Ψύχωση
Όλα τα πλέι-οφ ήταν η νική του Άρη. Όχι γιατί έβαλε φωτιά στην διεκδίκηση της πρώτης θέσης, αυτό είναι το λιγότερο. Το πράγμα μπερδεύτηκε γιατί δεν υπάρχει σίγουρος τελευταίος, όπως υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια με Πανιώνιο κι ΑΕΛ. Κι είναι προφανές πως, ναι, είναι κίνητρο να κυνηγήσεις το όνειρο του Champions League, αλλά το πραγματικό κίνητρο είναι να μην βγεις τελευταίος, να μην καταστραφείς. Γιατί καταστροφή θα είναι για όποιον ξεκινήσει τα επίσημα παιχνίδια στις 15 Ιουλίου.
Με αυτό στο μυαλό, βλέπω πως αν δεν υπάρχει γκολ νωρίς, οι ομάδες την Κυριακή θα προσπαθούν περισσότερο να μην χάσουν. Να κρατήσουμε τη θέση μας και βλέπουμε. Εκτός από τον Ολυμπιακό, που κυνηγάει την πρώτη θέση, όποιος άλλος πάρει τρίποντο θα κάνει τεράστιο βήμα, όχι μόνο για να διεκδικήσει την πρωτιά, αλλά για αποφύγει σίγουρα την τελευταία θέση, να αποκτήσει αβαντάζ για το επόμενο πρωτάθλημα.
Στο “Γ.Καραϊσκάκης” θα παίξουν οι προβληματικοί. Κι αν κάποιος οπαδός του Ολυμπιακού ή της ΑΕΚ προσβάλλεται, ας σκεφτεί το εξής: στον Ολυμπιακό έχουν τα χάλια τους και χαίρονται που παίζουν με την ΑΕΚ. Στην ΑΕΚ δεν βλέπονται και χαίρονται που παίζουν με τον Ολυμπιακό. Κι οι δύο έχουν δίκιο. Η ΑΕΚ μπορεί να βρει ελπίδα στο πρόσωπο του Νέμεθ. Ο Ολυμπιακός δεν έχει να κοιτάξει και σε πολλά πρόσωπα για να βρει κάτι. Αντιθέτως, προκαλεί δυσάρεστες σκέψεις. Γιατί μόνο άσχημα πράγματα μπορείς να σκεφτείς όταν διαβάζεις πως ο Τοροσίδης μπορεί να μπει στην αποστολή παρότι ανέτοιμος. Το μυαλό πάει σε ψύχωση, σε “φέρτε μας το έβδομο και φύγετε απο’δω”, σε Χρήστο Πατσατζόγλου. Γιατί το έβδομο ήρθε, το έφεραν οι επιστήμονες της Ριζούπολης, αλλά ο Πατσατζόγλου ήταν ο μόνος που “έφυγε από εκεί”, που δεν ξαναγύρισε εκεί, στο επίπεδο που τότε ήταν. Δεν είναι θέμα γρουσουζιάς, αλλά σε μια σεζόν που δεν έχει λειτουργήσει επαγγελματικά ο σύλλογος, που όλοι οι παίκτες έχουν διαλυθεί από μαθητευόμενους μάγους, αν διαβάζεις πως παίκτης μπαίνει σε αποστολή, παρότι ανέτοιμος, ένα μήνα πριν το Μουντιάλ, ε, το μυαλό σου μόνο στο κακό μπορεί να πάει.
Τέλος, πολύ ενδιαφέρουσα η συνέντευξη του Νίνη στην “Εξέδρα”. Είναι κρίμα που έδωσε μόνο απαντήσεις, που δεν έκανε κι αυτός μια ερώτηση. Όταν η κουβέντα πήγε στην εποχή Πεσέιρο, θα μπορούσε κι αυτός να ρωτήσει κάτι αυτούς που του έπαιρναν τη συνέντευξη. Γιατί εκείνην την εποχή γράφατε πως ο Πεσέιρο έχει δίκιο, πως δεν μαρκάρω, δεν πειθαρχώ τακτικά και πως οι ομάδες μου χάνουν στα διπλά της Παιανίας κι άρα καλώς δεν παίζω;
Αλλά, όλα αυτά, είναι θέμα μνήμης και καλώς ή κακώς, λίγοι θυμούνται. Αυτός που δεν ξέχασε τίποτα και ποτέ είναι ο Αντώνης Αντωνιάδης. Μιλάμε πως ο άνθρωπος έδωσε ρεσιτάλ στο περιοδικό του GoalNews για τον Παναθηναϊκό. Τον ρωτάνε, όπως όλους τους παλαίμαχους, αν θυμάται το πρώτο του γκολ με το τριφύλλι. Με πόσες λέξεις μπορείς να απαντήσεις σε μια τέτοια ερώτηση; Εκατό; Διακόσιες; Πολύ λίγες για τον Αντωνιάδη. Απολαύστε:
«Πώς είναι δυνατόν να μην το θυμάμαι; Ηταν τον Οκτώβριο του ’68 με τον Απόλλωνα. Είχα βάλει και το γκολ και είχαμε νικήσει με 1-0. Την πρώτη χρονιά μου στον Παναθηναϊκό είχα ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ διότι με το που ήρθα στην ομάδα, έπαθα οξεία σκωληκοειδίτιδα και δεν μπορούσα να συνέλθω. Και αντί να κάνω προετοιμασία με την ομάδα ήμουν στο απέναντι νοσοκομείο, το στρατιωτικό. Οι εφημερίδες τότε έγραφαν πολλά πράγματα για μένα διότι, επειδή είχα χάσει την προετοιμασία, δεν μπορούσα να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις της ομάδας κι όταν άρχισα σιγά σιγά να μπαίνω στο πρόγραμμα, δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στο βαθμό που θα ήθελα. Αν χάνεις την προετοιμασία, χάνεις τη μισή σεζόν. Ειδικά για ποδοσφαιριστές που είχαν “ακατέργαστο” σώμα όπως ήμουν εγώ. Στην Ξάνθη κάναμε δύο προπονήσεις την εβδομάδα κι εδώ κάναμε δύο την ημέρα! Εκανα λίγες συμμετοχές με μόλις 3 γκολ. Τον επόμενο χρόνο, όμως, πείσμωσα. Και ενώ οι υπόλοιποι πήγαν για διακοπές, εγώ έκανα ατομικές προπονήσεις, έκανα στίβο κι ένα σωρό ακόμη πράγματα για να μπορέσω να φτάσω και πάλι σε καλό επίπεδο. Είχαν σκοπό να πετύχω. Κι δεν τα κατάφερνα, την επόμενη κιόλας μέρα να υπέβαλα την παραίτησή μου από την ομάδα. Τελικά παρέμεινα γιατί έκανα ένα πολύ καλό ξεκίνημα την επόμενη σεζόν με τον Αρη, εδώ στη Λεωφόρο. Σ’ αυτό το γήπεδο που αν είχε στόμα να… μιλήσει δεν θα τελείωνε ποτέ. Αυτό το παιχνίδι λοιπόν ήταν κομβικό για μένα. Ή θα πήγαινα καλά και θα έμενα ή δεν θα πήγαινα καλά και την άλλη μέρα θα υπέβαλα παραίτηση και θα γυρνούσα στην Ξάνθη. Στην αρχή ο κόσμος δεν είχε ιδιαίτερα καλή διάθεση απέναντί μου. Στο τέρμα, λοιπόν, που βρίσκεται μπροστά από τη θύρα 13 στο 35ο λεπτό κάνει ένα σουτ ο Ελευθεράκης -ο Δομάζος έλειπε τότε διότι ήταν τιμωρημένος από την προηγούμενη χρονιά- και έτρεξα εγώ για να προλάβω κάποια πιθανή απόκρουση του Χρηστίδη. Χτύπησε στο δοκάρι, γυρίζω πίσω και όπως κάνω εγώ την κίνηση, βρίσκει το πόδι μου σε μια μεγάλη λακκούβα και το σουτ μου φεύγει στα… πουλιά. Και είναι 26.000 θεατές να με μουντζώνουν, 6.000 στα κάγκελα γύρω γύρω και 5.000 απ’ έξω. Τα έχασα για λίγο. Και σκέφτομαι πως 35’ με 45’ έχει ακόμη 10 λεπτά. Αν σ’ αυτά τα 10 λεπτά δεν τα πήγαινα καλά, η καριέρα μου θα “έσβηνε” οριστικά και αμετάκλητα. Στο 37’ κάνω μία ατομική ενέργεια, με τράβηξαν ο Σεμερτζής με τον Σπυρίδωνα και τελικά κέρδισα φάουλ έξω από την περιοχή. Παίρνω λοιπόν την μπάλα για να σουτάρω και ακούω από δίπλα από την εξέδρα μία φωνή να λέει, “Ασ’ την μπάλα κάτω ρε, που θες να κάνεις και το φάουλ”. Την άφησα διότι ήμουν στα όρια της απογοήτευσης. Χτυπάει λοιπόν ο Ροκίδης το φάουλ, γυρίζει την πλάτη ο Σεμερτζής, χτυπάει πάνω του και όπως έρχεται η μπάλα πιάνω ένα σουτ και τη στέλνω στο “γάμα”. Μόλις λοιπόν βάζω το γκολ, κατεβαίνουν τα χέρια. Ακρα του τάφου σιωπή. Δεν μιλάει κανένας… Εκτός από καμιά 20αριά άτομα στη θύρα 9 που ήταν και ο αδερφός μου. Στο 42’ κάνει ο Αθανασόπουλος μία σέντρα από τα αριστερά και βγαίνει με άνεση ο Χρηστίδης για να την μπλοκάρει. Εγώ, ωστόσο, έχω… διαβάσει τη φάση από πίσω, τρέχω πιο μπροστά απ’ αυτόν, παίρνω την μπάλα και μπαίνω μαζί της στα δίχτυα. Πάλι το ίδιο σκηνικό. Παγωμάρα. Απλά οι 20 που φώναξαν “γκολ” έγιναν 200. Ξέρεις τι είναι να βάζεις γκολ και να μην το πανηγυρίζει το γήπεδό σου; Επειδή ήταν “μουδιασμένοι” μαζί μου από την προηγούμενη χρονιά. Στο δεύτερο ημίχρονο είχα και δύο δοκάρια και γενικά έκανα ένα πολύ καλό ματς. Κι έτσι καθιερώθηκα στον Παναθηναϊκό… Η 21η Σεπτεμβρίου 1969 ήταν μία μέρα-σταθμός για μένα…».
Στην Παιανία, όταν οι μικροί στα τσικό δεν κοιμούνται, τους λένε, κοιμήσου γιατί αλλιώς θα φωνάξω τον Αντωνιάδη να σου πει τι θυμάται. Σας το ’χω και σε Αρκά, για να γουστάρετε.