Οι μπασκετικοί Έλληνες σπίκερ που (δεν) αγαπήσαμε

Άλλοι μιλάνε αγγλικά, άλλοι γαλλικά, ενώ κάποιοι λίγοι και λατινικά. Μπορεί να χρειαζόμαστε υπομονή και πτυχία 2-3 ξένων γλωσσών για να τους κατανοήσουμε, ωστόσο οι μπασκετικοί σπίκερ μας έχουν προσφέρει συγκινήσεις που είναι αδύνατον να ξεχάσουμε.

Οι μπασκετικοί Έλληνες σπίκερ που (δεν) αγαπήσαμε

Οι "μπασκετικοί" σπίκερ θυμίζουν τους τύπους που συχνάζουν στα Εξάρχεια και ακούνε αποκλειστικά μέταλ μουσική. Οι "μεταλάδες" είναι πολύ λιγότεροι από αυτούς που ακούν mainstream μουσική, σε όποια συναυλία και να πάνε πετυχαίνουν γνωστούς τους, υπερασπίζονται τη μουσική τους με σθένος, ενώ οι περισσότεροι παίζουν κάποιο όργανο και έχουν αρκετές μουσικές γνώσεις, με αποτέλεσμα να μπορούν να στηρίξουν με επιχειρήματα το "χόμπι" τους, διατηρώντας ταυτόχρονα μια μπλαζέ ματιά απέναντι στη μουσική που ακούνε οι άλλοι.

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα και με τους "μπασκετικούς" σπίκερ. Είναι πολύ λιγότεροι από τους ποδοσφαιρικούς, γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους, υπερασπίζονται το μπάσκετ απέναντι στα άλλα αθλήματα και ειδικά στο ποδόσφαιρο και είναι συνήθως πολύ διαβασμένοι με αποτέλεσμα να έχουν περισσότερες γνώσεις από τους δημοσιογράφους των άλλων αθλημάτων, αντιμετωπίζοντας τους ταυτόχρονα με μια υπεροπτική ματιά.

Ανεξάρτητα από τις γνώσεις τους ή την υπεροψία τους, στις συνειδήσεις μας παραμένουν πάνω από όλα σπίκερ. Και όπως συμβαίνει με τους ποδοσφαιρικούς σπίκερ, έτσι έχουμε μάθει να (μην) αγαπάμε και τους μπασκετικούς. Πάμε να δούμε τους σημαντικότερους λόγους που συμβαίνει αυτό:

"Μόδιστροι" του παρκέ

Πολλές φορές, οι μπασκετικοί σπίκερ αντιμετωπίζουν τους παίκτες όπως οι μόδιστροι τα μοντέλα. "Μακρύ κορμί", "γρήγορα πόδια", "μακριά χέρια", "βαρύ κορμό"...Κάθε φορά που ακούμε μία από τις παραπάνω φράσεις να χρησιμοποιείται ως χαρακτηρισμός για κάποιον παίκτη, μας έρχονται στο μυαλό σκηνές από talent shows με υποψήφια μοντέλα, όπου οι κριτές-μόδιστροι αναφέρονται στις διαγωνιζόμενες με φράσεις του τύπου "φαρδιά λεκάνη", "ψηλά πόδια" και "μέση δαχτυλίδι". Ενώ, αγωνιούμε για την εξέλιξη ενός παιχνιδιού, δεν είναι ανάγκη να κάνουμε εικόνα το μακρύ κορμί του Μαυροκεφαλίδη να κάνει πασαρέλα σε ντεφιλέ του Μιλάνου.

Πιο προσιτοί

Στα θετικά των μπασκετικών σπίκερ, συγκαταλέγεται το γεγονός πως στην πλειοψηφία τους είναι προσιτοί και καθημερινοί άνθρωποι. Τόσο πολύ, μάλιστα, που αρκετές  φορές ξεχνούν το μικρόφωνο ανοιχτό ακόμα και κατά τη διάρκεια διαφημιστικών διαλειμμάτων.

 

Δεν θα ξεχάσω, επίσης, ποτέ πως στο Πρώτο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα "3 on 3" στο Ζάππειο το 2012, είχα δει τον Βασίλη Σκουντή να έρχεται ο ίδιος να καλύψει δημοσιογραφικά την διοργάνωση. Δεν μπορούμε να μην του αναγνωρίσουμε το γεγονός πως αντί να στείλει κάποιον "πρακτικάριο" νέο συνάδελφο του να καλύψει μια χωρίς ιδιαίτερη φήμη και λάμψη διοργάνωση, πήγε ο ίδιος.

"Ιδιοκτήτες" φροντιστηρίων ξένων γλωσσών

Για να παρακολουθήσεις ολόκληρη τη μετάδοση ενός αγώνα και να μην έχεις ούτε μια άγνωστη λέξη, δύο είναι τα τινά: είτε έχεις πάρει Proficiency (το Cambridge και το Michigan), είτε ο πατέρας σου είναι προπονητής μπάσκετ. "Transition game", "pick and roll", "reverse", "base line" αποτελούν μόνο μερικούς από τους βασικούς όρους που θα πρέπει να ξέρεις για να παρακολουθήσεις μια μετάδοση.

 

Εκεί που έχεις ανοίξει το λεξικό και θεωρείς πως έχεις πάρει μια ιδέα του τι σημαίνει η κάθε λέξη, αρχίζουν τα "c'est la vie" και τα "pas mall" των εκφωνητών και χάνεις τον μπούσουλα. Κατανοούμε πως κάποιοι μπασκετικοί όροι είναι αδόκιμο να μεταφράζονται στα ελληνικά, αλλά όταν οι σπίκερ αρχίζουν και τα γαλλικά, έχουμε βάσιμες υποψίες πως πρόκειται για ιδιοκτήτες φροντιστηρίων ξένων γλωσσών και το κάνουν για να αυξήσουν τις εγγραφές μαθητών.

Ούτε το Google Translate δεν μας σώζει

Βέβαια, το να ξέρεις τι σημαίνει "pick", τι "and" και τι "roll" θα σε βοηθήσει να κατανοήσεις την έννοια του "pick and roll" όσο αν κάποιος ξένος που μαθαίνει ελληνικά χτυπήσει στο google translate την φράση "ο αυνανισμός πάει σύννεφο". Καλή η μετάφραση, αλλά η κανονική έννοια με την οποία χρησιμοποιείται ένας τέτοιος όρος απέχει παρασάγγας από την απλή απόδοση των όρων στα ελληνικά.

Θα μου πεις και τι να κάνουν οι σπίκερ να δημιουργήσουν ένα tutorial (ώπα να το το αγγλικό!) το οποίο να παίζει πριν από κάθε αγώνα και να εξηγεί τους βασικούς όρους του μπάσκετ; Όχι, δεν θα ταν πολύ χρηστικό, αλλά δεν θα ταν κακό μια στο τόσο να εξηγούν στον τηλεθεατή τι σημαίνει κάποιος από τους προαναφερθέντες όρους, ώστε σιγά σιγά να εξοικειώνεται.

Για όλα φταίει το ποδόσφαιρο

Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιος ελληνικός αγώνας μπάσκετ διακόπτεται λόγω επεισοδίων, κυρίως αγώνες μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού, και ο σπορτκάστερ αρχίζει να κατηγορεί τους ανθρώπους του ποδοσφαίρου (ιδιοκτήτες ομάδων, φιλάθλους, media) που μετέφεραν την βία από τα ποδοσφαιρικά στα μπασκετικά γήπεδα. Για να εξαλειφθεί η βία από τα γήπεδα, ανεξαρτήτου αθλήματος, καλό είναι να προτείνουμε λύσεις και όχι να ψάχνουμε αποδιοπομπαίους τράγους. Το θέμα της βίας δεν είναι τόσο απλό και σίγουρα δεν ευθύνονται για αυτό μόνο "οι άνθρωποι του ποδοσφαίρου". 

Ιστορικές περιγραφές

Για να μην στεκόμαστε μόνο στα αρνητικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε κάποιες ιστορικές στιγμές που μας έχουν χαρίσει μπασκετικοί σπίκερ ιδιαίτερα σε μεγάλες επιτυχίες της Εθνικής Ελλάδας. Όσα χρόνια και να περάσουν το "...η πρόκριση στα χέρια αυτού του τίμιου γίγαντα..." του Φίλιππου Συρίγου στον τελικό του Ευρωμπάσκετ του '87 και το "...βάλτο αγόρι μου..." του Βασίλη Σκουντή στο τελευταίο σουτ του Διαμαντίδη στον ημιτελικό του ευρωμπάσκετ του 2005 απέναντι στη Γαλλία, δεν πρόκειται να ξεχαστούν.

 

"Veni, vidi, vici..."

"Ovidius poeta in terra pontica exulat" παπαγαλίζαμε εμείς της θεωρητικής στη δευτέρα Λυκείου και νομίζαμε ότι ξέραμε λατινικά. Πόσο μικροί ήμασταν, το καταλάβαμε όταν παρακολουθήσαμε τις μεταδόσεις του Σκουντή,  όπου τα "momentum", "vivere pericolosamente" και "dum spiro spero" δίνουν και παίρνουν. Προκειμένου, λοιπόν, να παρακολουθήσουμε ολοκληρωμένα μια μετάδοση του εκτός από Proficiency, χρειαζόμαστε να εντρυφήσουμε και στα κείμενα του Σαλλούστιου και του Τάκιτου από το πρωτότυπο.

"Διαβαίνοντας το Ρουβίκωνα"

Παραθέτω μερικές φράσεις που ακούγονται συχνά πυκνά σε μεταδόσεις αγώνων μπάσκετ: "λούζεται η αγάπη μου στο Γουαδαλκιβίρ", "οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ του ελληνικού μπασκετικού κοινού", "ειρήσθω εν παρόδω", "διαβαίνοντας το Ρουβίκωνα", "γκρανγκινιολικό, χιτσκοκικό φινάλε", "για να αποδώσουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι", "υπερέβησαν τα εσκαμμένα", "μετά τον πόλεμο όλοι γίνονται στρατηγοί", "μηδένα προ του τέλους μακάριζε", "μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας", "μεταξύ σφύρας και άκμονος", "φρονίμως ποιών", "αλί αλί και τρισαλί"...

Από ό,τι βλέπετε στις παραπάνω προτάσεις, γεωγραφία, αρχαία, ιστορία, κινηματογράφος, θρησκεία, μπάσκετ και ποίηση γίνονται ένα. Το μόνο που μπορείς να κάνεις για να παρακολουθήσεις επάξια μια μετάδοση που περιλαμβάνει κάποιες από τις παραπάνω ατάκες είναι να γίνεις καλλιτέχνης, να αφήσεις μούσι και να αρχίσεις να το χαϊδεύεις σας ένα σύγχρονος "Μαέβιους Παχατουρίδης":

Αυθεντικοί φιλόσοφοι

Όπως αναφέραμε παραπάνω, δεν είναι λίγες οι φορές που οι μπασκετικοί σπίκερ κάνουν αναφορές στη φιλοσοφία, στην ποίηση ή σε άλλες τέχνες κατά τη διάρκεια των μεταδόσεων τους. Πολλοί θα μπορούσαν να τους κατηγορήσουν ότι είναι δήθεν και το κάνουν για να το παίξουν καμπόσοι. Το παρακάτω βίντεο θα σας πείσει για το αντίθετο, αφού εδώ ο Κώστας Μπατής "φιλοσοφεί" και μιλάει για Φυσική ακόμα και εκτός αέρα:

Και πάνω  από όλα είναι απλοί άνθρωποι σαν και μας που συγχύζονται και βρίζουν:

Πιο καταρτισμένοι

Πέρα από την πλάκα ή κάποιες κατηγορίες που τους προσάπτουμε κατά καιρούς, μεταδόσεις όπως αυτές των Σκουντή, Καρύδα και Παπαδογιάννη, αναδεικνύουν το άθλημα και βοηθάνε τους θεατές να πάρουν πληροφορίες τόσο γύρω από το σύγχρονο μπάσκετ, όσο και από την ιστορία του. Συνήθως οι "μπασκετικοί" είναι πιο καταρτισμένοι και με περισσότερες γνώσεις από τις αντίστοιχες των ποδοσφαιρικών συναδέλφων τους.

Οι παίκτες είναι "φίλοι" τους

Στο αντίστοιχο κείμενο για τους "ποδοσφαιρικούς" σπίκερ, αναφέραμε πως όταν κάποιος περιγράφει αγώνα ξένων ομάδων, όπου αγωνίζεται Έλληνας παίκτης, τον πιάνει μια πρωτόγνωρη οικειότητα και αρχίζει να αποκαλεί τον Έλληνα ποδοσφαιριστή με το μικρό του όνομα. Οι "μπασκετικοί" έχουν πάει ένα βήμα παραπέρα, αφού αρκετές φορές ακόμα και στους αγώνες μεταξύ ελληνικών ομάδων όχι μόνο δεν αποκαλούν κάθε παίκτη με το επίθετο ή το όνομα του, αλλά με το παρατσούκλι του (βλ. 3D, Κill Bill, Σλούκι Λουκ, "Βελούδινο Σφυρί"). Το επόμενο βήμα είναι σε κάποιο άλλο άθλημα οι σπίκερ να αρχίσουν να παίζουν σφαλιάρες με τους αθλητές.

Καμιά φορά νιώθουν οικειότητα και με τους ξένους παίκτες. Για να το αποδείξουν μιλάνε στη γλώσσα τους:

"γιου αρ ε ριθμ πλέιερ ε; γιου γουέρ ον φάιερ μα μεν"

Άθλημα για "γαλαζοαίματους"

Η στάση αρκετών μπασκετικών πως για όλα τα κακά του αθλήματος φταίει το ποδόσφαιρο, η ανάδειξη της εθνικής μπάσκετ σε "επίσημη αγαπημένη", η συνεχής αναφορά στις επιτυχίες των ελληνικών ομάδων μπάσκετ, εθνικές και συλλογικές έναντι στις αντίστοιχες του ποδοσφαίρου, δημιουργεί μια ελιτίστικη αίσθηση και μια μπλαζέ προσέγγιση απέναντι στα άλλα αθλήματα.

Μοιάζει σαν μια προσπάθεια αντιμετώπισης του μπάσκετ ως ένα διαφορετικό κομμάτι του αθλητισμού, προορισμένο για "γαλαζοαίματους" θεατές, δημοσιογράφους και παίκτες. Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι το ποδόσφαιρο συνεχίζει να είναι ο "βασιλιάς" των σπορ και πως τέτοιες απόψεις διχάζουν, δημιουργούν κόντρες και σίγουρα δεν βοηθούν το μπάσκετ.

Γνώστες της ελληνικής γλώσσας

Με θυμάμαι να παρακολουθώ το παρακάτω βίντεο, όπου ο Χατζηγεωργίου αναφέρεται στον ορισμό του "αμφιδέξιου" παίκτη και να με έχουν πιάσει τα γέλια για το τι λέξη βρήκε να δημιουργήσει.

Μόλις κόπασε το γέλιο, άνοιξα το λεξικό του Μπαμπινιώτη, διάβασα ότι είχε δίκιο και ένιωσα όπως είχα νιώσει όταν γέλαγα με το "άκαπνος" που είχε πετάξει η Άντζελα Δημητρίου στην Έλλη Στάη.

Φίλιππος Συρίγος

Αντί επιλόγου, θα αναφέρω μια εμπειρία που είχα με έναν από τους μεγαλύτερους Έλληνες μπασκετικούς δημοσιογράφους. Στο 3ο έτος της σχολής (Επικοινωνία και ΜΜΕ του Καποδιστριακού), είχαμε ένα μάθημα επιλογής με την ονομασία "Αθλητισμός και ΜΜΕ". Ο καθηγητής μας είχε δώσει ένα βιβλίο για το τυπικό της υπόθεσης, αλλά σε κάθε μάθημα μας έφερνε και έναν αθλητικό δημοσιογράφο για να μας πει πώς δουλεύει η πιάτσα. Εγώ, δεν ήμουν από τους πλέον τυπικούς φοιτητές, οπότε πάτησα μόλις τρεις φορές στο μάθημα - η μία ήταν στην εξεταστική- του εξαμήνου. Είχα την "τύχη" σε ένα από αυτά τα δύο μαθήματα που πήγα να είναι καλεσμένος του καθηγητής μας, ο Φίλιππος Συρίγος, ο οποίος αποτελεί ένα κεφάλαιο των μπασκετικών σπίκερ μόνος του.

Ο Συρίγος δεν ήταν ο πιο ευγενικός άνθρωπος του κόσμου με αποτέλεσμα να την λέει στον καθηγητή μας όποτε ο δεύτερος πήγαινε να τον συμπληρώσει, ενώ θυμάμαι πως στο τέλος της "ομιλίας" του μας παρακίνησε να ρωτήσουμε ό,τι θέλουμε χωρίς να ντρεπόμαστε. Πώς να το κάνουμε, όμως, αφού η παρουσία του ήταν τόσο επιβλητική και η ομιλία του τόσο δηκτική που φοβόμασταν ακόμα και να σηκωθούμε για να πάμε τουαλέτα. Μετά από κάμποση ώρα σιγής, ένας θαρραλέος συμφοιτητής μου τόλμησε να σηκώσει το χέρι του και να ρωτήσει κάτι που δεν θυμάμαι. Πριν καν ολοκληρώσει την ερώτησή του, γύρισε ο Συρίγος και του είπε: "τι ηλίθια ερώτηση". Πιστεύω πως από εκείνη τη μέρα ο συμφοιτητής μου δεν έκανε ερώτηση ξανά ούτε στη μητέρα του.

Πέρα από την παρεξηγήσιμη κάποιες φορές -όπως η προαναφερθείσα- συμπεριφορά του, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε ότι ο Συρίγος δεν υπήρχε περίπτωση να μην πει την άποψη του όσο και αν δεν άρεσε στα αυτιά κάποιον. Από τα αυτιά του συμφοιτητή μου μέχρι τα συμφέροντα κάποιων μεγαλόπαραγόντων των οποίων ήρθε σε σύγκρουση άπειρες φορές, γεγονός που ίσως οφείλεται και για την γνωστή άνανδρη ένοπλη επίθεση εναντίον του. Επίθεση που όχι μόνο δεν τον έκανε να σωπάσει, αλλά τον πείσμωσε ακόμη περισσότερο να συνεχίσει το ρεπορτάζ του. Όσον αφορά στην μετάδοση της αλήθειας στον κόσμο και την ανεξαρτησία της γνώμης του, ο Συρίγος αποτελούσε τον ορισμό της λέξης "δημοσιογράφος".

Για να μην ξεφεύγουμε όμως από το θέμα μας, ο Συρίγος δεν φοβόταν προφανώς να πει την άποψη του όσο ακραία και να ταν και κατά τη διάρκεια μεταδόσεων αγώνων. Αγαπημένος του στόχος ήταν ο Ναβάρο της Μπαρτσελόνα, τον οποίο μεταξύ άλλων έχει αποκαλέσει "μπασκετικό σίχαμα":

Διαβάστε ακόμη:

Φίλιππος Συρίγος: Τώρα μας λείπει περισσότερο

Τα καλύτερα του Contra.gr:

Οι Έλληνες σπίκερ που (δεν) αγαπήσαμε

Ρεπορτάζ ΖΜΑΚ

Η ποπ κουλτούρα επιστρέφει στα ελληνικά ρινγκ

Χάρη στο ΖΜΑΚ, το pro-wrestling δεν είναι πια ένα μακρινό όνειρο που οι Έλληνες φίλαθλοι μπορούν να παρακολουθήσουν μόνο από τις οθόνες της τηλεόρασης. Το NEWS247 βρέθηκε στο AthensCon και γνώρισε τους Έλληνες παλαιστές-performers του ZMAK, από τον θρυλικό Γιώργο Τρομάρα μέχρι τους νεότερους στο χώρο του κατς. ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ: Ευγενία Χορού

 

Πρώτη Σελίδα