Ο παλιός θα είναι αλλιώς

Ο Δημήτρης Κριτής αναλύει την εικόνα του Παναθηναϊκού στα πρώτα φιλικά.

Δύο εβδομάδες (και κάτι ψιλά...) είναι αρκετός ποδοσφαιρικός χρόνος, ιδιαίτερα μεσούσης της καλοκαιρινής προετοιμασίας. Το κεφάλαιο της φυσικής κατάστασης ολοκληρώνεται εντός της εβδομάδας που βρίσκεται μπροστά μας και θα απομένουν πλέον δέκα ημέρες στη διάρκεια των οποίων ο Παναθηναϊκός θα φρεσκαριστεί εν όψει της πρεμιέρας των αγωνιστικών του υποχρεώσεων.

Τα κουρασμένα κορμιά και τα βαριά πόδια, κάτι απόλυτα φυσιολογικό τη δεδομένη στιγμή, δεν αποτελούν πρόβλημα, έστω κι αν για το άπειρο μάτι είναι σοκαριστική ως εικόνα να τα διαπιστώνεις ακόμη και στον ταχυδυναμικό Καρέλη. Άλλωστε η προπονητική ομάδα έχει δώσει τα διαπιστευτήριά της στο συγκεκριμένο κομμάτι και είναι το τελευταίο που μπορεί να προβληματίσει τους φίλους του Παναθηναϊκού.

Σημασία έχει η αγωνιστική εικόνα και σ' αυτή υπάρχουν αρκετές παρατηρήσεις, τόσο σε ομαδικό, όσο και σε ατομικό επίπεδο. Και η αξιολόγηση όμως και η πρόγνωση τελούν υπό την αίρεση των διαθέσιμων επιλογών. Και σ' αυτό το κομμάτι, έχουν αρχίσει να στενεύουν τα χρονικά περιθώρια. Ναι, η πρόβα-τζενεράλε είναι στις 22 Ιουλίου, μία εβδομάδα πριν την ευρωπαϊκή αφετηρία, αλλά σαφώς και δεν περιμένουμε να δούμε μία νέα είσοδο ακριβώς στο φώτο φίνις της προετοιμασίας.

Άρα λοιπόν, τα θέματα των Εσιέν, Σάντσεθ, Νάνο, θα πρέπει να έχουν ξεκαθαρίσει νωρίτερα, σε ό,τι αφορά στην ετοιμότητά τους να πάρουν φανέλα βασικού στις 28 ή 29 του μήνα, στην πρεμιέρα των “πρασίνων” στην προκριματική φάση. Και αν τα πράγματα δεν έχουν αποσαφηνιστεί σε μία εβδομάδα, σαφώς και ο Γιάννης Αναστασίου με τους συνεργάτες του θα πρέπει να προσανατολιστούν σε δοκιμασμένες λύσεις και συνταγές, ώστε να αποφευχθούν δυσάρεστες εκπλήξεις.

Η αγωνιστική φόρμουλα

Ο Παναθηναϊκός ολοκλήρωσε το βασικό στάδιο της προετοιμασίας δουλεύοντας πάνω σε μία αγωνιστική φόρμουλα, που δεν θα χρησιμοποιήσει -εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- στο ξεκίνημα (τουλάχιστον) των αγώνων του. Και είναι το τρίτο συνεχόμενο καλοκαίρι που συμβαίνει αυτό. Αυτό ήταν που μακροπρόθεσμα βοήθησε τον Παναθηναϊκό να αποκτήσει τη δυνατότητα να μεταλλάσσεται στη διάρκεια των αγώνων, χωρίς να χάνει τη συνοχή του, αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν ποτέ άμεσα.

Το 4-2-2-2 (έτσι μας το είπαν, έτσι σας το λέμε, όπως θα έλεγε και ο πολυαγαπημένος Μανώλης Μαυρομμάτης) δεν απέδωσε καρπούς, τουλάχιστον με τα εναλλακτικά σχήματα που μέχρι σήμερα το υπηρέτησαν και οι “πράσινοι” θα επιστρέψουν σε γνωστά μονοπάτια, με το μοναδικό ερωτηματικό να είναι εάν θα επιλεγεί σύστημα με δύο αμυντικούς μέσους ή έναν με εσωτερικούς μέσους στο πλευρό του.

Αυτό θα περιορίσει τους κινδύνους σε ό,τι αφορά στο ενδεχόμενο μη ετοιμότητας κάποιων νέων προσώπων, αλλά θα δώσει και μεγαλύτερη συνοχή και αυτοπεποίθηση στους ποδοσφαιριστές που ξέρουν πλέον πως να το εξυπηρετήσουν τακτικά. Κρατάω μια μικρή μόνο επιφύλαξη, για το εάν το 4-3-2-1, θα είναι το σύστημα με το οποίο θα παραταχθεί ο Παναθηναϊκός στο εκτός έδρας παιχνίδι, ανεξαρτήτως της σειράς των αγώνων.

Αντίθετα για το εντός έδρας παιχνίδι, το 2 στον χώρο της επίθεσης είναι πιο κοντά και στα “θέλω” και στα “μπορώ” της ομάδας του “τριφυλλιού”. Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα του Παναθηναϊκού θα είναι αρκετά διαφορετική, διανύοντας στο χορτάρι γνωστές διαδρομές, που θα επιτρέψουν περισσότερους αυτοματισμούς από αυτοσχεδιασμούς και απαντήσεις (στα προβλήματα) από γνώση και όχι απλά εμπειρία.

 

Οι διαφοροποιήσεις

Για παράδειγμα, ένας από τους λόγους που ο Παναθηναϊκός δεν μπόρεσε να λειτουργήσει επιθετικά στο πρώτο μέρος και ιδιαίτερα στο πρώτο μισάωρο (πριν δηλαδή την επίτευξη του πρώτου γκολ του Αίαντα), είναι το γεγονός ότι δεν είχε στο δημιουργικό κομμάτι τη συμμετοχή των ακραίων αμυντικών του, κάτι που αποτέλεσε σήμα κατατεθέν της ομάδας την προηγούμενη διετία. Έτσι έχουν μάθει να λειτουργούν και να κινούνται χωρίς τη μπάλα στο γήπεδο οι ποδοσφαιριστές του. Ο Βέμερ από δεξιά και ο Χουχούμης από αριστερά δεν είχαν τις προβλεπόμενες προωθήσεις, με δεδομένο ότι στο νέο σύστημα θα συνέβαλλαν (αλλά δεν) προς αυτή την κατεύθυνση οι Πράνιτς και Λουντ (παίζοντας από δεξιά, κάτι που δεν του είναι καθόλου οικείο), με αποτέλεσμα να περιοριστεί το παιχνίδι σε κινήσεις από τον άξονα.

Το θετικό είναι ότι βγήκαν 2-3 φάσεις, ως αποτέλεσμα κάθετων μεταβιβάσεων και κινήσεων, το αρνητικό ότι ήταν πολύ περιορισμένες αριθμητικά και δεν υπήρχε ασφαλώς ποικιλία. Από την άλλη υπήρξαν θετικά μηνύματα στην “πρώτη” του Βέμερ, που ήρθαν να επιβεβαιώσουν σε απόλυτο βαθμό τις συστάσεις που συνόδευσαν τον ερχομό του στο “τριφύλλι”.

Πολύ θετικός στα ανασταλτικά του καθήκοντα, είτε στο ένας εναντίον ενός, είτε σε αλληλοβοήθειες και κυρίως απόλυτα συγκεντρωμένος στη ροή του αγώνα και στις τοποθετήσεις του εντός περιοχής όταν ο Άγιαξ αναπτυσσόταν από δεξιά. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ φάση, στην οποία ο Άγιαξ έψαξε την απειλή στο δεύτερο δοκάρι και δεν ήταν εκεί ο Βέμερ για να απομακρύνει είτε με το κεφάλι, είτε με τα πόδια.

Στις δε στιγμές που προωθήθηκε, οι σέντρες του ήταν πλαγιομετωπικές και όχι απλά παράλληλες, γεγονός που διευκολύνει αφάνταστα το έργο επιθετικών της μιας επαφής, όπως είναι ο Μπεργκ και ο Καρέλης

Η μετατόπιση του Πράνιτς στο αριστερό άκρο της άμυνας στο δεύτερο σαρανταπεντάλεπτο, δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τον Κροάτη. Μόνο στον Παναθηναϊκό δεν έχει παίξει τη συγκεκριμένη θέση, παρά μόνο κάποια σκόρπια λεπτά στη διάρκεια της διετίας. Ανασταλτικά είχε λιγότερα προβλήματα από τον Χουχούμη και επιθετικά μπορεί επίσης να δώσει αυτό το “διαφορετικό” γέμισμα στην αντίπαλη περιοχή, φτάνει οι δυνάμεις του να του το επιτρέψουν.

Στην τελική ευθεία

Συμπερασματικά, οι “πράσινοι” δοκίμασαν και δοκιμάστηκαν σε κάποιες νέες αγωνιστικές καταστάσεις και ασφαλώς το αποτέλεσμα δεν μπορεί σε τόσο πρώιμο στάδιο, να είναι αντιπροσωπευτικό, της ικανότητάς τους να ανταποκριθούν.

Ωστόσο, μπαίνοντας πλέον στην τελική ευθεία της προετοιμασίας τους, αρχίζει και το ουσιαστικό μοντάρισμα της ομάδας που θα διεκδικήσει το ευρωπαϊκό όνειρο. Τα πραγματικά δεδομένα λένε ότι βρίσκονται σε καλύτερη θέση σε σχέση με το περσινό καλοκαίρι, αν και το αποτέλεσμα της κλήρωσης είναι αυτό που θα δώσει ξεκάθαρη απάντηση.

Και βέβαια βαρύνοντα ρόλο θα διαδραματίσει και το επίπεδο ετοιμότητας των δύο βαρύτερων (συν Μπεργκ) χαρτιών του φετινού ρόστερ, που είναι ο Μάικλ Εσιέν και ο Σέρχιο Σάντσεθ. Η παρουσία τους έστω και σε ποσοστό 80-90%, θα είναι συν, αλλά δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η απουσία, κυρίως του Εσιέν (και λιγότερο του Σάντσεθ) θα είναι μη διαχειρίσιμη και πολύ περισσότερο, καταστροφική.

Διαβάστε ακόμη

Παναθηναϊκός-Αγιαξ 0-2

Σχόλια

 

Πρώτη Σελίδα