ΣΤΗΛΕΣ

Το “φετίχ” του καλοκαιριού

default image

Η ρητορία για το ποδόσφαιρο χτυπάει κόκκινο κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Οι πολιτικές συζητήσεις (επίσης αγαπημένο σπορ των Ελλήνων) μπορεί να έχουν παραμείνει το κέντρο του κόσμου μόνο για τις τηλεοράσεις, αλλά στο ποδόσφαιρο τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Χρόνια τώρα, πάνω στο σχεδιασμό των ομάδων για τη νέα χρονιά έχουν στηθεί κουβέντες και κουβέντες, οι δε εφημερίδες τέτοια εποχή εκτινάσσουν τις πωλήσεις τους στα ύψη. Οι ασκήσεις επί χάρτου όλοι ξέρουν ότι τις περισσότερες φορές μένουν στο… χαρτί, αλλά παρ’ όλα αυτά τις σχεδιάζουν επί ώρες. Τις προηγούμενες δεκαετίες που δεν υπήρχε πολυφωνία των ΜΜΕ και οι ομάδες προπονούνταν στην φυσική τους έδρα γινόταν χαμός έξω από το γήπεδο προκειμένου οι φανατίλες να ακούσουν πρώτοι τη μεταγραφική είδηση.



Μάλιστα η αναμονή μπορεί να κρατούσε και ώρες, διάστημα αρκετό προκειμένου να κατασκευασθεί και ο μεταγραφικός μύθος για τον υποψήφιο μεταγραφικό στόχο που κλωτσάει με δύο πόδια, κολλάει την μπάλα στο… μυτάκι και έχει κεφαλιά δυναμίτη.

Στη συνέχεια ο κόσμος έγινε περισσότερο υποψιασμένος γιατί οι ρυθμοί της πληροφόρησης αυξήθηκαν θεαματικά και απομυθοποιήθηκε η μεταγραφική διαδικασία. Παρ’ όλα αυτά, ο οπαδός δεν έπαψε να φαντασιώνεται με την ομάδα που φτιάχνεται και να φουντώνουν οι συζητήσεις. Αυτή την εποχή ο οπαδός εξιτάρεται περισσότερο με τη μυθοπλασία της νέας ομάδας και λιγότερο με το πραγματικό αποτέλεσμα. Νιώθει περίπου την ίδια ένταση μέσα του που νιώθει όταν φλερτάρει μία ωραία γυναίκα. Απολαμβάνει το “παιχνίδι” και φαντασιώνεται. Για τα υπόλοιπα υπάρχει χρόνος.



Τώρα λοιπόν είναι η εποχή που ο οπαδός φτιάχνεται με δύο πράγματα: με τις μεταγραφικές προαναγγελίες των προέδρων και την προσμονή να πάρει η ομάδα του καλύτερο παίκτη από τον ορκισμένο εχθρό του. Το παιχνίδι της “επικοινωνίας” σε όλο το μεγαλείο του. Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, σου λέει ο άλλος μέχρι το χειμώνα που μπορεί το βαρύ όνομα να βγει παλτό. Αρκεί μέχρι την πρώτη σέντρα να μπορεί να περπατάει με ψηλά το κεφάλι στη δουλειά του, το καφενείο και την παραλία. Να αισθάνεται σημαντικότερος από τον διπλανό του.

Οι οπαδοί λοιπόν ζουν το δικό τους… παιχνίδι που έχει και δεύτερο ημίχρονο και μοιάζει με ένα άτυπο στοίχημα: Πόσο κόσμο θα έχει η “πρώτη” της ομάδας τους. Πάνω σ’ αυτό το στοίχημα, χρόνια τώρα σε πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσλαονίκη όπου υπάρχει έντονη αντιπαλότητα μεταξύ των μεγάλων ομάδων, έχουν στηθεί ολόκληρες στρατηγικές ώστε να κερδηθεί η μάχη των εντυπώσεων. Κυκλοφορεί ευρέως ότι μέχρι και η ημερομηνία της “πρώτης” μετατέθηκε στον ΠΑΟΚ και τον Αρη πριν από λίγα χρόνια ώστε να διαπιστωθούν τα “όπλα” του αντιπάλου και να υπάρχει συγκρίσιμο μέγεθος.

Μετά μπαίνουν στο παιχνίδι και οι ρεπόρτερ που ανεβάζουν τον αριθμό του κόσμου μέχρι εκεί που θα γίνει νέο ρεκόρ προσέλευσης και “δένει το γλυκό”. Για τον ΠΑΟΚ το απόγευμα της Τετάρτης (30/06) το στοίχημα δεν ήταν να συγκεντρώσει περισσότερο κόσμο από τον Αρη ή τον Ολυμπιακό, αλλά να μετρήσει την αντίδραση του κόσμου μετά τις κινήσεις της διοίκησης. Η φυγή Σάντος, η απόκτηση του Σαλπιγγίδη και η απουσία σημαντικών μεταγραφών στην “πρώτη” της ομάδας ήταν θέματα για τα οποία δεν μπορούσε κάποιος να μετρήσει τις αντιδράσεις σε θεωρητικό επίπεδο. Επρεπε να τις ζήσει σε real χρόνο προκειμένου να είναι σίγουρος ότι ο κόσμος εξακολουθεί να εμπιστεύεται τον Ζαγοράκη και τη διοίκηση του.

Και, όπως φάνηκε, με την παρουσία του κόσμου στην “πρώτη” και την εκτόξευση των διαρκείας, ο ΠΑΟΚ έχει πλέον “εκπαιδευμένους” φιλάθλους που ζουν πρώτα για το ποδοσφαιρικό ταξίδι και μετά νοιάζονται για τον προορισμό, δηλαδή το αποτέλεσμα.
Κόσμο που “μαγνητίστηκε” από την ομάδα μολονότι αυτή δεν είχε να επιδείξει ακόμη νέα μεταγραφικά αποκτήματα.

Αυτό, πιστεύω, είναι το μεγαλύτερο κέρδος του Ζαγοράκη στα τρία χρόνια που διοικεί την ομάδα της Θεσσαλονίκης. Κρατώ όμως και μία μικρή επιφύλαξη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK