Περήφανα γηρατειά
Η ψυχή του Χατζηαντωνίου, τα γηρατειά του Πανούτσου και μια βραδιά στο MG... ξανά.
Λυπήθηκα που δεν μπόρεσα να δω το τρίτο ματς των playoff βόλεϊ πιο προσεκτικά. Ηταν από τα ματς που με το ένα μάτι κοίταγα την οθόνη και με το άλλο το πληκτρολόγιο, κάτι σαν το “αγχωμένη στρατιωτική μαλακία” που λέει και ο στίχος του Διδυμότειχο Μπλουζ.
Τέλος πάντων είδα καλά το τρίτο σετ που ο Παναθηναϊκός κάνει την επική ανατροπή από την διαφορά των 10 πόντων και από 7-17 το παίρνει με 25-23, το τέταρτο το έχασα εξ ολοκλήρου επειδή ήμουνα στην διαδρομή με την μηχανή και πρόλαβα να δω το τέλος στο πέμπτο. Άλλο όμως να βλέπεις το ματς διακοπτόμενο και μισό στο γραφείο και μισό στο σπίτι, και άλλο να έχεις πάει στο γήπεδο μισή ώρα πριν, να περιμένεις την έναρξη σαν να είναι ραντεβού και μετά να βλέπεις το ματς live και από κοντά που τετρακόσια replay σπίτι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ατμόσφαιρα.
Το συμπέρασμα είναι ότι χαρμάνιασα να δω βόλεϊ από κοντά. Πριν από 3,5 δεκαετίες μια φορά την εβδομάδα θα βρισκόμουνα στα ψηλά του κλειστού του Σπόρτινγκ για να βλέπω κυρίως το Παγκράτι που εκείνη την εποχή μαζί με τον Ηρακλή και τον Παναθηναϊκό είχαν ομαδάρες. Το μόνο που δεν έχω καταλήξει σε συμπέρασμα είναι αν οι τότε κανονισμοί που για πάρει η ομάδα τον πόντο έπρεπε να τον κερδίσει στο δικό της σερβίς είναι καλύτεροι από τους σημερινούς που κάθε σερβίς γίνεται για πόντο. Με τους παλιούς κανονισμούς το βόλεϊ δεν είχε στην πραγματικότητα χρόνο, αλλά είχε και την χάρη του αφού τα ματς παιζόντουσαν πολύ στην αντοχή.
Το μόνο που είμαι σίγουρος ότι θα ήθελα να δω είναι να ανεβαίνει το φιλέ 10 πόντους ώστε να βγαίνουν πιο πολλές άμυνες. Και θα είναι δίκαιο στο πνεύμα του Mr. Volley, ή όπως αλλιώς λέγανε τον άνθρωπο που το σκέφτηκε, αφού τότε οι παίκτες δεν σηκωνόντουσαν στον Θεό να σκοτώνουν με καρφιά ο ένας τον άλλον.
Όταν είσαι μικρός δεν μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει για έναν άνθρωπο στα 35 του να χοροπηδάει 150 φορές στις δύο, τρεις ώρες. Το σκεφτόμουνα βλέποντας τον Χατζηαντωνίου να καρφώνει δύο φορές κολλητά στο τρίτο επικό σετ που κέρδισε ο Παναθηναϊκός χάρις και στην απόδοση του. Εβλεπα λοιπόν τον Χατζηαντωνίου με το αξύριστο πηγούνι με τις άσπρες τρίχες, που μου θύμιζε τον Χαραλαμπάκη τον σκύλο που είχα στο Μόναχο, να πηδάει και να καρφώνει και σκεφτόμουνα πόσο από αυτό είναι προπόνηση και πόσο είναι ψυχή. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν 10-90. Είναι η στιγμή του «δώσε την μπάλα και θα την περάσω όχι από πάνω αλλά από μέσα τους», που έχουν όλοι οι καλοί αθλητές, αλλά δυστυχώς δεν μπορεί να κρατήσει και πολύ. Το κάνουν μία, δύο τρεις και μετά μιλάει η ηλικία. Αυτό που βλέπεις και με τον Νικοπολίδη. Μία φάση στις τόσες θα τον πιάσει ο εγωισμός και θα κάνει πράγματα που έκανε και πριν από 20 χρόνια. Η πραγματικότητα όμως είναι η φάση με τον ΠΑΟΚ όταν το σουτ του Γκαρσία περνάει πάνω από τα τεντωμένα χέρια του και χτυπάει στο οριζόντιο δοκάρι. Πριν από 20 χρόνια χωρίς να πηδήξει, μόνο να τα τέντωνε και τα δάχτυλα θα είχαν φτάσει το δοκάρι.
Καταραμένα γηρατειά όμως και ποιος έχει δικαίωμα να μιλάει. Εγώ; Μην λέμε παραμύθια. Πριν από 20 χρόνια μπορούσα να πίνω από τις 11 το πρωί μέχρι τις 4 το βράδυ και να ξυπνήσω το πρωί με το βραδινό ουίσκι δίπλα μου στο κομοδίνο και να το τελειώσω. Σήμερα στα πέντε Jack θέλω κατέβασμα της μηχανής αλλαγή λαδιών και ελατηρίων και ΚΤΕΟ. Το βράδυ της Παρασκευής ήπιαμε στο MG με τους διεγραμμένους και κατατρεγμένους του ντεμοτεχνείου. Το μόνο που θυμάμαι καθαρά είναι ότι ήπιαμε και καπνίσανε και τον Πρίγκιπα βρίσανε. Επίσης ότι ακούσαμε Stranglers και James και όλα αυτά οι άνδρες και γυναίκες της τρίτης ηλικίας θεωρούν μοντέρνα. Μετά δεν θυμάμαι τίποτα.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι ξύπνησα με το χαρακτηριστικό αίσθημα του μεθύστακα που ξέρει ότι το προηγούμενο βράδυ έχει κάνει παπαριές, αλλά τις έχει ξεχάσει, που έγραφε και ο Μπουκόφσκι. Οπότε ζητάω συγγνώμη από όποιον άνδρα του έθιξα το κόμμα του, όποια γυναίκα δοκίμασα να φλερτάρω και νόμισε ότι έχω πάθει συμφόρηση και είμαι έτοιμος να επανορθώσω. Πως; Πηγαίνοντας και σήμερα το βράδυ στο MG. Γιατί ο Δάκος και ο Πανούτσος ποτέ δεν πεθαίνουν και ακούστε τον ύμνο στον Δάκο όπως τον είπαν οι «Χειμερινοί Κολυμβητές». Μην δώσετε σημασία στην μουσική, αλλά στην φωνή του Βακιρτζή και στον στοίχο που μετράει.