Σωσίβια και πατητές
Ο Θέμης Καίσαρης γράφει για τον Αρη και τις... αντιπάθειες, το περίφημο δεύτερο γκολ του Πλατανιά, αλλά και τη διαφορά δυναμικότητας που αποτυπώνεται στη διαφορά στη βαθμολογία της Super League.
Το Σάββατο ξεκινήσαμε την κουβέντα εστιάζοντας στη Γιουνάιτεντ της Πρέμιερ Λιγκ και το μεσημέρι της Τρίτης θα τη συνεχίσουμε με το preview της μεγάλης μάχης του Ολυμπιακού με τους πρωταθλητές Αγγλίας. Ενδιάμεσα, όμως, μια στάση εδώ.
Το μόνο που κερδίζεις βλέποντας τα ριπλέι της απόκρουσης του Διούδη είναι την πεποίθηση πως μάλλον η μπάλα δεν πέρασε τη γραμμή, αλλά και τη σιγουριά πως πρόκειται για μια πολύ δύσκολη φάση, που έγινε σχεδόν αστραπιαία. Ως εκ τούτου, είναι σχεδόν ασφαλές το συμπέρασμα πως ο βοηθός δεν μπορεί να είναι 100% σίγουρος για το τι έγινε.
Κι όταν αμφιβάλλεις για κάτι τόσο σημαντικό, τότε πας πάσο. Νίπτεις τας χείρας σου, δεν δείχνεις τίποτα. Κανείς δεν θα σε κατηγορήσει που δεν πήρες θέση σε μια πάρα πολύ δύσκολη φάση, όλοι θα σκεφτούν πως δεν ήσουν 100% σίγουρος. Θα σε κατηγορήσουν, όμως, πολλοί αν αποφασίσεις με σιγουριά που δεν είχες. Γιατί τότε είναι που διαφαίνεται μια προδιάθεση.
Δεν την ονομάζω πρόθεση, ούτε μιλάω για ύπαρξη κινήτρου ή δόλου. Συζητάμε για προδιάθεση. “Αν συμβεί κάτι εναντίον υπέρ του Πλατανιά και το αφήσουμε, δεν θα είναι και το τέλος του κόσμου”. Δεν είναι ανάγκη να είσαι στημένος για να έχεις προδιάθεση. Το περιβάλλον διαμορφώνει τα πάντα. Το πιο διάσημο γκολ-φάντασμα είναι αυτό του Χερστ στην παράταση του τελικού του Μουντιάλ του 1966. Ο επόπτης έδειξε σέντρα, η Αγγλία προηγήθηκε με 3-2 και τελικά πήρε το ματς με άλλο ένα γκολ, στο 120’. Σίγουρα, θα του ήταν πολύ πιο δύσκολο να πάει στη σέντρα αν το γκολ ήταν της Δυτικής Γερμανίας και απ’αυτόν θα εξαρτιόταν το 2-3.
Δεν τα είχε πάρει, αλλά ήξερε ποια είναι η γηπεδούχος ομάδα που δεν έχει κερδίσει ποτέ το Παγκόσμιο Κύπελλο και παίζει μπροστά στη βασίλισσα. Ο επόπτης απ’το Αζερμπαϊτζάν θυμόταν επίσης πως οι Δυτικογερμανοί είχαν αποκλείσει τη Σοβιετική Ένωση στα ημιτελικά. Για όλα τα παραπάνω, του ήταν πιο εύκολο να φύγει προς τη σέντρα για ένα γκολ των Άγγλων.
Ο επόπτης στο Πλατανιάς-Άρης δεν είχε ανάγκη να βλέπει κάποιον σαν βασίλισσα. Αρκούσε που γνώριζε ποια ομάδα εκ των δύο δεν έχει συμπάθειες. Ή ποια απ’τις δύο έχει συμπάθειες, το ίδιο είναι. Στο φινάλε, απ’την Παρασκευή έχει γραφτεί σε εφημερίδα πως “χτύπησαν χαρμόσυνα οι καμπάνες στην Κρήτη με τον ορισμό του Μάνταλου, αφού μ’αυτόν η ομάδα έχει κάνει τις μεγαλύτερες νίκες της ιστορίας της.” Δεν πέσαμε δα κι απ’τα σύννεφα.
Εμφανές είναι απ’την αρχή πως φέτος ο Άρης δεν είχε και δεν έχει συμπάθειες. Και μη νομίζετε πως είναι ανάγκη να σε παίζουν κόντρα συνέχεια: κόντρα είναι και το να μην σου δίνουν τίποτα εξτρά, να μην παίρνεις σπόρια ποτέ . Στο πρωτάθλημά μας όλοι ψάχνουν το “να μην μας αδικούν, να είμαστε καλά” και στην πραγματικότητα θέλουν το “να παίρνουμε τα σπόρια, να είμαστε καλύτερα”. Σ’αυτές τις συνθήκες, το να μην έχεις συμπάθειες αρκεί για να έχεις χάντικαπ σε σχέση με όσους θα έχουν. Και όταν κάτσει, θα φας και καμιά γερή μπιστολιά.
Η μπιστολιά βέβαια δεν σε ρίχνει, απλώς πιστοποιεί την προδιαγεγραμμένη πτώση. Σε ρίχνουν τα αγωνιστικά σου χάλια και η διοικητική ανυπαρξία, οι αμαρτίες χρόνων. Αυτά σ’έφεραν να παλεύεις για τη σωτηρία, και πέρσι και φέτος. Πέρσι βρέθηκαν αποκούμπια, φέτος η αναζήτηση ήταν μάταιη: τα σωσίβια ήταν out of sale. Πως να μην πέσεις, πως να μην πνιγείς;
Δεν γίνεται να σωθείς, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ο Άρης έχει δίκιο να λέει πως τον ρίχνει η διαιτησία. Όταν πνίγεσαι σαν τον Άρη τότε πρώτα φταις εσύ που κουβαλάς βαρίδια που φορτώθηκες με δική ευθύνη και μετά το γεγονός πως δεν βρέθηκε κάποιος να σου πετάξει ένα σωσίβιο και σ’άφησαν να παλεύεις αβοήθητος.
Απόδειξη ο Πανιώνιος. Μπήκε στη μάχη σε πολύ χειρότερη μοίρα απ’τον Άρη. Με μοναδικούς ξένους τον Λάζνικ, που άρχισε να παίζει πριν μερικούς μήνες, και τον Κούρντι, την ώρα που ο Άρης ξεκίνησε με Έλσνερ, Ίμπε, Πουλίδο και Ουντότζι, ενώ κράτησε και τον Αγάνθο. Mε τα κενά που άφησαν ο ηγέτης Γουνδουλάκης και ο καλύτερος περσινός παίκτης, ο Σάμαρης. Χωρίς την έδρα και τον κόσμο του Άρη.
Επιπλέον, τον Ιανουάριο ο Άρης πήρε Γουναρίδη, Βλάχο, Μπουγαϊδη, Κουσίδη, Καμινιώτη, Μπακασέτα, Βανγκελί και Τσιάρα. Ο Πανιώνιος ήταν η μοναδική ομάδα του πρωταθλήματος που δεν πήρε ούτε έναν ποδοσφαιριστή και επιπλέον έφυγαν οι βασικοί Μενδρινός και Καλτσάς, αλλά και οι Ριβέρο, Μαρουκάκης.
Η βαθμολογία λέει πως ο Πανιώνιος έχει 30 βαθμούς και ο Άρης 18. Ο Άρης μάλιστα έχει πάρει έξι απ’τους τους βαθμούς στα δύο ματς με τον Πανιώνιο. Στη Νέα Σμύρνη έκανε την πρώτη νίκη της χρονιάς, με όργια του Ουντότζι και τον Άρη να μένει με δέκα, και ένα γύρο μετά έκανε κόντρα στον Πανιώνιο και την πρώτη εντός έδρας νίκη με 1-0, σε ματς που άφησε με πολλά παράπονα τους Νεοσμυρνιώτες.
Εκτός λοιπόν των δύο αγώνων μεταξύ τους, στα υπόλοιπα 24 παιχνίδια ο Πανιώνιος έχει μαζέψει 30 βαθμούς και ο Άρης 12. Συγγνώμη, αλλά δεν νομίζω πως οι 18 βαθμοί της διαφοράς στη συγκομιδή οφείλονται στη διαιτησία. Ο Πανιώνιος δεν έχει μαζέψει 18 βαθμούς περισσότερους απ’τον Άρη επειδή του χαρίστηκαν από συμπάθειες και ο Άρης δεν έχει κερδίσει 18 βαθμούς λιγότερους επειδή έχει αντιπάθειες.
Τη διαφορά την έκανε πρώτα απ’όλα το γεγονός πως ο Πανιώνιος κολύμπησε καλύτερα απ’τον Άρη. Παρότι ήταν σε σαφώς χειρότερη μοίρα απ’τους κίτρινους, βρήκε τον τρόπο να κάνει μεγάλες υπερβάσεις, συσπειρώθηκε και πέτυχε τεράστιες νίκες. Δεν τον έσπρωξε κανείς όταν νίκησε με 3-0 τον Παναθηναϊκό και με 2-0 τον ΠΑΟΚ, ούτε τον βοήθησε κανείς όταν είχε μία νίκη σε οκτώ ματς. Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει διαλυθεί και όχι μόνο δεν διαλύθηκε, αλλά έμεινε ζωντανός.
Στην Ελλάδα δεν έχω δει ομάδα να παίρνει το πρωτάθλημα παρότι είχε κόντρα διαιτησία και με τον ίδιο τρόπο δεν έχω δει ομάδα που είχε αβάντες να χάνει την κατηγορία. Για να το παίρνεις τότε μάλλον δεν σε εμπόδισε κανείς και για να πέφτεις τότε μάλλον δεν βρέθηκε κανείς να σε βοηθήσει.
Ο Αρης δεν βρήκε σωσίβιο πουθενά κι αυτό τον θυμώνει, όπως συμβαίνει πάντα με τις ομάδες που βρίσκονται σ’αυτή τη θέση. Όμως, τα βάρη παλαιότερων χρόνων είναι αυτά που έχει δεμένα στα πόδια του και τον τραβάνε στο βυθό, από πέρσι κιόλας. Αυτά φταίνε για το μπλουμ. Ούτε τα σωσίβια, ούτε οι πατητές.