Agostino di Bartolomei: Κίτρινος σαν ήλιος, Κόκκινος σαν καρδιά

Κατάθλιψη; Σχέσεις με τη μαφία; Υπέρογκα χρέη; Ουδείς θα μάθει γιατί ο Agostino di Bartolomei έβαλε τέλος στη ζωή του σε μία ημερομηνία που φαίνεται πως τον στοιχείωνε λόγω της απώλειας του μεγαλύτερου τίτλου που διεκδίκησε. Ο Zastro γυρίζει το χρόνο πίσω και γράφει για τον capitano της Ρόμα.

Ατάραχος, σοβαρός, ορθολογιστής. Ο χαρακτήρας του ήταν τόσο μακριά από ένα τόσο δραματικό τέλος, αλλά μια σειρά συμπτώσεων, αρνητικών γεγονότων, τον οδήγησαν στην απόγνωση: πρώτα απ' όλα ίσως, η αδυναμία του να επιστρέψει στον κανονικό κόσμο, μετά από μια ζωή σαν πρωταθλητής, σαν αρχηγός. Κίτρινος σαν τον ήλιο που έλαμπε πάνω από το Flaminio και μετά από το Olimpico, κόκκινος σαν την καρδιά που χτυπούσε μόνο για τη Magica, τη Roma, το καμάρι της Αιώνιας Πόλης. Είναι η ιστορία του Agostino di Bartolomei, του αδικοχαμένου αρχηγού, του παντοτινού αρχηγού της Magica.

Η ζωή στη Ρώμη είχε σταματήσει

Ήταν 30 Μαΐου 1984, στην Curva Sud δέσποζε ένα τεράστιο πανό, περίεργο για τους μη γνωρίζοντες: Giallo come il Sole, Rosso come il Cuore. Κίτρινος σαν τον ήλιο, κόκκινος σαν την καρδιά. Λυρικό στην απλότητά του, ξεπρόβαλε από τη θύρα φανατικών και αγκάλιαζε όλο το γήπεδο, ένα γήπεδο γεμάτο και στη δική του nirvana, τη δική του διέγερση. Εκείνη τη βραδιά η ζωή στη Ρώμη είχε σταματήσει. Η πόλη δεν φορούσε το κοστούμι της χαοτικής μητρόπολης, δεν ήταν κυνική, έτρεμε ολόκληρη, έκαιγε απ’ άκρη σ’ άκρη. Από τις πιο παραδοσιακές της συνοικίες, το Testaccio, το Trastevere, το Parioli, μέχρι την Περιφέρεια, τις εργατικές πολυκατοικίες του Raccordo Anulare που σφιχταγκαλιάζει κυκλικά την πρωτεύουσα.

 

Εκείνος ο τελικός εναντίον της Liverpool ήταν όλη η Ρώμη σε μια ιστορία, όλη η Πόλη σ’ έναν αγώνα, σ’ έναν τελικό. Υπήρχαν εκείνοι που είχαν δώσει πλαστά στοιχεία για να εξασφαλίσουν ένα εισιτήριο και με αμήχανο βλέμμα ευφορίας στέκονταν στην ουρά με το φόβο μήπως στον έλεγχο τους ανακαλύψουν. Υπήρχαν άλλοι που περίμεναν στωικά να ξεκινήσει η ιεροτελεστία, στοιβαγμένοι ώρες πριν στον περίβολο του σταδίου. Υπήρχαν χιλιάδες που είχαν ξεχυθεί στους δρόμους για να αναπνεύσουν, να βιώσουν το παιχνίδι στις πλατείες, αγκαλιά με τους τουρίστες, με ντόπιους, με συνοπαδούς που για εκείνο το βράδυ ήταν αδέρφια και οι γιγαντοοθόνες στην piazza Navona το οικογενειακό τραπέζι. Μπύρες, pannini, porchette, piadine, pizze al taglio, όλοι μια παρέα, μια οικογένεια, με έναν κοινό πόθο και σε μια ατμόσφαιρα γιορτής.

 

Υπήρχαν βέβαια και οι άλλοι, εκείνοι που ανομολόγητα θα παρακολουθούσαν από την τηλεόραση, βυθισμένοι σε μια πολυθρόνα, με το άγχος να τους κυριεύει μην τυχόν και ο «εχθρός» σηκώσει το μεγάλο Κύπελλο με τα’ αυτιά και η πόλη βαφτεί giallorossa για πάντα. Ήταν από τα πιο δύσκολα βράδια για τους οπαδούς της Lazio, ίσως το δυσκολότερο μετά το scudetto της περασμένης σεζόν που είχε  ήδη κάνει τη «ζημιά» και τα παιδάκια είχαν επιλέξει τη Roma.

Το Olimpico γιορτινό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη, τα τύμπανα ηχούσαν συγχρονισμένα, το γήπεδο ακολουθούσε στα «χέρια» που έδινε το πέταλο, τα συνθήματα ακούγονταν πιο δυνατά από ποτέ. Ο θόρυβος όσο πλησίαζε η ώρα του παιχνιδιού γινόταν ολοένα και πιο έντονος, όταν οι παίκτες ξεπρόβαλλαν στη φυσούνα σαν τους Μονομάχους στην αρένα του Κολοσσαίου, έγινε σχεδόν εκκωφαντικός. Πρώτος έβγαινε εκείνος, ο αρχηγός. “Ago-Ago-Agostino Gol” κραύγαζε το γήπεδο, που ήδη φαντασιωνόταν τον αρχηγό να σκοράρει με μια από τις γνωστές του οβίδες, να αρπάζει τη φανέλα και να φιλάει τη λύκαινα.

Ένα ματς διαφορετικό από τα άλλα

Δίπλα του ο Bruno Conti χοροπηδούσε σαν ξωτικό, δεν μπορούσε να σταθεί ακίνητος ούτε δευτερόλεπτο. Ο Tancredi χτυπούσε τα γάντια, διοχέτευε όλη του τη νευρικότητα στην τσίχλα που μασούσε εξαγριωμένα, ακόμα και ο στρατηγός Liedholm παρά το σκανδιναβικό αίμα που έρεε στις φλέβες του, τακτοποιούσε συνέχεια τα μαλλιά του, ήταν ήδη ιδρωμένος, εκείνος που είχε ζήσει τόσα πολλά. Ο μοναδικός ατάραχος, ο μοναδικός πλήρως συγκεντρωμένος ήταν ο Ago ή DiBa για τους φανατικούς της Curva Sud. Ο μόνος που δεν είχε λυγίσει από το άγχος, ο μόνος που ήταν προσηλωμένος στο στόχο.

Όταν οι ομάδες παρατάχθηκαν στο κέντρο του γηπέδου, καλά καλά δεν φαινόταν ποιος είναι ποιος, ένα τεράστιο κύμα καπνού από τις φωτοβολίδες είχε καλύψει τον ουρανό της Ρώμης, κραυγές χαράς και απόλυτης ηδονής από τους tifosi, Σφιχτά δεμένο στο μπράτσο το περιβραχιόνιο, η γνώριμη μελαχρινή φιγούρα κρατούσε το λάβαρο της ομάδας στο δεξί του χέρι, ήξερε μέσα του ότι αυτό ματς δεν είναι σαν όλα τα άλλα. Αυτό το ματς ήταν το όνειρό του, η παιδική του φαντασίωση, όταν από νήπιο κλωτσούσε μια μπάλα και έλαμπαν τα μάτια του μόνο και στην ιδέα να παίξει στη Roma.

 

Γεννημένος τον Απρίλη του ’55 στην Tor Marancia, στη γειτονιά που από μικρό τον φώναζαν «πρωταθλητή», εκεί στο κατηχητικό του San Filippo Neri, όταν τους περνούσε όλους με τη μπάλα κολλημένη στο πόδι του. Στη Roma πήγε ενώ ήταν ακόμα παιδί, δεν είχαν ξαναδεί τόσο σπάνια τεχνική κατάρτιση στα «τσικό» του συλλόγου. Πριν καν κλείσει τα 16 φόρεσε τη φανέλα της Magica, στα είκοσι ήταν κιόλας πρωταγωνιστής, στα 21 ηγέτης, στα 25 είχε γίνει αρχηγός. Σήκωσε πρώτος το scudetto στη Roma του Falcao, την ομάδα που ακόμη και σήμερα οι παλιοί romanisti θεωρούν την καλύτερη όλων των εποχών. Ο μύθος λέει ότι το περιβραχιόνιο το έπαιρνε μαζί στο σπίτι, το φύλαγε σε ένα παλιό carillon και δεν άφηνε να το ακουμπάει κανένας.

Μετά την ήττα από τη Liverpool σε εκείνον τον τελικό του ‘84, έφυγε. Ήταν η τελευταία του χρονιά, εκείνη που τον πλήγωσε πιο πολύ απ’ όλες. Πήγε στη Milan, αργότερα στην Cesena, στο τέλος στη Salernitana, αλλά η καρδιά του χτυπούσε ακόμα για τη Magica. H Roma ήταν ο έρωτάς του, το μοναδικό πράγμα στη ζωή του που έβγαζε τη μελαγχολία από μέσα του, το αντίδοτο στη μελαγχολία του. Εκείνος ο τελικός είχε μείνει σαράκι στην ψυχή του, με κάθε ευκαιρία ξανάφερνε πίσω στο νου εκείνο το συναίσθημα, όταν πάτησε το χορτάρι στο Olimpico. Κάθε φορά το φιλμ ήταν ακριβώς το ίδιο.

Ούτε ένας μορφασμός, μια σύσπαση στο πρόσωπο, ένα μισό χαμόγελο, ένα νεύμα. Τίποτα. Γύρω του ο κόσμος καιγόταν, η αδρεναλίνη χτυπούσε κόκκινα, το γήπεδο ήταν έτοιμο να εκραγεί κι εκείνος ήταν συνοφρυωμένος, το βλέμμα του ήταν παγωμένο, είχε κατορθώσει και πάλι να τα κρύψει όλα μέσα του, να κλειδώσει σκέψεις και συναισθήματα στο βάθος του μυαλού και της ψυχής του. Έσπασε μόνο όταν με την άκρη του ματιού είδε το πανό: giallo come il sole, rosso come il cuore. Χαμογέλασε και ύψωσε το βλέμμα στον ουρανό, σαν να λέει ευχαριστώ. Σε εκείνο το ευχαριστώ, σταμάτησε το δικό του ρολόι, ο δικός του χρόνος.

Ο επίλογος

Είναι οκτώ το πρωί της 30ης Μαΐου 1994, όταν ο Di Bartolomei, όχι πια ο DiBa ή ο Ago, όχι ο αρχηγός της Roma που πήρε το πρωτάθλημα και έφτασε σε εκείνον τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, ξυπνάει για να ξεκινήσει τη μέρα του. Μια μέρα συνηθισμένη, κανονική, τετριμμένη, ενός οποιουδήποτε ανθρώπου. Βγαίνει από το δωμάτιο σιωπηρά, προσεκτικά να μην ξυπνήσει την αγαπημένη του Μαρίζα, την αεροσυνοδό που συμπτωματικά είχε γνωρίσει τη χρονιά που η Roma κατέκτησε το ιστορικό scudetto.

 

Κατεβαίνει ράθυμα τα σκαλιά προς το σαλόνι, στο πανέμορφο παραδοσιακό αρχοντικό της οικογένειας στο San Marco Castellabate, ένα μικρό χωριό κοντά στο Salerno. Ρίχνει ένα φευγαλέο βλέμμα στην ήρεμη θάλασσα και πηγαίνει στο γραφείο του. Ανοίγει το συρτάρι και βγάζει ένα όπλο. Είναι ένα 38άρι Smith & Wesson. Το γεμίζει και απασφαλίζει καθώς κατευθύνεται στη βεράντα, εκεί μπροστά στην ήρεμη θάλασσα. Μισοκλείνει τη μπαλκονόπορτα πίσω του, παίρνει μια βαθιά εισπνοή και το στρέφει επάνω του, ακριβώς στο μέρος της καρδιάς. Τραβάει τη σκανδάλη, σωριάζεται στο πάτωμα, μαύρο.

Κίτρινος σαν τον ήλιο, κόκκινος σαν την καρδιά. Έχουν περάσει ακριβώς δέκα χρόνια  από εκείνον τον άτυχο τελικό του Olimpico, Η μοίρα έχει παίξει ένα πολύ σκληρό παιχνίδι φέρνοντας και πάλι στο νου εκείνο το πανό, εκείνες τις φράσεις που τότε μοιάζαν γιορτινές. Τούτη τη φορά ο ήλιος είχε κρυφτεί από τα σύννεφα στον ουρανό της Campania, κόκκινο ήταν μόνο το αίμα του Di Bartolomei που πλημμύρισε τον τόπο. Δυο φορές σταμάτησε η καρδιά της Roma, μια σε εκείνον τον τελικό με τη Liverpool και δεύτερη σε εκείνο το μπαλκόνι στο Castellabate. Μόνο που τούτη τη φορά, δεν είναι μεταφορική έννοια.

Το κίτρινο επισκιάστηκε από το κόκκινο, ο ήλιος σκοτείνιασε, κρύφτηκε, εξαφανίστηκε. Κι αν μετά από εκείνον τον τελικό οι tifosi είχαν πληγωθεί, τώρα η είδηση του χαμού του Ago σταμάτησε και τη δική τους καρδιά. Κι ας είχαν περάσει δέκα χρόνια κι ας είχε παραδώσει τα σκήπτρα η παλιά φρουρά στην καινούρια. Ο χρόνος είναι ανελέητος, ο ήρωας του χτες είναι ένας ανώνυμος του σήμερα, στη Ρώμη όμως υπήρχε πάντα αυτό το αόρατο νήμα που ένωνε το παλιό με το νέο, η πεποίθηση ότι ο αρχηγός είναι πάντα εκεί, έστω μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά κι αν χρειαστεί θα επιστρέψει για να ξανακάνει τη Roma μεγάλη.

Δεν είναι φυσιολογική αυτή η ροή των πραγμάτων, ο χρόνος είναι αμείλικτος, μια δίνη δίχως αρχή και τέλος, αλλά είμαστε εκεί, η ιστορία είναι εκεί, οι αναμνήσεις, οι θύμησες, αν χρειαστεί επιστρέφουμε στο παρελθόν για να θεραπεύσουμε το μέλλον. Ο Agostino δεν μπόρεσε να αντισταθεί, χάθηκε στον κυκεώνα του μεσοδιαστήματος, δεν άντεξε το «μετά», δεν ξέχασε ποτέ το πριν, δεν έβγαλε ποτέ από μέσα του αυτά που τον βασάνιζαν, δεν εξωτερίκευσε ποτέ τα συναισθήματά του. Πολλοί είπαν ότι δεν μεταβόλισε ποτέ την τεράστια αλλαγή στη ζωή του. Από θεός και αγαπητός, σε βετεράνο, πρώην, τέως. Αυτή όμως είναι η μοίρα των αθλητών, έχουν ημερομηνία λήξης.

Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι όσο είσαι εκεί, κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας, στο επίκεντρο, το περιβάλλον σε προστατεύει, έτσι είναι ο αθλητισμός, το ποδόσφαιρο σε υψηλό επίπεδο. Όσο διαρκεί σε κακομαθαίνει ή σε καλομαθαίνει, σε γεμίζει συναισθήματα, σε ανακηρύσσει πρωταγωνιστή μιας εικονικής πραγματικότητας. Όσο σκληρό και κυνικό κι αν φαίνεται όμως, αυτήν την πραγματικότητα στην παίρνει πίσω μεμιάς, σε αφήνει ολομόναχο όταν σβήνουν τα φώτα της ράμπας.

 

Δεν έγινε καλλιτέχνης στη ζωή

«Είμαι ανάμεσα σε δύο κόσμους, αλλά δεν αισθάνομαι δικό μου κανέναν» έλεγε ο Tonio Kroger, ο ήρωας του Thomas Mann αναφερόμενος στην ιδιότητα του ως καλλιτέχνη καταδικασμένο να «παραπλανεί» και να «αποπλανεί» το κοινό του. Καλλιτέχνες είναι και οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές, πλανεύουν το κοινό που πάντα τους λατρεύει και εξιδανικεύει το παρελθόν, αλλά τους καταδικάζει να ζουν στο limbo μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Το παρόν πουθενά. Από τη μία οι αναμνήσεις και από την άλλη ο αδυσώπητος χρόνος που σιγά σιγά κάνει τα ανδραγαθήματα να ξεθωριάζουν.

Το δράμα του Di Bartolomei ήταν αυτό. Δεν διαχειρίστηκε ποτέ το πέρασμα στην απέναντι όχθη, δεν κατόρθωσε από καλλιτέχνης του ποδοσφαίρου να γίνει και καλλιτέχνης στη ζωή. O άτρωτος, ο αρχηγός, η εμβληματική φιγούρα, έγινε κοινός θνητός, αποσύρθηκε μακριά από τον τόπο που λατρεύτηκε πολύ απλά γιατί δεν τον λάτρευαν όπως παλιά, όπως «τότε». Κι ας ήταν αντι-ήρωας κι ας ήταν μποέμ και κλειστός χαρακτήρας. Έφυγε και ασχολήθηκε με επιχειρήσεις, έψαχνε το thrill που έκαιγε την ψυχή του όταν έβγαινε στο χόρτο, αλλά δεν μπόρεσε να το βρει ποτέ.

 

Επέλεξε τη μοναχικότητά του, τις σκοτεινές πτυχές του χαρακτήρα του, την αποστασιοποίηση και ήθελε να επιστρέφει μόνο όταν έλειπε. Κάθε χρόνο όμως έλειπε και λιγότερο, κάθε χρόνος έμοιαζε με δεκαετία, γινόταν πιο βαρύς, πιο ξένος με το χώρο. Επέλεξε να πεθάνει, να κοιμηθεί. Αυτό είναι. Να κοιμηθεί και να γλιτώσει από τον πόνο και τα χίλια δύο δεινά που πλέον διαφάντευαν τη ζωή του και του κατέτρωγαν τις σάρκες. Επέλεξε να πεθάνει, να κοιμηθεί, μήπως ξαναονειρευτεί τη ζωή του όπως την έζησε πριν τον καταστρέψει η Camorra όπως ψιθύριζαν όλοι τότε.

"Αισθάνομαι κλεισμένος σε μια τρύπα"

Κανείς δεν ξέρει, δεν θα μάθουμε ποτέ τις σχέσεις με το οργανωμένο έγκλημα, αν ποτέ υπήρξαν. Τα φημολογούμενα υπέρογκα χρέη σε κάποιον τοπικό boss που τον πίεζε και απειλούσε την οικογένειά του, είναι μια άλλη εκδοχή για τα αίτια της αυτοκτονίας του. Η κατάθλιψη από την αδυναμία του να διαχειριστεί το «μετά» η επικρατούσα άποψη. Είναι τρομερό αλλά στη Ρώμη ακόμα τον θυμούνται όλοι, δεν τον ξέχασαν ποτέ. Ίσως αυτό να ήθελε κι εκείνος, αλλά επέλεξε το χειρότερο δυνατό τρόπο για να μείνει ανεξίτηλος στην ιστορία της Roma.

Η γυναίκα του μετά το σοκ βρήκε κι ένα σημείωμα στο συρτάρι από το οποίο πήρε το όπλο: “mi sento chiuso in un buco”. «Αισθάνομαι κλεισμένος σε μια τρύπα». Στις 20 Σεπτεμβρίου του 2012 ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στο hall of fame της Roma. Έχουν γραφτεί γι’ αυτόν βιβλία, γυρίστηκαν ντοκιμαντέρ, ταινίες, εμπνευσμένες από τη ζωή και το θάνατό του, δρόμοι και γήπεδα πήραν το όνομά του, ο γνωστός Ιταλός τραγουδοποιός Antonello Venditti, έγραψε για εκείνον κι ένα τραγούδι: “Tradimento e perdono”. Προδοσία και άφεση αμαρτιών. Η Ρώμη προτιμά να τον θυμάται όπως σ’ εκείνο το πανό που δεν ξαναναρτήθηκε ποτέ στην Curva Sud: giallo come il sole, rosso come il cuore. Kίτρινο σαν τον ήλιο, Kόκκινο σαν την καρδιά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Ι love this (80s) game

I love this game

Τσίπρας ΕΞΑΓΓΕΛΙΑ ΤΣΙΠΡΑ

13η σύνταξη και αναστολή ΦΠΑ στα νησιά με πρόσφυγες

Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε μέτρα από το πλεόνασμα του 2016. Ποιοι οι δικαιούχοι της 13ης σύνταξης που θα δοθεί αντισυμμετρικά στους χαμηλοσυνταξιούχους εν είδει έκτακτης ενίσχυσης αυτές τις γιορτές. "Η Ευρώπη χρωστά στους νησιώτες μας" τόνισε εξαγγέλλοντας αναστολή ΦΠΑ στα νησιά Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου

Σχόλια

 

Πρώτη Σελίδα