Το εγχειρίδιο του καλού φιναλίστ
Εκανε κακό σε μας, έκανε κακό και σ’ αυτούς. Τα επόμενα έντεκα χρόνια, και εμείς και αυτοί το πιο πολύ που καταφέραμε σε τούτο τον θεσμό ήταν μία εμφάνιση σε προημιτελικό. Του Παναθηναϊκού το 2003, με την Πόρτο. Της Μπεσίκτας την ίδια σεζόν, με τη Λάτσιο. Αλλ’ ένα πέρασμα απ’ τους “8”, όλο αυτό το διάστημα, το ‘χουν κάνει και η Χάποελ Τελ-Αβίβ, και η Σλόβαν Λίμπερετς, και η Αούστρια Βιέννης, και η Βασιλεία, και η Λέφσκι Σόφιας, και η Σταντάρ Λιέγης.
Δεν είναι, λοιπόν, ευκολάκι. Το 2002, για να παίξουν στον τελικό, η Φέγενορντ και η Μπορούσια Ντόρτμουντ απέκλεισαν την Ιντερ και τη Μίλαν. Θέλει ομάδες, “με πολύ ποδόσφαιρο μέσα τους”. Δίχως φήμη, στο κύρος του κλαμπ ή στην αναγνωρισιμότητα των παικτών. Αλλά θέλει την ίδια δουλειά με τους φημισμένους, επάνω στις βασικές αξίες του Παιγνιδιού. Αν η Γαλατάσαραϊ λειτούργησε σαν κίνητρο, τότε το κίνητρο ώθησε άλλους. Οχι Ρώσους ολιγάρχες, μονάχα. Η ΑΖ το 2005 αποκλείστηκε στο 120′ του ημιτελικού. Το 2006 έγινε ο ρουμανικός προημιτελικός, Ράπιντ-Στεάουα. Το 2009, ο ουκρανικός ημιτελικός. Ντινάμο-Σαχτάρ.
Στις βασικές αξίες, είμαστε πίσω. Και εμείς, αλλά κι οι Τούρκοι που ξοδεύουν και πιο πολλά από μας. Δεν χρειάζονται πάντοτε, όμως, τα πολλά. Τον Αλβάρο Περέιρα, η Πόρτο τον βρήκε να παίζει στο Κλουζ. Τον Γκουαρίν, άγνωστο εν μέσω αγνώστων στο Σεντ-Ετιέν. Τον Χαλκ, στην Ιαπωνία. Τον δε Τζέιμς Ροδρίγες, τον 20χρόνο Κολομβιανό, στη Μπάνφιλντ ο μόνος Ελληνας που τον ήξερε ήταν ο Μπαρμπαλιάς. Μου τον έλεγε…Χαμές μάλιστα, όπως το είχε ακούσει επί τόπου, εκεί κάτω, ότι εκφέρουν το Τζέιμς οι Λατινοαμερικανοί. Και που τον ήξερε, και που το είπε εκεί που έπρεπε, χάμω έπεσε.
Σήμερα το Γιουρόπα Λιγκ είναι τέσσερις διαδοχικοί γύροι, δηλαδή οκτώ αγώνες, “μέσα” στις έντεκα εβδομάδες απ’ τα μέσα Φεβρουαρίου ως τις αρχές Μαίου. Δεν το αντέχει, ο καθένας. Φύσει το βάρος ευνοεί τα πιο λάιτ πρωταθλήματα, όσα δεν είναι για τις ομάδες τόσο εξουθενωτικά. ‘Η, απ’ τα εξουθενωτικά, τις ομάδες που πηγαινοέρχονται γύρω-γύρω απ’ τη μέση της βαθμολογίας, δεν έχουν άλλο στόχο και μπορούν Σαββατοκύριακα να κάνουν προπόνηση-συντήρηση για να παίζουν μεσοβδόμαδα. Η Φούλαμ, πέρυσι. Η Εσπανιόλ του Βαλβέρδε. Αλλά, πέρα απ’ τον φόρτο, κανείς δεν μπορεί να είναι υποψήφιος για τη διάκριση δίχως τις βασικές αξίες.
Ο,τι προέκυψε εφέτος, ένας πορτογαλικός τελικός, πολύ άνετα θα μπορούσε να έχει προκύψει από το 2003. Οχι μεταξύ γειτόνων, όπως τώρα. Μεταξύ συμπολιτών! Οι βασικές αξίες είναι “κτήμα” του πορτογαλικού ποδοσφαίρου. Ο τελικός του 2003 ήταν Πόρτο-Μποαβίστα, ως και δέκα λεπτά πριν τελειώσουν οι ρεβάνς στους ημιτελικούς. Τον απέτρεψε, προς όφελος της Σέλτικ και εις βάρος της Μποαβίστα, ένας σπουδαίος Σουηδός, ο Χένκε Λάρσον. Δεν έγινε εκεί και τότε, έγινε εδώ και τώρα. Και δεν έγινε, αν στεκόμαστε στη Μπράγκα, ακριβώς από το πουθενά. Εάν επιμένεις, κάποτε θα κάτσει. Η Μπράγκα ήταν στα νοκ-άουτ, Φεβρουάριο με Μάρτιο, και το ’07 και το ’08 και το ’09. Εκπαιδεύτηκε, απ’ τις πορείες της όσο κι απ’ τους αποκλεισμούς της. Τότεναμ, Βέρντερ, Παρί Σεν-Ζερμέν. Μόνον πέρυσι έμεινε έξω, από αρχές Αυγούστου. Και γι’ αυτό…βγήκε δεύτερη στο πρωτάθλημα!
Δεν βρίσκω καθόλου ενοχλητικό, ότι ο τελικός είναι πορτογαλικός. Οπου το ποδόσφαιρο είναι καλό, είναι καλό δεν πα’ να είναι τελικός Αζέρων. Οι τρεις ομάδες στις τέσσερις απ’ την ίδια χώρα, ήταν η ιστορία και το 2007. Με τις τρεις ισπανικές. Σεβίλλη, Εσπανιόλ, Οσασούνα. Ημουν στον ημιτελικό στην Παμπλόνα, Οσασούνα-Σεβίλλη, τον ευχαριστήθηκα. Λίγους τελικούς έχω απολαύσει δε, όσο εκείνον του Χάμπντεν. Σεβίλλη-Εσπανιόλ. Χορταστικός σε δράση, πλοκή, ένταση, ανατροπές, γκολ, αγωνία, έντεκα με δέκα, στο τέλος και πέναλτι. Κανένα, απ’ όσους ήταν στη Γλασκώβη εκείνη τη νύχτα, δεν πείραξε ότι και οι δύο φιναλίστ έρχονταν απ’ την ίδια χώρα.