Χάβος-Μιχαλήτσος: Το “βάπτισμα” των προπονητών
Eίναι αλήθεια ότι στο ποδόσφαιρο επικρατούν δύο δογματικές αντιλήψεις. Η μία υποστηρίζει ότι ο μεγάλος προπονητής “χτίζει” την αξία του. Η δεύτερη ότι η νίκη είναι κατάκτηση των παικτών ενώ η ήττα εγκληματική αμέλεια των προπονητών. Ο Μάκης Χάβος και ο Γιάννης Μιχαλήτσος είναι δύο προπονητές που έχουν περίπου τα ίδια χαρακτηριστικά. Είναι ποδοσφαιριστές της ίδιας γενιάς, έκαναν -άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο- το “αγροτικό” τους στις μικρότερες κατηγορίες και τώρα κάθονται σε πάγκους ομάδων που βάζουν ψηλά τον πήχη.
Με τον Μάκη Χάβο στον πάγκο του, ο ΠΑΟΚ έχει αξιοπρεπή βηματισμό στο πρωτάθλημα και κατάφερε να προκριθεί στους 32 του Εuropa League, ρίχνοντας μάλιστα στο καναβάτσο την Ντιναμό Ζάγκρεμπ σε αγώνες των δύο βραδιών. Η σύγκρισή του όμως με τον Σάντος και όχι μόνο δεν “βγαίνει” από το μυαλό του κόσμου του ΠΑΟΚ. Ο Χάβος βλέπει ως μία καλή ευκαιρία για την καριέρα του τη συνεργασία του με τον ΠΑΟΚ.
Ανάλογηείναι και η στόχευση του Γιάννη Μιχαλήτσου. Διαδέχτηκε ένα βαρύ προπονητικό όνομα, όπως είναι ο Κούπερ, σε μία χρονική στιγμή που η πατάτα ήταν καυτή. Ο Αρης βελτίωσε το αγωνιστικό του προφίλ και είχε εξαιρετική απόδοση στον αγώνα με τη Μάντσεστερ Σίτι. Και δεν είναι μόνον αυτά. Ο Μιχαλήτσος επέδειξε πυγμή σε θέματα πειθαρχίας, πετώντας εκτός αποστολής το Κόκε που δυστρόπησε με την απόφαση του προπονητή του.
ΠΑΟΚ και Αρης πέτυχαν, με Χάβο και Μιχαλήτσο στον πάγκο, πράγματαπου εάν τα πετύχαιναν με άλλους προπονητές θα τους πιστωνόταν η επιτυχία σε πολλαπλάσιο βαθμό. Η αλήθεια είναι ότι η απαίτηση των φιλάθλων, σε πρώτο χρόνο, δύσκολα ικανοποιείται με προπονητικές λύσεις οι οποίες δενπαραπέμπουν σεβαρύ βιογραφικό. Από προπονητές που αγαπούν την ομάδα, που παθιάζονται για το αποτέλεσμα, έχουν γνώσεις αλλά δεν κουβαλούν σημαντική προϋπηρεσία. Και αυτό αποτελεί μειονέκτημα για προπονητές τύπου Χάβου και Μιχαλήτσου.
Στο ποδόσφαιρο δεν υπάρχει παιχνίδι που δεν χάνεται, ούτε προπονητικό συμβόλαιο υπογεγραμμένο με την επιτυχία. Απλώς η σωστή επιλογή προπονητή μειώνει τους κινδύνους της αποτυχίας, χωρίς αυτό το σημαίνει ότι αποκλείεται το ενδεχόμενο ένα σημαντικό προπονητικό όνομα να φέρει δυσανάλογα με τη φήμη του αποτελέσματα. Το κύριο ζητούμενο είναι η εμπιστοσύνη που δείχνουν στο πρόσωπο του προπονητή τόσο ο κόσμος όσο και η διοίκηση. Και έτσι δημιουργείται η ανάγκη για “μεγάλο όνομα” το οποίο επικοινωνιακά κάνει “γκελ” και στις δύο πλευρές.
Ο Ζαγοράκης στήριξε τον Σάντος την πρώτη του χρονιά στον ΠΑΟΚ γιατί είχε την εμπιστοσύνη του κόσμου της ομάδας. Η επιλογή του αποδείχτηκε σοφή. Ο “Δικέφαλος” κατάφερε να τερματίσει δεύτερος στην κανονική περίοδο το 2008-09, τρίτος το 2009-10 και να συμμετάσχει στην προκριματική φάση του Champions League. Αποτέλεσμα ιδιαιτέρως τιμητικό για μία ομάδα που έχει ως μεγαλομέτοχο τον κόσμο της και απέναντι της τον (μέχρι πρότινος) “πλούσιο” πολυμετοχικό ΠΑΟ. Η πίστωση χρόνου που πήρε ο Πορτογάλος έφερε μόνο κέρδη στον ΠΑΟΚ. Ο Χάβος δεν έχει τις εμπειρίες του Σάντος, αλλά παρ’ όλα αυτά ο Ζαγοράκης του δείχνει για περισσότερους από έναν λόγους εμπιστοσύνη. Ο ΠΑΟΚ έχει πολύ καλή πορεία στην Ευρώπη και ανεκτή στο εγχώριο Πρωτάθλημα.
Η διοίκηση του Αρη επέλεξε τον Μιχαλήτσο για να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά. Προπονητής που ξέρει την ομάδα σαν την παλάμη του, χαμηλών τόνων και με πολλές ποδοσφαιρικές γνώσεις, όπως λένε όσοι έχουν δουλέψει μαζί του. Τον επέλεξε, τον στήριξε και ο Αρης ικανοποιεί με την πορεία του. Προσωπικά πιστεύω ότι στο αποτέλεσμα μίας ομάδας δεν μετράει μόνοη ικανότητα του προπονητή. Υπάρχουν πολλοί άλλοι εσωτερικοί και εξωγενείς παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν ένα αποτέλεσμα. Σε βάθος χρόνου επιβεβαιώνεται η ικανότητα του προπονητή ή αποκαλύπτεται η γύμνια του.
Τρία είναι τα στοιχεία τα οποία σε θεωρητικό επίπεδο αποτελούν τα τυπικά προσόντα ενός καλού προπονητή: ισχυρή προσωπικότητα, εμπειρία, γνώση του αντικειμένου. Ο Κούπερ, για παράδειγμα, είχε και τα τρία στοιχεία. Κατάφερε να οδηγήσει τον Αρη στους “32” της Ευρώπης, αλλά απέτυχενα δώσει στηνομάδα τον ίδιο, σταθερό, βηματισμό στις εγχώριες διοργανώσεις. Τούτο δεν ακυρώνει την προπονητική του ποιότητα ούτε κατ’ ανάγκην έπρεπε να αποτελέσει το κριτήριο για την αντικατάσταση του. Θεωρητικά, στην καλύτερη περίπτωση, θα ήταν χρήσιμο να τον διαδεχτεί ένας προπονητής αντίστοιχων προσόντων. Οχι μόνο για να διαχειριστεί τους παίκτες της επαγγελματικής ομάδας, αλλά και για να “χτίσει” πάνω στα τμήματα υποδομής.
Τα πράγματα στο ελληνικό ποδόσφαιρο είναι γνωστά και η εξίσωση “ισχυρός οικονομικός παράγοντας συν κόσμος ίσον εγχώριοι τίτλοι” δύσκολα μπορεί να βγάλει άλλο αποτέλεσμα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, λοιπόν, έχει αξία η παρουσία ενός ακριβοπληρωμένου προπονητή σε ομάδες όπως ο ΠΑΟΚ ή ο Αρης που δεν διαθέτουν ισχυρό επενδυτή, τόσο για τη διαχείριση της επαγγελματικής ομάδας όσο και-περισσότερο- γιατην εκπόνηση ενός σοβαρού πλάνου ανάπτυξης των υποδομών. Γιατί όλα τ’ άλλα επιτυγχάνονται και με μικρότερη δαπάνη. Αρκεί να υπάρχει στην ομάδα μίαμίνιμουμ ποιότητα παικτών και διάθεση για διάκριση.
Στην τελική, οι παίκτες είναι αυτοί που κρατούν το on και το off της επιτυχίας.