Το πρώην αφεντικό του Facebook και νυν των Ουόριορς μοίρασε αφειδώς f*** you

O Τσαμάτ Παλιαπατίγια ήταν από τους πρώτους συνεργάτες του Μαρκ Ζούκερμπεργκ στη Facebook. Ανέλαβε τα μηνύματα που στέλνεις ανηλεώς και τη μελέτη των αντιδράσεων σου. Το 2011 έβαλε το μεγαλύτερο στοίχημα της ζωής του, κάνοντας all-in στον εαυτό του και έγινε ο πιο περιζήτητος επενδυτής της Silicon Valley. Την ίδια χρονιά πήρε και μετοχές των Ουόριορς. Ποτέ δεν έμαθε να ελέγχει τις αντιδράσεις του, όταν του ανεβάσουν την πίεση.

O (με το σφυρί στο χέρι) Τσαμάτ Παλιαπατίγια 'αξίζει' τη σήμερον ημέρα 1.000.000.000 δολάρια. Δεν έχει αλλάξει όμως, ως άνθρωπος. Όπως ξεσπούσε όταν τον 'έπνιγε' το δίκιο, όταν δεν είχε δωμάτιο να μείνει (ή κρεβάτι να κοιμηθεί), ξεσπάει και τώρα.
O (με το σφυρί στο χέρι) Τσαμάτ Παλιαπατίγια 'αξίζει' τη σήμερον ημέρα 1.000.000.000 δολάρια. Δεν έχει αλλάξει όμως, ως άνθρωπος. Όπως ξεσπούσε όταν τον 'έπνιγε' το δίκιο, όταν δεν είχε δωμάτιο να μείνει (ή κρεβάτι να κοιμηθεί), ξεσπάει και τώρα. AP PHOTO/RICHARD DREW

Όταν δεν είχε καν κρεβάτι, ονειρευόταν να δει μια μέρα το όνομα του σε λίστα του Forbes. Τα τελευταία χρόνια 'υπάρχει' σταθερά στο 'μετρητή πλούτου' του πλανήτη. Η αξία του εκτιμάται πως έχει φτάσει το 1.000.000.000 δολάρια. O εκ των ιδιοκτητών των Golden State Warriors, Τσαμάτ Παλιαπατίγια είναι η επιτομή του αυτοδημιούργητου. Είναι και από αυτούς που λένε ό,τι σκέφτονται. Όπως το σκέφτονται. Και λίγο ενδιαφέρονται για τις αντιδράσεις. Όχι τώρα που είναι ζάμπλουτος. Από τότε που δεν είχε να φάει.

Οι τελευταίοι που γνώρισαν την οργή του ήταν τα μέλη ταμείου καταπιστεύματος για παιδιά που διατείνονταν πως 'χτυπούν' τον καπιταλισμό. Ξεκίνησε μοιράζοντας από ένα f*** you στο καθένα και μετά τους εξήγησε πως είναι σοσιαλιστές. Ομολόγησε ότι η πίεση του ανέβηκε από το άρθρο των New York Times με τίτλο “τα πλούσια παιδιά που θέλουν να κατεδαφίσουν τον καπιταλισμό”.

Ποιος έχει το δικαίωμα να πει πως ο καπιταλισμός ήταν λάθος και όσοι εργοδοτήθηκαν από αυτόν ζουν μέσα στο 'μηχανισμό' του; Ξαφνικά 50.000 άνθρωποι δίνουν σήμα αρετής από τα ζεστά τους σπίτια στην Αμερική και λένε σε όλους να πάνε να γ.... Συγγνώμη, αλλά δεν το βρίσκω αστείο”. Εξήγησε και το γιατί.

“Θα ήθελα να πάνε να ζήσουν εκεί όπου θα ζούσα εγώ, αν δεν είχαμε γίνει πρόσφυγες. Ελάτε στη Σρι Λάνκα, να ζήσετε σε μια καλύβα, να κάνετε σκουότ για να πάτε τουαλέτα και να χρησιμοποιείται φύλλα μπαμπού για χαρτί τουαλέτας. Να καθαρίζεστε με τα χέρια σας, να βουρτσίζετε τα δόντια σας με κάρβουνο και να παίρνετε νερό από πηγάδι. Τόσοι άνθρωποι ζουν σε αυτές τις συνθήκες και αυτοί που γεννήθηκαν με χρυσά κουτάλια στο στόμα αντί να κάνουν κάτι για να αλλάξουν ζωές, κρίνουν όσους κάνουμε κάτι. Ειλικρινά λοιπόν, άντε γ...”.

Πριν αποχωρήσει από το podcast που τον είχε καλέσει, πρόσθεσε και ότι 'πριν τον καπιταλισμό, ο τρόπος που οι άνθρωποι γίνονταν πλούσιοι αφορούσε τις λεηλασίες, τις κλοπές και τη σκλαβιά των συνανθρώπων τους. Ο καπιταλισμός μας επέτρεψε να γίνουμε πλούσιοι, εξυπηρετώντας το συνάνθρωπο'. Και κάπου εκεί 'έκλεισε' τη σύνδεση.

Πες μου. Δεν αξίζει να τον γνωρίσουμε;

Ο Chamath Palihapitiya ανήκει σήμερα, στους πιο περιζήτητους επενδυτές της Silicon Valley. To 1982 ήταν το 6χρονο παιδί προσφύγων που άφησαν τη Σρι Λάνκα για την Οτάβα του Καναδά, αφότου τέθηκε σε κίνδυνο η ζωή του πατέρα του που μιλούσε για το αχρείαστο της βίας σε εποχή εμφυλίου πολέμου. Οι πρώτες του αναμνήσεις αφορούν τον μπαμπά του να είναι σε διαρκή αναζήτηση εργασίας (αφότου απολύθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία της Σρι Λάνκα) και να μεθάει κάθε βράδυ. Η μητέρα του καθάριζε σπίτια -πριν γίνει νοσοκόμα. Και οι δύο αδημονούσαν, κάθε μήνα για να λάβουν το επίδομα από την πρόνοια.

Από τις διαφωνίες που είχα με τον πατέρα μου έμαθα πως πολλές πραγματικά σημαντικές, αποφάσεις στις δουλειές λαμβάνονται σε λάθος βάσεις. Για αυτό και τώρα μου αρέσει να προκαλώ τους ανθρώπους να γυρίσουν στις βασικές αρχές των υποθέσεων τους. Και η μητέρα μου, αλλά και ο πατέρας μου με έμαθαν να είμαι αρκετά ταπεινός, ώστε να μπορώ να αλλάζω απόψεις”. Του έμαθαν να είναι και εσωστρεφής, μαζί με το να έχει μια διαρκή περιέργεια για το πώς λειτουργούν οι άνθρωποι. “Όλα αυτά μπορούσαν να αποδειχθούν καταστροφικά, αντί για παραγωγικά. Ήταν απαραίτητη η ισορροπία. Για αυτό και η διαρκής πρόκληση που έχω είναι να 'χω γύρω μου ανθρώπους που να μου εναντιώνονται και να διαφωνούν μαζί μου. Από εκεί που δεν είχα πολλούς φίλους ως παιδί, βρέθηκα σε μια κατάσταση να συναντώ συνέχεια ενδιαφέροντες τύπους και να τους ρωτώ για την ιστορία τους. Το 'μίλησε μου για εμένα' είναι ικανό να αφοπλίσει όποιον έχεις απέναντι σου”.

Θυμάται τους συμμαθητές του, στο δημοτικό να περιμένουν πώς και πώς το διάλειμμα για να παίξουν χαρτιά. Με λεφτά (25 σεντ). Και να ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον, για το ποιος θα κερδίσει τα περισσότερα. Επειδή δεν είχε περιθώρια για απώλειες, άρχισε να σκέφτεται πώς δεν θα έχανε ποτέ. Κατέληξε στο να προσφέρει στους φίλους του το δικό τους καζίνο. Εκείνος τελούσε χρέη κρουπιέρη. “Σε κάθε διάλειμμα για γεύμα, έπαιρνα 40 με 50 δολάρια”.

“Από τα χρήματα που 'έβγαζα' μέσα στην εβδομάδα και πήγαινα στα καζίνο που στήνονταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς, με ψεύτικη ταυτότητα και έπαιζα blackjack. Είχα ήδη ανακαλύψει πως μπορώ να μετρώ τα χαρτιά, οπότε είχα κέρδη. Δεν είχα υπνοδωμάτιο. Ή κρεβάτι. Το σπίτι που μέναμε είχε δυο δωμάτια. Κοιμόμουν σε ένα στρώμα που βάζαμε στο σαλόνι -και όταν δεν το χρησιμοποιούσα το έβαζα σε μια ντουλάπα”.

"Όταν γεννιέσαι πλούσιος, λαχταράς το χρήμα"

Στα καζίνο αντιλήφθηκε πως του άρεσε να ρισκάρει. “Ανακάλυψα πως λατρεύω να αποφασίζω, υπό πίεση. Είμαι πεπεισμένος ότι οι φτωχοί άνθρωποι έχουν ανεκτικότητα στο ρίσκο που δεν έχουν οι πλούσιοι, γιατί δεν έχουν μάθει να εκτιμούν τα χρήματα τόσο πολύ. Έχουν συνηθίσει να τα έχουν. Aπολαμβάνουν και την αποθέωση της κοινωνίας που προσδιορίζει την επιτυχία από το πόσα λεφτά έχουμε. Αν έχεις γεννηθεί πλούσιος μαθαίνεις να λαχταράς το χρήμα. Εγώ δεν είχα τέτοιο θέμα”. Ακόμα παίζει χαρτιά. Δηλαδή πόκερ. Για πολλά λεφτά. Λέει πως το κάνει για να τσεκάρει σε τι φάση βρίσκεται, το μυαλό του -και προφανώς την έξαψη.

Όπως είχε εξηγήσει σε συνέντευξη του στους New York Times το 2017, έμαθε να βγάζει τα δικά του χρήματα από πολύ μικρός. “Η πρώτη μου δουλειά ήταν σε ένα Burger King. Μετά σε ένα κυβερνητικό πρόγραμμα για καταχώρηση δεδομένων. Όταν είχα πάει μου είπαν πως είχα τόσα να κάνω, που δεν θα μου 'έφτανε' το καλοκαίρι. Απέκτησα εμμονή να τους διαψεύσω. Το ίδιο μου συνέβη και με μια άλλη δουλειά που έκανα στο high school. Ο μάνατζερ μου είχε πει πως αν την τελείωνα, θα με πήγαινε στα McDonalds και θα είχα το ελεύθερο να αγοράσω ό,τι ήθελα. Έφαγα έξι Big Macs”.

Για να 'βγάλει' τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση εκεί όπου ήθελε, στο υψηλού κύρους Lisgar Collegiate Institute έπρεπε να δουλεύει. Για να γλιτώσει χρόνο και χρήμα, πήρε απολυτήριο στα 17. Μετά πήγε στο University of Waterloo, από όπου έφυγε το 1999 με πτυχίο ηλεκτρολόγου μηχανικού. Για ένα χρόνο εργάστηκε σε επενδυτική τράπεζα. Mετά μετακόμισε στην Καλιφόρνια, για να ζήσει με την τότε σύντροφο του -και μετέπειτα σύζυγο του, πριν πάρουν διαζύγιο το 2018. Για την ιστορία, ζει ακόμα στην Καλιφόρνια με την Ναταλί Ντοπέ, μοντέλο και κληρονόμο και αντιπρόεδρο της Dompé farmaceutici, φαρμακευτικού κολοσσού που υπάρχει από το 1940 στην Ιταλία.

“Τα περισσότερα πράγματα τα έμαθα από πράγματα που πήγαν πολύ λάθος. Όσο και αν διαβάσεις στη ζωή σου, αν δεν περάσεις από τη θεωρία στην πράξη, αν δεν αποκτήσεις εμπειρίες και αν δεν αποτύχεις, δεν θα μάθεις τίποτα”.

Η πρώτη του δουλειά στις ΗΠΑ ήταν στην America Online, πρωτοπόρα εταιρία στον τομέα του Internet και πιο αναγνωρισμένο brand στις ΗΠΑ. Έγινε ο πιο νέος σε ηλικία αντιπρόεδρος στην ιστορία της -στα 26. Το 2004 έγινε επικεφαλής του τμήματος του instant messaging (που τότε ήταν το 'δυνατό' χαρτί της AOL) και ένα χρόνο μετά έφυγε για την Mayfield Fund (εξειδικεύεται στις επενδύσεις στα πρώτα στάδια 'εγχειρημάτων' στην τεχνολογία καταναλωτών) που είχε έδρα στη Silicon Valley. Εκεί έμεινε λίγους μήνες.

Του είχαν ζητήσει να εγκαταστήσει το instant messenger σε ένα νέο προϊόν που λεγόταν 'Facebook' -μόλις είχε συμπληρώσει ένα χρόνο 'ζωής'. Προηγουμένως, είχε προσπαθήσει να πείσει την AOL να εξαγοράσει το Facebook, δίχως επιτυχία, αφού η εταιρία είχε πολλά δικαστήρια τότε. Ο τότε έφηβος ιδρυτής του Facebook, Μαρκ Ζούκερμπεργκ τον είχε ρωτήσει αν θα άφηνε τη δουλειά του για τη startup του. “Σκέφτηκα ποια μπορεί να είναι η εξέλιξη. Τα περισσότερα σενάρια κατέληγαν στο ότι θα έβγαζα λιγότερα χρήματα. Υπήρχαν και λίγα που έδειχναν ότι θα μπορούσα να κερδίσω πολλά περισσότερα, σε μια τετραετία. Κατέληξα στο ότι ακόμα και αν αποτύγχανα, θα είχα γνωρίσει κάποιους από τους πιο έξυπνους ανθρώπους του κόσμου, οπότε θα είχα μπει στο 'παιχνίδι'. Συν του ότι θα μάθαινα και πράγματα”. Σε δεύτερο χρόνο έγινε υπεύθυνος της μελέτης για τη συμπεριφορά του κοινού -δηλαδή αυτού που ζεις τώρα, που δεν προλαβαίνεις να αναζητήσεις κάτι στο Google και το βλέπεις μπροστά σου στο Facebook, το Instagram κλπ.

Το 2007 που πήγε στη Facebook, αυτό είχε 50 εκατομμύρια 'χρήστες'. Όταν έφυγε είχε 700.000.000.

Είχε αλλάξει άρδην και τον τρόπο που προσλάμβανε κόσμο ο Ζούκερμπεργκ, με τον οποίον συμφώνησαν στα εξής για must: 1) πολύ υψηλό IQ, 2) έντονη αίσθηση σκοπού, 3) αδιάκοπο focus στην επιτυχία, 4) επιθετικό και ανταγωνιστικό πνεύμα, 5) εμμονή με την τελειότητα, 6) ενδιαφέρον για την αλλαγή και για να ταράξει τα νερά, 7) νέες ιδέες για το πώς τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα, 8) υψηλή ακεραιότητα, 9) να περιβάλλεται από καλούς ανθρώπους και 10) να νοιάζεται για τη δημιουργία πραγματικής αξίας.

Μαζί με το έργο που κατέθετε στη Facebook άρχισε να επενδύσει σε διάφορες εταιρίες. Για παράδειγμα, στη Playdom που εξαγοράστηκε από τη Wall Disney Company και την Bumptop που εξαγοράστηκε από τη Google. Το 2011 πήρε την απόφαση να αφήσει πίσω του τα εκατομμύρια που του έδινε ο Ζούκερμπεργκ για να μη φύγει και να δημιουργήσει το δικό του fund (The Social+Capital Partnership) παρέα με την τότε σύζυγο του. “Είχα ως προτεραιότητα να γίνω ανεξάρτητος, να μπορώ να είμαι όσο δημιουργικός είχα ανάγκη να είμαι και να κερδίζω μακροπρόθεσμα. Έτσι αποφάσισα να βάλω το μεγαλύτερο στοίχημα που είχα βάλει έως τότε: να ποντάρω στον εαυτό μου”. Την ίδια χρονιά, πήρε ποσοστό μετοχών στους Ουόριορς.

Τα τρία πράγματα που τον πείθουν πως αξίζει να επενδύσει σε μια ιδέα

Εστίασε στην τεχνολογία της υγείας, των οικονομικών υπηρεσιών και της παιδείας. Ξέρεις το Slack; Επένδυσε σε αυτό. Το Box; Επένδυσε και σε αυτό, μεταξύ πάρα πολλών άλλων.

Πώς όμως, διαλέγει πού θα βάλει τα λεφτά του. “Εστιάζω σε συγκεκριμένα πράγματα. Το πρώτο είναι ο συνδυασμός του 'εγώ' με την ταπεινότητα. Οι CEO είναι εγωμανείς. Πρέπει όμως, να είναι και ταπεινοί, με πολύ συγκεκριμένους τρόπους όταν χειρίζονται ιδέες και παίρνουν αποφάσεις. Να μπορούν να αλλάξουν άποψη. Να έχουν αυτόν τον ξεχωριστό συνδυασμό”.

Τσεκάρει και την ευφυή περιέργεια. “Αυτήν τη διαθέτουν οι άνθρωποι που ρωτούν πολλά 'γιατί'. Σημαίνει πως είναι άνετοι με τη διφορούμενη φύση των πραγμάτων που είναι άγνωστα”.

Κάτι ακόμα που τον ενδιαφέρει είναι “να έχει μεγάλες αντοχές ο δυνητικός συνεργάτης. Για να 'χτίσεις' μια επιχείρηση περνάς τόσα που πρέπει να μπορείς να τα αντέξεις. Τη μια μέρα νιώθεις πως είσαι στην κορυφή του κόσμου και την άλλη βρίσκεσαι στο ναδίρ. Μπορείς να φτιάξεις κουτάκια και να το απολαύσεις;”.

Στην αρχή ανέφερα την τελευταία φορά που τα είπε και ξεθύμανε. Μια από τις προηγούμενες, που δεν έχει ξεχαστεί, είχε για τίτλο το 'το Facebook απειλεί τη δημοκρατία'.

Το Νοέμβριο του 2017 δήλωσε πως μετανιώνει που βοήθησε το Facebook να γίνει τόσο μεγάλο, για ηθικούς λόγους. “οι βραχυπρόθεσμοι 'μηχανισμοί' που φτιάξαμε και βασίσονται στην έκκριση ντοπαμίνης, καταστρέφουν τον τρόπο με τον οποίον λειτουργεί η κοινωνία. Οι αλγόριθμοι της Facebook αποτελούν απειλή για τη δημοκρατία. Διαβρώνουν τα βασικά θεμέλια του πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι μεταξύ τους”. Μετά τα εξ αμάξης που άκουσε από τη Facebook, είπε πως "ειλικρινά πιστεύω πως η εταιρία είναι δύναμη καλού για τον κόσμο. Τα σχόλια που έκανα είχαν ως στόχο να αρχίσει μια σημαντική συζήτηση. Όχι να ασκήσω δριμεία κριτική σε μια επιχείρηση, πολύ περισσότερο σε αυτήν που αγαπώ. Οι κοινωνικές πλατφόρμες έχουν κακοποιηθεί με τρόπους που εμείς, οι αρχιτέκτονες τους, δεν είχαμε φανταστεί. Ως βιομηχανία οφείλουμε να διασφαλίσουμε πως η επιρροή μας στην κοινωνία θα συνεχίσει να είναι θετική”.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK