Το ξέσπασμα ενός περήφανου λαού
Ο λαός που έχει μάθει να πονάει και να συμβιώνει καθημερινά με το αίμα πετάχθηκε από τις καρέκλες του σε ένα ξέσπασμα ευφορίας. Ο ήχος που ακούστηκε είναι ο πλέον γνώριμος στην άλλοτε Μεσοποταμία. Το κροτάλισμα των αυτόματων όπλων που εκπυρσοκροτούσαν κατά βούληση στον ουρανό του Περσικού Κόλπου. Ο λαός που πονάει ζούσε κάτι το εντελώς παράταιρο πλάι στα συντρίμμια. Το αίσθημα της χαράς από ένα εθνικό επίτευγμα.
Ο λαός που έχει μάθει να πονάει και να συμβιώνει καθημερινά με το αίμα πετάχθηκε από τις καρέκλες του σε ένα ξέσπασμα ευφορίας. Ήταν το 71ο λεπτό του τελικού του πανασιατικού κυπέλου ανάμεσα στο Ιράκ και τη Σαουδική Αραβία. Ο Γιουνίς Μαχμούτ έστελνε την μπάλα στα δίχτυα και έναν ολόκληρο λαό στα ουράνια…
Παρά την απαγόρευση κυκλοφορίας που είχε επιβληθεί από νωρίς το πρωί στους δρόμους της Βαγδάτης και των άλλων μεγάλων πόλεων, κανείς δεν μπορούσε να κρατήσει τους Ιρακινούς, οι οποίοι μετά από περισσότερα από τέσσερα χρόνια ένιωσαν μία εθνική χαρά να διαπερνάει το συλλογικό υποσυνείδητο. Βγήκαν στους δρόμους.
Ο ήχος που ακούστηκε είναι ο πλέον γνώριμος στην άλλοτε Μεσοποταμία. Το κροτάλισμα των αυτόματων όπλων που εκπυρσοκροτούσαν κατά βούληση στον ουρανό του Περσικού Κόλπου. Ο λαός που πονάει ζούσε κάτι το εντελώς παράταιρο πλάι στα συντρίμμια. Το αίσθημα της χαράς από ένα εθνικό επίτευγμα.
Το μίσος έχει φωλιάσει στην καρδιά του κάθε Ιρακινού. Δεν υπάρχει οικογένεια που να μην έχει θρηνήσει θύματα από τη στρατιωτική επέμβαση των αμερικανικών και συμμαχικών δυνάμεων το Μάρτιο του 2003. Και οι ποδοσφαιριστές που απάρτιζαν το εθνικό συγκρότημα ήταν τα δικά τους παιδιά.
Όλοι με μία θλιβερή ιστορία, όλοι με πένθος και χαμένους συγγενείς. Μία ομάδα που πριν δεν έπαιζε ποδόσφαιρο σε κάποιο εθνικό επίπεδο, καθώς το πρωτάθλημα του Ιράκ έχει βάλει προ πολλού λουκέτο. Τα παιδιά του Ιράκ, μία ομάδα με Σουνίτες, Σιίτες και Κούρδους στις τάξεις της πέτυχε το ακατόρθωτο.
Μία τέτοια επιτυχία δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί στεγνά από την αθλητική σκοπιά και μόνο. Η βάση της είναι πολιτική. Τα παιδιά με το εθνόσημο είχαν σηκώσει τα όπλα. Κοιμήθηκαν και ξύπνησαν τις περισσότερες ημέρες υπό των ήχο των εκρήξεων- κολύμπησαν στο αίμα.
Και πέτυχαν- αν θέλετε- την εθνική συνεννόηση (κάτι που αποτελεί μακρινό όνειρο στο πολιτικό επίπεδο) δημιουργώντας μία ομάδα με τους επιβεβλημένα «εχθρούς» εντός του κράτους. Τους Σουνίτες και τους Σιίτες. Αυτούς δηλαδή που ζώνονται με εκρηκτικά προκαλώντας το θάνατο σε αλλήλους, σε αυτό το γαϊτανάκι μίσους και εκδίκησης.
Μετά το τελευταίο σφύριγμα οι Ιρακινοί κατά ορδές βγήκαν στους δρόμους. Ακόμα και οι δυνάμεις ασφαλείας, από τις οποίες αναμένει κανείς αυτοσυγκράτηση, άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα. Η κούπα σηκώθηκε στον αέρα της Τζακάρτα. Στη Βαγδάτη ο ήχος προερχόταν από τις κραυγές ευφορίας και τα πολυβόλα…
Κι όμως το μίσος είναι τυφλό στις χαρές. Στον ημιτελικό, μετά τη νίκη του Ιράκ απέναντι στη Ν. Κορέα, οι Ιρακινοί και πάλι είχαν βγει στους δρόμους, με συνέπεια 50 τουλάχιστον να χάσουν τη ζωή τους από βομβιστικές επιθέσεις. Το πάρτυ πνίγηκε στο αίμα.
Πολλοί ανταποκριτές διεθνών πρακτορείων ειδήσεων μετέδωσαν ότι η νίκη του Ιράκ στο πανασιατικό πρωτάθλημα δημιούργησε μία παροδική (έστω) εθνική συνεννόηση- πολίτες κράδαιναν τη σημαία του Ιράκ από κοινού χωρίς να πρέπει να δώσουν τα διαπιστευτήρια της φυλετικής τους προέλευσης.
Ο άλλοτε περήφανος λαός του βγήκε στους δρόμους… Κάποιοι ίσως να μην επιστρέψουν.