθηναϊκός και παίζεις με κάποια ανύπαρκτη Αρτμέντια, δε νοείται να αντιμετωπίζεις την εκτός έδρας νίκη με παχυλούς τίτλους όπως «Λιοντάρια», «Αθλος» κ.τ.λ. Ποια Αρτμέντια ρε παιδιά;