Γκαμπριέλ Μπατιστούτα: Ένας ρομαντικός εκτελεστής

Ο θρύλος του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, Γκαμπριέλ Μπατιστούτα γιορτάζει τα 48α γενέθλιά του και το Contra.gr κάνει μία αναδρομή στην πλούσια και ξεχωριστή καριέρα του.

Η 1η Φεβρουαρίου δεν είναι μία συνηθισμένη ημέρα στη Φλωρεντία. Δεν θα μπορούσε να είναι άλλωστε από την στιγμή που έχει γενέθλια η εμβληματικότερη μορφή που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Φιορεντίνα. Ο ποδοσφαιριστής που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του τόσο στο ιταλικό όσο και στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Ένα "θαύμα της φύσης", όπως έχει χαρακτηριστεί πολλάκις από συμπαίκτες, δημοσιογράφους και απλούς φιλάθλους. Αναφερόμαστε φυσικά στον Γκραμπριέλ Ομάρ Μπατιστούτα, ο οποίος γίνεται 48 ετών. Γι' αυτό το λόγο το Contra.gr κάνει μία αναδρομή στην ξεχωριστή και πλούσια καριέρα του.

Γεννημένος το 1969 σε μία μικρή πόλη της Αργεντινής, την Αβεγιανέβα ο Μπατιστούτα έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας του ήταν αγρότης και εργαζόταν σ' ένα σφαγείο πουλερικών, ενώ η μητέρα του ήταν γραμματέας σ' ένα σχολείο. Ο ίδιος και τα τρία αδέρφια του αναγκάστηκαν από πολύ μικρή ηλικία να δουλέψουν στο οικογενειακό αγρόκτημα προκειμένου να βοηθήσουν τους γονείς τους, αφού δεν υπήρχε η δυνατότητα για σπουδές. Παρότι ονειρευόταν να γίνει μηχανικός ή γιατρός, οι αρκετές ώρες ενασχόλησης με τη φάρμα δεν του άφηναν περιθώρια για μελέτη. Αντίθετα, λόγω ύψους παρουσίαζε μία... κλίση προς τα ομαδικά σπορ και συγκεκριμένα το βόλεϊ και το μπάσκετ.

Σκεφτόμουν διαρκώς πως ήθελα να επιστρέψω σπίτι μου

Όλα αυτά μέχρι το 1978. Τότε άλλαξαν τα πάντα. Η Αργεντινή κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο στο ποδόσφαιρο και ο Μπατιστούτα γοητεύτηκε από την... στρογγυλή θεά. Επηρεασμένος από την μεγάλη επιτυχία της "αλμπισελέστε" ο νεαρός "Μπάτι" άρχισε να παίζει μπάλα στις φτωχογειτονιές και στους δρόμους της γενέτειράς του, ξυπόλυτος , χωρίς να γνωρίζει πως σε λίγα χρόνια όλος ο κόσμος θα "παραμιλούσε" με τα κατορθώματά του.

Σε ηλικία 15 ετών, υπέγραψε στην Πλατένσε, μία τοπική ομάδα, η οποία έφθασε μέχρι την κατάκτηση του επαρχιακού πρωταθλήματος, επικρατώντας στον μεγάλο τελικό της Νιούελς Ολντ Μπόις. Ο Μπατιστούτα σκόραρε δις απέναντι στη Νιούελς, με αποτέλεσμα να τραβήξει τα βλέμματα των σκάουτ της ομάδας, οι οποίοι μαγεύτηκαν από τη δύναμη και την εκτελεστική δεινότητα του. Αποτέλεσμα; Του προτάθηκε άμεσα επαγγελματικό συμβόλαιο. Ο Μπατιστούτα εμφανίστηκε αρχικά αρνητικός σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο, καθώς δεν ήθελε να αποχωριστεί την οικογένεια του και να σταματήσει το σχολείο. Όμως, μετά την παρέμβαση του υπεύθυνου των ακαδημιών της Νιούελς, Χόρχε Γκρίφα, ο οποίος δεσμεύτηκε πως ο σύλλογος θα πληρώσει τα δίδακτρα για την εκπαίδευσή του στο Ροζάριο, ο "Μπάτι" πείστηκε να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα.

Το πρώτο διάστημα στο Ροζάριο δεν ήταν εύκολο, αφού αντιμετώπισε προβλήματα με τον έλεγχο του βάρους του. Η μοναξιά σε συνδυασμό με το γεγονός πως ζούσε σ' ένα μικρό δωμάτιο μέσα στο γήπεδο της Νιούελς τον έβαζε σε δεύτερες σκέψεις για το αν είχε κάνει τη σωστή επιλογή. Μετά από πολλά χρόνια ο Μπατιστούτα θα παραδεχόταν πως "δεν ήταν εύκολες στιγμές... Μου έλειπε πολύ η οικογένειά μου και δεν είχα αρκετά χρήματα. Σκεφτόμουν διαρκώς πως ήθελα να επιστρέψω σπίτι μου".

Παρόλα αυτά, στο γήπεδο δεν υπήρχαν... δεύτερες σκέψεις. Από τις πρώτες αναμετρήσεις έδειξε πως αποτελεί ένα ξεχωριστό ταλέντο, κερδίζοντας άμεσα τον προβιβασμό στην πρώτη ομάδα. Το 1988 πραγματοποίησε το επίσημο ντεμπούτο με τη φανέλα της Νιούελς, ενώ αγωνίστηκε και στον μεγάλο τελικό του Copa Libertadores. Η ικανότητα να βρίσκει δίχτυα με κάθε τρόπο μέσα από την μεγάλη περιοχή, αλλά και οι... ομηρικές μάχες που έδινε με τους αντίπαλους αμυντικούς, ανάγκασαν τους δημοσιογράφους να του δώσουν το προσωνύμιο "θηρίο". Όσον αφορά στους φίλους της Νιούελς, τον λάτρεψαν από την πρώτη στιγμή λόγω της εργατικότητας και της αποφασιστικότητας του.

Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του αναζήτησε άμεσα δουλειά για να μπορέσει να συνεχίσει το ποδόσφαιρο, αφού εκείνη την εποχή τα χρήματα που προσέφεραν οι ομάδες ήταν ελάχιστα. Ο "Μπάτι" χρειάστηκε να κουρέψει το γκαζόν, να καθαρίσει τα τζάμια και να μαζέψει τα σκουπίδια από τις εξέδρες του "Ελ Κολόζο ντελ Παρκ" για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Τα χρήματα δεν έπαιξαν ποτέ καθοριστική σημασία στην καριέρα του, όπως αποδείχθηκε με το πέρασμα των ετών.

 

Η κόντρα με τον Πασαρέλα και η... εκδίκηση στο Copa Libertadores

Ύστερα από μόλις ένα χρόνο στη Νιούελς μεταγράφηκε στη Ρίβερ Πλέιτ, όμως άμεσα βρέθηκε μπροστά σε μία σημαντική αλλαγή, αφού ο άνθρωπος που ζήτησε επιτακτικά την απόκτησή του, ο Ρεϊνάλντο Μέρλο αποτέλεσε παρελθόν από την τεχνική ηγεσία του συλλόγου. Στη θέση του επιλέχθηκε ο θρύλος του αργεντίνικου ποδοσφαίρου, Ντανιέλ Παρασέλα. Παρά τον θαυμασμό του Μπατιστούτα προς το πρόσωπο του Πασαρέλα, ο οποίος ήταν ο αρχηγός της Αργεντινής στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, οι δύο τους είχαν αρκετές διαφωνίες και φιλονικίες μέσα στη χρονιά.

Ο Πασαρέλα δεν θεωρούσε πως ο νεαρός -τότε- Αργεντινός επιθετικός είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει μία μεγάλη καριέρα. Γι' αυτό το λόγο τον έθεσε εκτός ομάδας, με αποτέλεσμα ο Μπατιστούτα να βλέπει τα παιχνίδια της Ρίβερ από την εξέδρα. Όμως, η συγκεκριμένη απόφαση περισσότερο "πείσμωσε" παρά απογοήτευσε τον "Μπάτι", ο οποίος άρχισε να προπονείται με περισσότερο ζήλο, επικεντρώθηκε στις αδυναμίες του, βελτίωσε τα θετικά στοιχεία του και κατάφερε να μετατραπεί σ' έναν ολοκληρωμένο σκόρερ.

Παρά την... υπερπροσπάθεια να αποδείξει πως αξίζει της προσοχής του Πασαρέλα, στο τέλος της σεζόν 1989/90 θα δει την πόρτα της εξόδου από το "Μονουμεντάλ". Όμως, δεν θα τα... βάψει μαύρα, αφού θα έρθει σε συμφωνία με τη "μισητή αντίπαλο" της Ρίβερ Πλέιτ, την Μπόκα Τζούνιορς, την οποία υποστήριζε από μικρό παιδί. Ο τεχνικός της Μπόκα, Όσκαρ Ταμπάρες διέκρινε στον 21χρονο άσο στοιχεία που τον καθιστούσαν βασικό κι αναντικατάστατο στέλεχος στα πλάνα του.

Ο Μπατιστούτα τον δικαίωσε απόλυτα, καθώς ολοκλήρωσε τη σεζόν με 13 γκολ σε 29 συμμετοχές, έχοντας καταλυτική συμβολή στην κατάκτηση του πρωταθλήματος Clausura. Παράλληλα, επιβεβαίωσε τη φράση "η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο", μιας και η τύχη τα έφερε έτσι ώστε η Μπόκα Τζούνιορς να αναμετρηθεί με τη Ρίβερ Πλέιτ στους ομίλους του Copa Libertadores, με τον Μπατιστούτα να πετυχαίνει δύο γκολ και να μετατρέπεται στον απόλυτο πρωταγωνιστή της αναμέτρησης.

 

To ονειρικό Copa America, η μεταγραφή στη Φιορεντίνα κι ο υποβιβασμός

Η επιβράβευση των κόπων του δεν άργησε να έρθει, αφού στο τέλος εκείνης της σεζόν ο Ομοσπονδιακός τεχνικός της εθνικής Αργεντινής, Άλφιο Μπαζίλε τον κάλεσε στην αποστολή για το Copa America που λάμβανε χώρα στα γήπεδα της Χιλής. Ο "Μπάτι" για να τον... ευχαριστήσει σημείωσε δύο γκολ στο ντεμπούτο του κόντρα στη Βενεζουέλα. Όμως, αυτό ήταν μόνο η αρχή, καθώς βρήκε δίχτυα ακόμη τέσσερις φορές, παίρνοντας από το... χέρι την Αργεντινή και οδηγώντας την στην κατάκτηση του βαρύτιμου τροπαίου. Αποκορύφωμα, το καθοριστικό γκολ στον τελικό απέναντι στην Κολομβία που χάρισε -σε μεγάλο βαθμό- τον τίτλο στην ομάδα του.

Η τεράστια επιτυχία με την Αργεντινή αποτέλεσε το "διαβατήριο" για τη μεταγραφή σε ευρωπαϊκό σύλλογο. Παρά τις αντιρρήσεις του Ταμπάρες, ο οποίος, όπως είναι λογικό, δεν ήθελε να χάσει ένα πολύτιμο γρανάζι της μηχανής του, ο Μπατιστούτα ήταν έτοιμος για το μεγάλο βήμα στην καριέρα του. Αρκετοί σύλλογοι ενδιαφέρθηκαν για την απόκτησή του, αλλά τελικά η Φιορεντίνα βγήκε νικήτρια στον... χορό δισεκατομμυρίων που στήθηκε στα πόδια του, καταβάλλοντας 12.000.000.000 ιταλικές λίρες στην Μπόκα Τζούνιορς. Μαζί με τον Μπατιστούτα στην Φλωρεντία μετακόμισε κι ο Ντιέγκο Λατόρε που είχε εντυπωσιάσει στα γήπεδα της Χιλής με την "αλμπισελέστε" και θεωρήθηκε ο νέος "Μαραντόνα". Τελικά, οι μόλις δύο συμμετοχές που πραγματοποίησε με τους "Βιόλα" απέδειξαν πως ήταν άνθρακες ο θησαυρός.

Αντίθετα, ο Μπατιστούτα κατάφερε να κερδίσει απευθείας την εκτίμηση των φιλάθλων της ιταλικής ομάδας, σημειώνοντας 13 γκολ με το... καλημέρα στο ιταλικό πρωτάθλημα. Η επόμενη σεζόν σε -συλλογικό επίπεδο- αποδείχθηκε καταστροφική, αφού παρά τα 16 γκολ που σημείωσε ο Αργεντινός, οι "Βιόλα" δεν απέφυγαν τον υποβιβασμό στη Serie B. Η πτώση στη 2η κατηγορία του ιταλικού ποδοσφαίρου άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, με αρκετούς πρωτοκλασάτους ποδοσφαιριστές να βλέπουν την πόρτα της εξόδου. Εκείνο το καλοκαίρι ο χαρισματικός "Μπάτι" βρέθηκε μπροστά σ' ένα κρίσιμο σταυροδρόμι για την καριέρα του. Ή θα ακολουθούσε τη Φιορεντίνα στα γήπεδα της Serie B ή θα αποδεχόταν μία από τις... πλουσιοπάροχες προτάσεις που είχε στα χέρια του.

 

Όταν έκλαψα για τη Φιορεντίνα

Τελικά, γι' ακόμη μία φορά μίλησε η καρδιά κι όχι η λογική. Ο Μπατιστούτα επέλεξε να ακολουθήσει τους "Βιόλα" στη δεύτερη κατηγορία και πλέον τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο σε συναισθηματικό επίπεδο ανάμεσα στις δύο πλευρές. "Ερωτεύτηκα την πόλη και την ατμόσφαιρα και είπα στον εαυτό μου ότι θα μείνω εκεί. Ήταν μια εποχή που με ήθελαν ομάδες όπως η Ρεάλ και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ", αποκάλυψε λίγα χρόνια αργότερα.

Ο Μπατιστούτα επέλεξε να επαναφέρει στον "αφρό" του ιταλικού ποδοσφαίρου τη Φιορεντίνα και έκανε άμεσα πράξη την υπόσχεσή του. Πέτυχε 16 γκολ, υπό τις οδηγίες του Κλαούντιο Ρανιέρι και οδήγησε την ιταλική ομάδα εκεί που ανήκε. Στη Serie A. Για τον ίδιο, η πρόκληση να "μεγαλώσει" ποδοσφαιρικά μία ομάδα όπως η Φιορεντίνα ήταν σπουδαιότερη από το να μεταγραφεί σε έναν κορυφαίο σύλλογο της Ευρώπης που κατακτά διαρκώς τρόπαια. Αυτός ήταν ο τρόπος που προσέγγιζε το ποδόσφαιρο και ποτέ δεν άλλαξε τα πιστεύω του για τα χρήματα ή τη δόξα. Ήταν πάντα πρόθυμος να πολεμήσει, να εργαστεί σκληρά και να επιτύχει τους στόχους που είχε θέσει πάντα σε συνάρτηση με το καλό της ομάδας του.

Παράλληλα, με την επιστροφή της Φιορεντίνα στην κορυφαία κατηγορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, ο Μπατιστούτα αγωνίστηκε για πρώτη φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Το ντεμπούτο ήταν ιδανικό, καθώς σημείωσε χατ τρικ απέναντι στην Ελλάδα (4-0). Παρόλα αυτά, η μέτρια πορεία της Αργεντινής και ο αποκλεισμός-έκπληξη στους "16" της διοργάνωσης δεν του έδωσαν την ευκαιρία να ξεδιπλώσει κι άλλες αρετές του σπουδαίου ταλέντου του. Η μέτρια παρουσία στο Μουντιάλ αγρίεψε τον "Μπάτι-γκολ", ο οποίος, δικαιώνοντας το προσωνύμιό του, πέτυχε 26 γκολ και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος τη σεζόν 1994-95. Μάλιστα, έσπασε το θρυλικό ρεκόρ του Έτσιο Πασκούτι, σημειώνοντας γκολ για 11 σερί αγωνιστικές.

Η επόμενη σεζόν θα είναι ακόμη καλύτερη σε συλλογικό επίπεδο, αφού η Φιορεντίνα θα κατακτήσει το Coppa Italia και το Super Coppa, με τον Μπατιστούτα να παίζει το πιο ολοκληρωμένο ποδόσφαιρο της καριέρας του. Το 1998 οι "Βιόλα" έφτασαν μέχρι τους "4" του Κυπέλλου Κυπελλούχων, αλλά η εκπληκτική Μπαρτσελόνα του Ρονάλντο έβαλε "στοπ" στα όνειρα της ιταλικής ομάδας για κατάκτηση του τροπαίου. Παρά τις επιτυχίες με τη Φιορεντίνα, η απόφαση της αργεντίνικης Ομοσπονδίας να εμπιστευτεί τις τύχες του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος στον Ντανιέλ Πασαρέλα έθεσε εν αμφιβόλω τη συμμετοχή του Μπατιστούτα στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 λόγω του... πρότερου βίου των δύο ανδρών.

 

Μετά από γενική... κατακραυγή ο Πασαρέλα άφησε στην άκρη τους εγωισμούς και κάλεσε τον Μπατιστούτα στην 22μελή αποστολή. Το ξεκίνημα είναι φανταστικό, αφού ο 29χρονος άσος πετυχαίνει το μοναδικό γκολ στον αγώνα με την Ιαπωνία για τους ομίλους και μία εβδομάδα αργότερα σημειώνει χατ τρικ απέναντι στην Τζαμάικα. Η "αλμπισελέστε" φτάνει μέχρι τους "8", αλλά εκεί γνωρίζει την ήττα με 2-1 από την Ολλανδία και αποχαιρετά τη διοργάνωση. Η επιστροφή στη Φλωρεντία θα σημάνει ακόμη μία παραγωγική σεζόν, με τη Φιορεντίνα να "χτυπά" στα ίσα το πρωτάθλημα για μεγάλο μέρος της χρονιάς, αλλά στο τέλος να τερματίζει στην 3η θέση. Μετά από οκτώ χρόνια, ο Αργεντινός ηγέτης εκφράζει για πρώτη φορά την επιθυμία να αποχωρήσει από την ομάδα, αλλά ύστερα από πιέσεις του μεγαλομετόχου, Τσέκι Γκόρι και του προπονητή, Τζιοβάνι Τραπατόνι αποφασίζει να παραμείνει.

Όμως, το τέλος μίας ξεχωριστής σχέσης φαντάζει προδιαγεγραμμένο. Το καλοκαίρι του 2000 η Ρόμα "τινάζει την μπάνκα", προσφέρει 31.000.000 ευρώ και προσθέτει στη φαρέτρα της τον "Μπάτι-γκολ", ο οποίος μετά από 9 χρόνια αισθάνεται έτοιμος για μία νέα πρόκληση στην καριέρα του, με απώτερο σκοπό την κατάκτηση του πολυπόθητου scudetto. Την εννιαετία που φόρεσε τη φανέλα της Φιορεντίνα σημείωσε 168 σε 269 αγώνες, όντας ο πρώτος σκόρερ όλων των εποχών για την ιταλική ομάδα. Η απόφαση να μεταγραφεί στους "τζιαλορόσι" αποδεικνύεται σωστή, αφού μαζί με τους Φραντσέσκο Τότι και Βιντσέντσο Μοντέλα συνθέτουν μία απίθανη επιθετική τριπλέτα που "διαλύει" τις αντίπαλες άμυνες και φέρνει στη Ρώμη το πρωτάθλημα για πρώτη φορά μετά το 1983. Ο ίδιος πετύχαινει 20 γκολ και έχει καθοριστική συμβολή στην τεράστια επιτυχία. Όμως, υπάρχει μία στιγμή μέσα στη σεζόν που αποκτά ξεχωριστή σημασία λόγω της αντίδρασης του. Ο Αργεντινός πετυχαίνει ένα μαγικό γκολ απέναντι στη Φιορεντίνα στο "Ολίμπικο", το οποίο χαρίζει τη νίκη στην ομάδα του, αλλά δεν αντέχει τη συναισθηματική φόρτιση και δακρύζει από τη συγκίνηση.

 

Το "τέλος", η περιπέτεια στο Κατάρ και η συγκλονιστική εξομολόγηση

Σε εθνικό επίπεδο, ο Μπατιστούτα θα αγωνιστεί σε τρίτο σερί Παγκόσμιο Κύπελλο, αλλά η πορεία της Αργεντινής, παρά τις απαιτήσεις που υπήρχαν ήταν απογοητευτική. Αποκλείστηκε για πρώτη φορά μετά από το 1962 σε φάση ομίλων, παρά το γεγονός πως πριν την έναρξη της διοργάνωσης θεωρείτο ένα από τα φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Παρόλα αυτά, ο "Μπάτι-γκολ" θα καταφέρει να βρει δίχτυα στον αγώνα με τη Νιγηρία, φτάνοντας τα 10 τέρματα σε τελική φάση Μουντιάλ, τα οποία και τον κατατάσσουν στην έκτη θέση της λίστας με τους κορυφαίους σκόρερ. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002 θα αποτελέσει το "κύκνειο άσμα" για τον ίδιο με το εθνόσημο.

"Πέρασα 10 υπέροχα χρόνια αγωνιζόμενος για την Αργεντινή, αλλά αυτή είναι η χειρότερη στιγμή μου. Είχα ονειρευτεί να ολοκληρώσω την καριέρα με το εθνόσημο με διαφορετικό τρόπο. Ήθελα να αποχωρήσω, έχοντας κατακτήσει πρώτα το Παγκόσμιο Κύπελλο. Όμως, δεν τα κατάφερα. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Τουλάχιστον, όταν θα πέφτω για ύπνο και θα κοιτάζω πίσω θα ξέρω πως έδωσα τα πάντα γι' αυτή την ομάδα", ήταν τα αποχαιρετιστήρια λόγια του. Σε 78 αγώνες πέτυχε 56 γκολ και παραμένει -μέχρι και σήμερα- ο πρώτος σκόρερ όλων των εποχών.

 

Μετά από 3 χρόνια στη Ρόμα, με μία στάση στην Ίντερ με τη μορφή δανεισμού, ο Μπατιστούτα θα πάρει την απόφαση να συνεχίσει την καριέρα του στο Κατάρ για χάρη της Αλ Αραμπί. Στη διετία που έμεινε στην Ντόχα, σημείωσε 25 γκολ σε 18 συμμετοχές και "μάγεψε" με την αστείρευτη ποιότητά του τους... σεΐχηδες, παρότι ήταν 36 ετών.

Αφότου κρέμασε τα ποδοσφαιρικά παπούτσια του αποτραβήχτηκε από τα φώτα της δημοσιότητας, εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων υγείας, τα οποία αποκάλυψε τον Αύγουστο του 2014, σε μία συνέντευξη-ποταμό σε αργεντίνικο τηλεοπτικό δίκτυο.

"Όταν σταμάτησα το ποδόσφαιρο αμέσως μετά από λίγο καιρό βρέθηκα σε μία θέση όπου αδυνατούσα να περπατήσω. Δεν μπορούσα καν να σηκωθώ από το κρεβάτι και κατουριόμουν πάνω μου. Ο πόνος στους αστραγάλους ήταν αφόρητος, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να ζητήσω από το γιατρό μου να μου κόψει τα πόδια",  ανέφερε χαρακτηριστικά, συγκλονίζοντας τον ποδοσφαιρικό πλανήτη.

Περίπου ένα χρόνο νωρίτερα και συγκεκριμένα στις 3 Δεκεμβρίου του 2013, ο "Μπατι-γκολ" μπήκε στο Hall of Fame του ιταλικού ποδοσφαίρου, μαζί με τους Φράνκο Μπαρέζι, Φάμπιο Καπέλο και Μάσιμο Μοράτι. Ήταν η ανταμοιβή για όσα πέτυχε με τις φανέλες των Φιορεντίνα, Ρόμα και Ίντερ. Αν και η πραγματική ανταμοιβή βρίσκεται έξω από το "Αρτέμιο Φράνκι".

"Προς τιμήν του Γκράμπιελ Μπατιστούτα, αδάμαστου πολεμιστή και πιστού υπηρέτη της καρδιάς", αναφέρει η επιγραφή στο άγαλμα που έχει στηθεί έξω από το γήπεδο της Φιορεντίνα.