Coach of the year

Ο Δημήτρης Καρύδας κάνει τον απολογισμό της χρονιάς για τους προπονητές της Α1 μπάσκετ και δίνει το... βραβείο στον κορυφαίο της σεζόν κατά τον ίδιο.

Στην Αμερική αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες συνηθίζεται στο τέλος της σεζόν (κανονικής περιόδου πάντοτε γιατί τα πλέι οφ ως μια αυτόνομη διαδικασία έχουν άλλη λογική) να δίνονται διάφορα βραβεία. Στην Ελλάδα κάτι τέτοιο περιορίζεται στην ανάδειξη της καλύτερης πεντάδας, άντε και του MVP που θα πάρουν τα έπαθλα τους μετά από αρκετούς μήνες, συνήθως στην κλήρωση των αγώνων του επόμενου πρωταθλήματος. Σχεδόν έχουμε ξεχάσει οι περισσότεροι τον λόγο για τον οποίο βραβεύονται οι καλύτεροι της προηγούμενης σεζόν, χώρια που αρκετοί από αυτούς δεν παίζουν πια στο ελληνικό πρωτάθλημα.

Ένα βραβείο που δίνεται σπάνια είναι αυτό του καλύτερου προπονητή. Παλαιότερα εμφανίζονταν και ορισμένα "δημοψηφίσματα" σε έντυπα (εφημερίδες ή εξειδικευμένα περιοδικά) χωρίς όμως ένα κοινό κριτήριο.

Στην Αμερική ψηφίζει για τα σχετικά βραβεία συγκεκριμένος αριθμός δημοσιογράφων κάθε χρόνο, αυτοί που αποδεδειγμένα ασχολούνται με το σπορ και είναι πάνω κάτω τα ίδια πρόσωπα. Στην Ελλάδα, όταν εμφανίζονται τα σχετικά θέματα, άλλοτε ζητείται η γνώμη των ειδικών (προπονητών ή παικτών), άλλοτε η γνώμη δημοσιογράφων και άλλοτε όλων μαζί. Επειδή ψηφίζω σπανίως σε τέτοια δημοψηφίσματα λόγω της ανομοιομορφίας των ατόμων που αποφασίζουν είπα να καταθέσω σε μια σειρά άρθρων την άποψη μου για τους καλύτερους της φετινής σεζόν. Με άλλα λόγια τι θα ψήφιζα και γιατί, ξεκινώντας από την κατηγορία των προπονητών.

Δουλειά, εικόνα, θέση

Νομίζω ότι ένα ασφαλές κριτήριο για να επιλέξει κάποιος στο ελληνικό πρωτάθλημα τον προπονητή που έκανε την καλύτερη δουλειά είναι ένας συνδυασμός προπονητικής δουλειάς, εικόνας που παρουσίασε συνολικά η ομάδα και βαθμολογικής θέσης. Έχω την αίσθηση ότι φέτος υπήρχαν τουλάχιστον 4-5 προπονητές που παρουσίασαν πολύ καλές δουλειές και θα άξιζαν αυτό τον τίτλο.

Ας ξεκινήσουμε ανάποδα... Το σίγουρο είναι ότι αυτόματα από την όλη διαδικασία μπορούν να εξαιρεθούν κάποιες ομάδες ή προπονητές. Ο Κουστένης έκανε καλή δουλειά στην Ελευσίνα, αλλά η ομάδα του υποβιβάστηκε. Στη Νέα Σμύρνη άλλαξαν τέσσερις προπονητές (και αν υπολογιστεί και ο Καλαφατάκης που δεν κοούτσαρε ποτέ σε επίσημο ματς ο αριθμός φτάνει τους πέντε) και τελικά η ομάδα υποβιβάστηκε οπότε κανείς δεν μπορεί να μπει στο γενικό κάδρο.

Δύο ακόμη ομάδες κινήθηκαν πολύ πιο χαμηλά από τις προσδοκίες που υπήρχαν γι' αυτές και νομίζω ότι δεν τίθεται θέμα συζήτησης. Η Κηφισιά με ένα πολύ μεγάλο προϋπολογισμό (ακούγεται ότι η φετινή σεζόν κόστισε 650.000 ευρώ) κινήθηκε όλη σχεδόν τη σεζόν πολύ χαμηλά και δεν μπόρεσε να επαναλάβει την περσινή καλή πορεία της. Ο Απόλλων Πατρών είχε ως φωτεινό σημείο αναφοράς την πρόκρισή του στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδος, αλλά ο δεύτερος γύρος του ήταν για κλάματα.

Προσωπικά, έχω σε μεγάλη εκτίμηση τον Νίκο Βετούλα, θεωρώ ότι είναι μέσα στους 2-3 καλύτερους Έλληνες προπονητές της νέας γενιάς και αν αποφασίσει να εγκαταλείψει την πόλη που μεγάλωσε και ζει θα έχει μια εξαιρετική καριέρα. Για την ώρα πάντως και όσο οι προσωπικοί λόγοι του τον κρατάνε στην Πάτρα βάζει ο ίδιος ταβάνι στα όρια του, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν αφορά τους δημοσιογράφους. Παρ'όλη την καλή μου διάθεση απέναντι στην προπονητική του αξία με τη φετινή εικόνα του Απόλλωνα δεν θα μπορούσα να του δώσω την ψήφο μου.

 

Εκτός συγκρίσεων μένει και ο Ιβάνοβιτς που αφενός δεν έκανε κάποια υπέρβαση με τον Παναθηναϊκό στη δεύτερη θέση, αφετέρου δεν τελείωσε καν τη σεζόν στην ομάδα.

Δεν απέτυχαν αλλά ούτε πέτυχαν

Υπάρχει νομίζω ένα ακόμη μικρό γκρουπ προπονητών που κατάφερε να κάνει αυτό που πάνω κάτω περιμέναμε να δούμε. Ο Σούλης Μαρκόπουλος είναι πάντοτε τα τελευταία χρόνια ένας εν δυνάμει coach of the year. Παρουσιάζει πάντοτε ομάδες με προσανατολισμό, καλά δουλεμένες, αλλά παρά την αύξηση του ανταγωνισμού για την 3η θέση δεν είναι υπέρβαση το ότι οδήγησε εκεί τον ΠΑΟΚ. Είναι το απολύτως λογικό και αναμενόμενο.

Τα ίδια πάνω κάτω ισχύουν για τον Θανάση Σκουρτόπουλο και το Ρέθυμνο. Η κατάκτηση της 6ης θέσης δεν είναι αποτυχία, δεν είναι όμως και κάποια τεράστια πρόοδος για την ομάδα της Κρήτης. Είναι ακριβώς ότι της άξιζε στο πρωτάθλημα. Ο Ντράγκαν Σάκοτα πιστώθηκε τη δύσκολη αναγέννηση της ΑΕΚ. Δύσκολη γιατί η σεζόν ξεκίνησε από άλλη αφετηρία, στην πορεία βρέθηκαν τα χρήματα και είχε το δύσκολο έργο να μοντάρει την ομάδα του σχεδόν εβδομάδα με εβδομάδα. Από την άλλη όμως, η ΑΕΚ είχε τέσσερα τουλάχιστον συμβόλαια επιπέδου Ευρωλίγκας και το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το όριο της 5ης θέσης λειτουργεί περισσότερο σε βάρος του παρά υπέρ του.

 

Στο ίδιο γκρουπ θα προσθέσω τον Γιάννη Σφαιρόπουλο. Ενδεχόμενα να αδικώ τη δουλειά του για την οποία έχω αναφερθεί πολλάκις σε παλαιότερα άρθρα μου, ενδεχόμενα να αδικώ το πολύ μεγάλο αήττητο σερί που δημιούργησε αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλα αυτά τα έκανε στον πάγκο του Ολυμπιακού. Με την μορφή που έχει τα τελευταία χρόνια το ελληνικό πρωτάθλημα ο προπονητής του Ολυμπιακού (αλλά και του Παναθηναϊκού) είναι δύσκολο να κριθούν με καπαρωμένες τις δύο πρώτες θέσεις πριν καν αρχίσει η χρονιά. Είναι ενδεχόμενα σκληρό και άδικο, αλλά ο Σφαιρόπουλος είναι καταδικασμένος να δικαιωθεί όχι με την κατάκτηση της πρώτης θέσης στην κανονική περίοδο αλλά με την κατάκτηση του τίτλου και αυτό το ξέρει από την πρώτη στιγμή που κάθισε στον πάγκο του Ολυμπιακού. 

Μας έμειναν με την αναγωγή πέντε προπονητές. Δύο από αυτούς κατάφεραν να οδηγήσουν στη σωτηρία τις ομάδες τους που για μια ακόμη χρονιά είχαν θεωρηθεί –τουλάχιστον στα προγνωστικά- φαβορί για να εγκαταλείψουν την κατηγορία. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Κώστας Μέξας στον πάγκο της Δράμας ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη ειδικά από το σημείο που η ομάδα αποφάσισε να αλλάξει εικόνα και να προσθέσει μερικούς έμπειρους παίκτες στο ρόστερ της.

Ειδικές καταστάσεις

Ο Κώστας Φλεβαράκης, δουλεύοντας στην ομάδα με το μικρότερο μπάτζετ της κατηγορίας απέδειξε για μια ακόμη χρονιά ότι είναι κόουτς "ειδικών καταστάσεων". Ξέρει να φτιάχνει ομάδες με ελάχιστα χρήματα, οδήγησε τα Τρίκαλα στη σωτηρία σχετικά άνετα και σε ορισμένα σημεία της σεζόν η ομάδα του έπαιξε πολύ καλό μπάσκετ. Τα ίδια πάνω κάτω ισχύουν και για τον Άρη Λυκογιάννη που ανέλαβε τον Κολοσσό λίγο μετά το ξεκίνημα της σεζόν και κατάφερε να φέρει την ομάδα του στην 7η θέση της βαθμολογίας παρότι και εδώ έπρεπε να διαχειριστεί ένα πολύ μικρό μπάτζετ. Η επιλογή καλών ξένων παικτών, όπως του Ντομινίκ Γουότερς, λειτούργησε θετικά στην όλη εικόνα και προσπάθεια. Δυνητικά, κάθε ένας από αυτούς τους τρεις προπονητές μπορούσε να διεκδικήσει ψήφους για τον τίτλο του coach of the year.

Προσωπικά πάντως αν διάλεγα προπονητή με αυτή τη λογική και από αυτή την ταχύτητα ομάδων του πρωταθλήματος θα επέλεγα τον Μαρκόπουλο τζούνιορ. Στη ρούκι χρονιά του στη Basket League πήρε τον νεοφώτιστο Κόροιβο και όχι μόνο ξεπέρασε το... ταβάνι των προσδοκιών, βοηθώντας την ομάδα του να μείνει κατηγορία αλλά την είδα να πλασάρεται τελικά στην πρώτη οκτάδα και να παίζει πλέι οφ! Στη Θεσσαλονίκη όλα αυτά τα χρόνια ήταν κοινή γνώση και ελάχιστα κρυμμένο μυστικό ότι δίπλα στον πρεσβύτερο Μαρκόπουλο γεννιόταν ένας πολύ καλός προπονητής.

Ο Χάρης Μαρκόπουλος άνοιξε τα φτερά του και έδειξε με την πρώτη γιατί όλοι πίστευαν στο προπονητικό ταλέντο του. Και στην πάντα "δύσκολη" Θεσσαλονίκη σπάνια πέφτουν έξω σε τέτοια θέματα.

And the winner is...

Η ψήφος μου πάντως θα πήγαινε στο τελευταίο όνομα που έμεινε στη λίστα… Στον Δημήτρη Πρίφτη που μετά από μια σχεδόν δεκαετία έφερε τον Άρη στην καλύτερη σεζόν της πρόσφατης ιστορίας του, τον οδήγησε στην κατάκτηση της 4ης θέσης και κυρίως παρουσίασε μια ομάδα πολύ καλά δουλεμένη και η οποία είχε πάνω της ξεκάθαρη την προπονητική επιλογή και το προπονητικό στίγμα.

 

Στα 46 του χρόνια και μετά από μια μεγάλη περιπλάνηση σε πάγκους ομάδων είτε ως βοηθός, είτε ως πρώτος προπονητής ο Πρίφτης δικαίωσε αυτούς που πίστευαν ότι ήταν ένας μάλλον αδικημένος προπονητής, ίσως γιατί έχει ο ίδιος επιλέξει το χαμηλών τόνων προφίλ και την αφοσίωση στη δουλειά του. Για πολλά χρόνια έμεινε στη σκιά άλλων προπονητών δουλεύοντας ως δεύτερος είτε σε ομάδες όπως η ΑΕΚ και ο Άρης, είτε στην εθνική ανδρών και στην ουσία μετράει κάτι λιγότερο από πέντε χρόνια σε ρόλο πρώτου προπονητή. Η φετινή χρονιά αποτέλεσε την δικαίωση και συνάμα την καταξίωση του…

Διαβάστε ακόμη:

Σχόλιο Δημήτρη Καρύδα: Ο παράγοντας... Σλούκας

Σχόλια

 

Πρώτη Σελίδα