Θα σε κάνω ντα-ντα...

Θα σε κάνω ντα-ντα...

"Τι θα γίνει; Θα πάμε στο δείπνο;"

"Δείπνο και βλακείες... Ωραία αράζαμε εκεί..."

"Κοιτάξτε αναίδεια!! Βλέπετε πως έρχονται;;; Θα τους στείλω στον Λούβαρη!!"

"Ελα βρε Ρίμπο. Μην κλαίς..."

"Δεν κλαίω. Απλώς ξύσε με λίγο παρακάτω..."



Δύο κεκέδες έβαλαν στοίχημα ποιος θα πάει μέχρι το περίπτερο να πάρει τσιγάρακαι θα γυρίσει πιο γρήγορα πίσω.
Πάει ο πρώτος:
- Γει-γειά σας, θα ήθ-θ-θελα ε-ένα π-π-πα-κ-κ-κ-πακέτο K-κ-κάμελ.
Tου τα δίνει ο περιπτεράς και γυρίζει σπίτι, έχοντας κάνει - όχι και πολλή ώρα.
- Eγώ θα πάω και θα έρθω πολύ πιο γρήγορα, του λέει ο άλλος.
Tρέχει λοιπόν, πάει στο περίπτερο:
- Γει-γειά σας θα ήθ-θ-θελα ε-ένα π-π-πα-κ-κ-κ-πακέτο M-μ-μάρλμπορο!
- Mαλακό ή σκληρό; ρωτάει ο περιπτεράς.
- M-μ-μ-μας γ-γ-γαμησες!








Το δωμάτιο σκοτεινό... Οι σκιές τρεμοπαίζουν καθώς το λιγοστό φως που μπαίνειαπο το παράθυρο προσπαθεί να διαπεράσει τις κουρτίνες... Ο παππούς περιμένεικαρτερικά το αναπόφευκτο...Δεν φοβάται...Θα πάρει μαζί του τις καλύτερές του αναμνήσεις: τοπρώτο του xαρτζιλίκι, το πρώτο του φιλί, τους φίλους του, τη θύμηση της νέας γυναίκας του, τα δίδυμα... Και τηγεύση απο τα κουλουράκια κανέλας. Ω, πόσο του άρεσαν τα κουλουράκια κανέλας. Ταλάτρευε. Ό,τι και αν του στερούσαν απο τη ζωή, δεν θα άντεχε δίχως αυτά. Μέσααπο τις κακουχίες της μέχρι τώρα διαδρομής, είχε φροντίσει πάντα να έχειδιαθέσιμα κάποια απο αυτά.

Τα τελευταία 8 χρόνια, όμως, με την αρρώστια, ήταν δύσκολα. Και ο γιατρός του τα είχεαπαγορέψει και αυτά...

Νιώθοντας την ώρα να πλησιάζει, τα βλέφαρά του να βαραίνουν και την ανάσα του νακαθυστερεί, πάνω που το φως στην άκρη του τούνελ έχει αρχίσει να διαφαίνεται, τα ρουθούνια του χαϊδέυει μια μοναδική μυρωδιά. Αναμνήσεις απο λουλούδια καιλειβάδια ξυπνούν στο μυαλό του, και η μυρωδιά απο τα κουλουράκια κανέλας είναιπια ολοφάνερη. Ω, μα πως μπορεί! Πως γίνεται κάτι τέτοιο!

Με πολύ προσπάθεια καταφέρνει να τραβήξει τα σκεπάσματα και να κατεβάσει tο ένατου πόδι στο πάτωμα. Αρχίζει αργά, αργά, καρτερικά να στρέφει το σώμα του καιτελικά πέφτει στο έδαφος. Με πόνο αρχίζει να μπουσουλά, να σέρνεται προς την πόρτα.Φτάνοντας εκεί, πιέζει τον εαυτό του να αντισταθεί στην αδυναμία και τραβάει μεόση δύναμη μπορεί το χέρι της σκάλας. Βήμα - βήμα, σκαλί - σκαλί, κατεβαίνειπρος την κουζίνα του σπιτιού του. Η μυρωδιά γίνεται ολοένα και εντονότερη! Ω, μα πως! Πως είναι δυνατόν! Μήπως τον γελάνε οιαισθήσεις του; Μήπως έχει πεθάνει και βρίσκεται στον παράδεισο; Ή μήπως, η υπέροχη γυναίκατου, αυτή που τόσο αγαπά, του ετοίμασε όντως μια δόση κουλουράκια κανέλας σαν τούστατο χαίρε πριν φύγει απο το μάταιο τούτο κόσμο;

Μετά απο αρκετή ώρα έχει καταφέρει να φτάσει στην πόρτα της κουζίνας. Επάνω στοτραπέζι βρίσκεται μια λαμαρίνα με φρεσκοψηνένα κουλουράκια κανέλας. Δάκρυααναβλύζουν στα μάτια του, το στομάχι του δένεται κόμπος και λυγμοί αρχίζουν ναταρακουνούν το kουρασμένο του κουφάρι. Χρησιμοποιόντας το τελευταίο του απόθεμα ζωής, πέφτει προς τα κουλουράκια σεστάση προσευχής.

Σηκώνει με εμφανή ταλαιπωρία το χέρι του προς το ταψί, ενώ τα νιώθει ήδη ναλυώνουν στο στόμα του... Πρέπει να τα γευτεί... Έστω μια δαγκωνιά... Το χέρι τουπλησιάζει, αγγίζει την άκρη του ταψιού, φτάνει σε ένα κουλουράκι... Το δάχτυλό του χαϊδεύειτην πορώδη επιφάνεια του κουλουριού όταν η σπάτουλα του κοπανά το χέρι.

"Αστα κάτω βρε αθεόφοβε, είναι για την κηδεία!!!"



Με την υπογραφή...

24MEDIA NETWORK