Πώς το Football Manager έγινε κομμάτι της ζωής μου

"Δύσκολη η δουλειά του προπονητή... Δηλαδή να εξαρτάσαι από το τι θα κάνουν οι άλλοι μέσα στο γήπεδο; Αφού δεν μπορούν, τι φταις εσύ;" Γι' αυτό αυτή η δουλειά δεν είναι σαν τις άλλες, ούτε και το Football Manager είναι απλώς ένα παιχνίδι. Ο Αντώνης Τσακαλέας γράφει μύθους και πραγματικότητες για το θρυλικό παιχνίδι προσομοίωσης ποδοσφαίρου και εξιστορεί μια διαδρομή πάθους που έφτασε πια τα 21 χρόνια.

Πώς το Football Manager έγινε κομμάτι της ζωής μου

Μη πεις σε κάποιον που παίζει Football Manager οτι “παίζει”. Τον προσβάλλεις. Δουλεύει. Σκληρά. Νυχθημερόν. Κυριολεκτικά νυχθημερόν. Αγχώνεται, ζορίζεται, πανηγυρίζει, απογοητεύεται. Ζει μια δεύτερη ζωή, που ίσως και να την αντάλλαζε με την πραγματική του.

Η σχέση μου με το Manager έχει εδώ και τρία χρόνια δικαίωμα ψήφου. Έχει μπει στα 21 της, ζωή να 'χει, και δύσκολα θα κοπεί. Διότι μετά από τόσα χρόνια δεν είναι απρόσωπη. Είναι φίλοι, παρέες, ένας γάμος παρουσία μόνο "προπονητών", είναι πολλές εργατοώρες για να γίνεται αυτό το παιχνίδι κάθε χρόνο και καλύτερο. Τα πρώτα χρόνια ήμουν περίεργος να μάθω τι είναι αυτό το Manager, μετά να αποκτήσω έναν υπολογιστή που να το σηκώνει, μετά να βρω τρόπο να βγω από το σπίτι διότι υπάρχει και εκεί έξω ζωή και όχι μόνο αυτή του "Σανίδες Κομένες" του "Βασίλη Σκερβελέ", του "Γιάννη Μέγκωνα", του "Σιλικόνιου Χαμουρίνα"... Μετά να μπορέσω να αποδώσω όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται τους παίκτες του ΠΑΟΚ στο παιχνίδι. Χωρίς περιστροφές, χωρίς υπερβολή, το να χαρακτηρίσω το Manager μια δεύτερη ζωή, αποδίδει ακριβώς το πόσο μεγάλο κομμάτι έχει πιάσει.

Με το Manager γνωρίστηκα το 1994, όταν και ήρθε σε συζήτηση που είχα με τον κολλητό μου, τον Θωμά. Με τον οποίο Θωμά, το 70% της ελεύθερής μας ώρας αναλωνόταν στο Virtua Stricker και το ΝΒΑ Jam. Το υπόλοιπο 30% στο να διαβάζουμε Τρίποντο. Ή μάλλον να το ξεκοκαλίζουμε. Να μαθαίνουμε απ' έξω ακόμα και με τις ροζ σελίδες με τα στατιστικά των ομάδων του ΝΒΑ. Όταν πρωτομάθαμε γι' αυτό το παιχνίδι, είχαμε περισσότερο απορία. Εθισμένοι σε μια εποχή που η εικόνα άρχισε να κυριαρχεί, το Manager είχε πολλά πράγματα εκτός από εικόνα. Στο μυαλό μου ήταν ο συνδυασμός παιχνιδιού και βιβλίου. Παίζεις στήνοντας την ομάδα που έχεις επιλέξει να κοουτσάρεις, φτάνεις την ημέρα του αγώνα, αυτός ξεκινά και εσύ διαβάζεις το τι γίνεται. Ούτε καν ακούς,. Διαβάζεις σε μια μπάρα που βρίσκεται στη βάση της οθόνης και αναβοσβήνει συνεχώς, και στα γκολ το αναβόσβημα γίνεται φωτορυθμικό. Είναι σίγουρο ότι τα αδέρφια Κόλιερ όταν σχεδίασαν στο μυαλό τους το παιχνίδι στις αρχές της δεκαετίας του '90 δεν είχαν αυτό στο μυαλό τους, αλλά τα μέσα της εποχής αυτό επέτρεπαν για μια ιδέα που κανείς δεν ήξερε αν θα πιάσει.

Η αρχή: Οι πρώτες εκδόσεις

 

 

Οι πρώτες εκδόσεις του Manager προσπαθούσαν να είναι απλές, αλλά όχι απλοϊκές. Ένα παιχνίδι βρεττανοθρεμμένο, ένα χαρακτηριστικό του που δεν πρόκειται να αλλάξει, γι' αυτό και τον μεγαλύτερο βαθμό ρεαλισμού τον αγγίζουν τα πρωταθλήματα του Νησιού σε απόδοση μέσα στο παιχνίδι. Η ευκολία με την οποία έβγαινε μια σεζόν στο Manager είναι η ίδια με τον οποίο μπορείς τη σημερινή μέρα να δεις μια σεζόν μιας σειράς που έχει ήδη ολοκληρωθεί. Με το ίντερνετ σε "εμβρυακό" στάδιο, ο όγκος πληροφοριών που είχε το παιχνίδι ήταν μεγάλος, άρα και μεγαλύτερη η έκπληξη, η διάθεση να ψάξω για παίκτες την ύπαρξη των οποίων αγνοούσα, και δεν ήταν τόσο εύκολο να μάθω όπως σήμερα "με ένα κλικ".

Μιλάω για εποχές που το ρήμα "γκουγκλάρω" δεν υπήρχε και ο explorer της εποχής ήταν ο Netscape. Εγώ και ο κολλητός μου, ανταλλάσσαμε λίστες με καλούς παίκτες γραμμένες στο χέρι. Και έπρεπε να είναι καλογραμμένες, όχι όπως οι σημειώσεις της σχολής που έκανα τα γράμματα που τα καταλάβαινα μόνο εγώ. Ήθελε ηρεμία, μελέτη, προσοχή. Μιλάμε για δουλειά, όχι αστεία. Μερικές φορές έχω σκεφτεί πως αν διάβαζα για το σχολείο με την ίδια προσήλωση που "διάβαζα" τις καρτέλες των παικτών για δω ποιος είναι κατάλληλος για αμυντικός μέσος και ποιος επιθετικός είναι καλός στις κεφαλιές, τότε πιθανώς να μην ήμουν εδώ... Και αν εγώ το έχω σκεφτεί μερικές φορές, ή μητέρα μου, ακόμα το λέει. Και τις προάλλες που ήρθε σπίτι, είδε όλα τα Manager που τα έχω στη βιβλιοθήκη, στη σειρά, και με ρώτησε "ακόμα τα κρατάς αυτά ε;".

4-4-2 χωρίς δεύτερη κουβέντα

 

Το Championship Manager ξεκίνησε ως μια ιδέα δυο αδερφών που ήθελαν να στήσουν "ένα παιχνίδι προπονητικής για ποδόσφαιρο". Κάπως έτσι βέβαια ξεκινάνε τέτοιες φάσεις... Με 4-4-2 χωρίς δεύτερη κουβέντα, με την Άρσεναλ των Σίμαν, Κιόν, Άνταμς, Πάρλουρ, την Άρσεναλ στη προ Βενγκέρ εποχή. Και όχι μόνο στη προ Βενγκέρ αλλά και στην προ Ντένις Μπέρκαμπ εποχή, διότι στο πρώτο CM θα τον έβρισκες στην Ίντερ. Η Μάντσεσερ Γιουνάτεντ του Καντονά και του Καντσέλσκις, η Λιντς με Μακάλιστερ, Ντίξμπουρι, Σπιντ και Στράχαν σε περίμεναν για να τις οδηγήσεις προς τη δόξα. Με 4-4-2 ετσι, μη ξεχνιέσαι...

Στο πρώτο Championship Manager αξίζει ένα ζευγάρι που μας έχει μείνει στο μυαλό. Η πρώτη συμμετοχή της εθνικής Ελλάδος σε τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου έφερε τον Ντιέγκο Μαραντόνα στο δρόμο του Στράτου Αποστολάκη. Και αν υπάρχει κάτι που δεν έχει αλλάξει από το πρώτο Championship Manager μέχρι και το Football Manager 2016 είναι μόνο ένα. Ο Τότι.

Οι ώρες παιχνιδιού, είναι συνήθως πολλές. Πάρα πολλές. Και οι αναμνήσεις από παίκτες ακόμα περισσότερες. Το κακό με εμένα είναι πως έζησα σε ένα περιβάλλον με μόνο έναν φίλο μου να παίζει το παιχνίδι, με τον οποίο οι δρόμοι μας χώρισαν σχετικά νωρίς. Ο Θωμάς πήγε Κομοτηνή, Αθήνα και πλέον Βόλο, ενώ εγώ από τον Σεπτέμβριο του 1996 που έφυγα από το Βόλο, δεν έχω επιστρέψει.

Ένα βάζο για τρόπαιο

 

Στο παιχνίδι δεν υπάρχουν φωτογραφίες, και πολλές φορές δεν ήταν εύκολο να βρεις τον παίκτη με τον οποίο έφτανες στη κορυφή του κόσμου. Όλα αυτά, τα έπλαθα στο μυαλό μου. Υπήρχαν φορές που όταν είδα φωτογραφία του παίκτη που είχαν στην ομάδα μου απογοητεύτηκα. Αλλιώς τον είχα φτιάξει στο μυαλό μου.

Υπήρχαν παίκτες που δεν ήθελα να τους ξέρουν άλλοι. Ο Κιμ Σέλστρεμ για παράδειγμα, που αρκετοί από εμάς τον προλάβαμε στην Χάκεν. Ήταν "δικός μου". Και πολλών άλλων βέβαια ανά το κόσμο. Δεν αναφέρω τυχαία τον Σέλστερμ διότι είναι ο παίκτης που με έκανε να αγοράσω το πρώτο μου βάζο. Δεν είχα ποτέ στο φοιτητικό μου σπίτι βάζο. Τι να το κάνω; Όμως, κάποια στιγμή αγόρασα και το έβαλα πάνω στον θερμοπομπό που ήταν κοντά στον υπολογιστή. Το είχα για τρόπαιο μετά από κερδισμένους τελικούς. Manager χωρίς ιεροτελεστία, δεν υπάρχει, δεν είναι, δεν έχει νόημα. Δηλαδή, τι; Κατακτάς με τη Τότεναμ το Champions League με Βίνσεντ Καντέλα και Έντγκαρντ Ντάβιτς, με Γιόνας Λούντεν και Κιμ Σέλστρεμ, με Σίμον Ντέιβις και δεν συμμαζεύεται, και δεν κάνεις και έναν χαμό; Ε, τι νόημα έχει; Και όλους αυτούς τους παίκτες να τους έχει βρει από συζητήσεις στο mirc.

Τον Σέλστρεμ πήγα και τον υποδέχθηκα στο αεροδρόμιο "Μακεδονία" όταν βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη ως παίκτης της Ρεν, για αγώνα του κυπέλλου UEFA. Τότε, η Ρεν ήταν μια ομάδα του Μανατζεράδες την γνώριζαν από τον Σέλστρεμ και τον Ίσακσον. Όταν τον είδα να βγαίνει από την αίθουσα αφίξεων ήρθαν πολλές στιγμές στο μυαλό μου. Κάτι κατεβασιές από τη μεσαία γραμμή μέχρι έχω από τη περιοχή και γλυκιά πάσα στον επιθετικό που σκοράρει και όλα στον αέρα στο δωμάτιο. Σκεφτόμουν να του δώσω το Manager να το υπογράψει αλλά ντράπηκα. Και ντρέπομαι που ντράπηκα. Και να του πω τι;

Όταν έχασα το πρωτάθλημα του 2052 απ' τα Τρίκαλα

 

Τα πρώτα χρόνια του Championship Manager οι ελληνικές ομάδες υπήρχαν στο παιχνίδι απλά δεν μπορούσες να τις αναλάβεις. Έλληνες παίκτες μπορούσες να αποκτήσεις στην ομάδα σου και με αυτό το τρόπο έβγαινε όλος ο πατριωτισμός σου. Είμαι Έλληνας προπονητής και με πέντε - έξι Έλληνες παίκτες, κατακτώ τη Premier League, το Campionato, την Bundesliga. Οι ελληνικές ομάδες είχαν περασμένους κάποιους από τους ποδοσφαιριστές, και το ρόστερ τους συμπληρωνόταν αυτόματα από το παιχνίδι,  με παίκτες που έφεραν τυχαία ονοματεπώνυμα. Η Εθνική ομάδα ήταν "κομπλέ" καθώς η δουλειά από την ελληνική ομάδα έρευνας είχε ξεκινήσει και τελικά δικαιώθηκε όταν μπήκε το ελληνικό πρωτάθλημα στο παιχνίδι.

Το πρώτο Manager με βρήκε μαθητή λυκείου, τα Manager με τα οποία "κόλλησα" με βρήκαν σπουδαστή και φαντάρο και το πρώτο Manager που είχε ελληνικό πρωτάθλημα με βρήκε να έχω βρει ήδη τη πρώτη μου δουλειά σε εφημερίδα. Κάποια στιγμή, μπήκα στο ρεπορτάζ του ΠΑΟΚ, και τότε ήταν που είχαν αρχίσει να σκέφτομαι ακόμα πιο έντονα αυτό που μας τρώει όλους τους μανατζεράδες.

Αυτό το "γιατί δεν φέρνουν τον τάδε που κάνει παπάδες στο παιχνίδι". Η συγκεκριμένη σκέψη ήταν και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το αν οι παίκτες που αποδίδουν καλά στη πραγματικότητα, θα απέδιδαν καλά και στο παιχνίδι. Έχοντας από τη πρώτη στιγμή ξεκαθαρίσει μέσα μου πως "το Manager είναι παιχνίδι" προσπαθούσα πάντα να μην το βάζω στη κουβέντα. Άλλωστε, σε αρκετά Manager, προχωρούσα τόσο στο χρόνο - και μάλιστα αυτό δεν απαιτούσε και μεγάλο χρονικό διάστημα - που το παιχνίδι γέμιζε με φανταστικούς παίκτες. Και μάλιστα στους πρώτους τίτλους του παιχνιδιού που είχε ελληνικό πρωτάθλημα υπήρχε ένα πρόβλημα και το παιχνίδι δημιουργούσε παίκτες με ελληνικά ονόματα και ξένα επίθετα. Δε πρόκειται να ξεχάσω ότι σε ένα Manager, έχασα το πρωτάθλημα της σεζόν 2051-52 από τα Τρίκαλα, που είχαν πρώτο σκόρερ τον Παναγιώτη Dely Valdés...

Ο Σικαμπάλα και ο Μέγκαχεντ

 

Το 2003 όμως δεν άντεξα και εγκατέστησα το Manager στον υπολογιστή που είχα στο γραφείο. Όχι για να παίζω, αλλά για να το έχω και να ψάχνω στατιστικά παικτών που απασχολούσαν τον ΠΑΟΚ. Μου φαινόταν πιο εύκολο να μπω στο Manager να τους ψάξω παρά στο ίντερνετ. Μα έβλεπα κιόλας αν ήταν καλός. Ίσχυε όμως η πληροφορία του Manager για τον παίκτη; Ήταν όμως αυτός που έβλεπα; Όταν ο ΠΑΟΚ είχα αποκτήσει τους Σικαμπάλα και Μέγκαχεντ, τους έψαξα και τους βρήκα στο Manager. Στον Μέγκαχεντ, είδα πως είχε ποινή αποκλεισμού από την εθνική ομάδα για πειθαρχικό παράπτωμα και αμέσως το ανέφερα στην εφημερίδα.

Και τότε ήταν τα δύσκολα. Τι να εξηγήσω στον διευθυντή ότι βρήκα πως στο Manager έχουν στον Μέγκαχεντ περασμένη ποινή που αφορά τη συμμετοχή του στην εθνική ομάδα; Είναι δυνατόν; Είναι το Manager πηγή ρεπορτάζ; Λίγες ώρες αργότερα, τα παιδιά από τα διεθνή που τα ψαξίματα τα παίζανε στα δάκτυλα, όπως και τα τηλέφωνα στο εξωτερικό, το επιβεβαίωσαν. Αυτή την επιβεβαίωση την είχα χαρεί. Στα μάτια μου, έμοιαζε σαν μια μικρή δικαίωση.

Αργότερα, έγινα και εγώ μέλος της ελληνικής ομάδας έρευνας και κατάλαβα το μεγάλο ζόρι που τραβάνε (και εδώ και δώδεκα χρόνια τραβάμε) όλοι εκείνοι που ασχολούνται με την ενημέρωση της βάσης δεδομένων. Ένας μεγάλος όγκος πληροφοριών που πρέπει να αποτυπωθεί σε αριθμούς για τον κάθε παίκτη. Και δεν είναι μόνο αυτό. Θα πρέπει αυτός ο παίκτης στο παιχνίδι να αποδίδει όσο γίνεται πιο κοντά στη ρεαλιστική του εικόνα στο γήπεδο. Και όλο αυτό πρέπει να τεσταριστεί. Και να βρεθεί το λάθος. Και να διορθωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μη πειραχθεί ο υπόλοιπος κώδικας.

Όταν το παιχνίδι έγινε δουλειά

 

Και κάπου εκεί, στα τέλη του 2003, και κυρίως από το 2004 και μετά άρχισε το Manager να είναι κάτι διαφορετικό για μένα. Μπήκα στην ελληνική ομάδα έρευνας ως βοηθητικό μέλος στα τέλη Νοεμβρίου 2003, όταν και διαπίστωσα πως αναζητούν πληροφορίες για παίκτες του ΠΑΟΚ από την δεύτερη ομάδα και προσφέρθηκα να βοηθήσω.

Θυμάμαι, τη πρώτη φορά που πήγα να κάνω ένα "λίφτινγκ" στην database του ΠΑΟΚ. Πήγα στο σπίτι του Αιμίλιου στις δέκα το πρωί και έφυγα στις έντεκα το βράδυ, με τρία διαφορετικά ντελίβερι να έχουν έρθει σε αυτό το διάστημα. Έκτοτε το σκάουτινγκ έγινε μέρος της δουλειάς μου. Το σκάουτινγκ χωριζόταν σε δυο μέρη. Το δια ζώσης και το δια τηλεφώνου. Μπορεί το ωράριο της δουλειάς να ήταν απαιτητικό - σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης να καλύπτεις ρεπορτάζ ΠΑΟΚ ήταν μίνιμουμ οκτώ σελίδες τις καθημερινές - αλλά για το Manager προσπαθούσα να ξεκλέψω χρόνο, καθώς μπορούσα και να το συνδυάσω. Το να κάνω αφιέρωμα για την Β' ομάδα του ΠΑΟΚ που φαινόταν λίγο βαρετό αλλά και μόνο στην ιδέα ότι θα αποκτήσω πρόσβαση σε έναν όγκο πληροφοριών που με ενδιαφέρει για το παιχνίδι του έδινε νόημα. Υπήρχαν φορές που η "δράση" μου παρεξηγήθηκε.

 

Σε παιχνίδι ομάδων νέων ανάμεσα στον Άρη και τον Ηρακλή, στο οποίο πήγα για να καταγράψω νεαρούς παίκτες για το παιχνίδι, έχω μαζί μου μπλοκάκι, στυλό, σημειωμένους όλους τους παίκτες που υπάρχουν, έτοιμα κουτάκια για να σημειώσω ο,τι βλέπω. Κινήσεις στο γήπεδο, τρόπο παιχνιδιού, καλό πόδι, εκτελεστές κόρνερ και φάουλ, όλα τα δεδομένα. Εκεί που στο ημίχρονο καθαρόγραφα αυτά που πρόχειρα είχα σημειώσει, νιώθω μια σκιά και κάποιον να κάθεται δίπλα μου. "Αν είστε μάνατζερ, μη ντρέπεστε να μας το πείτε. Ο γιος μου είναι ο τάδε. Σήμερα δε παίζει καλά. Άλλες φορές, μόνο με φάουλ τον κόβουν".

Στο "μόνο με φάουλ" γύρισα, δεν άντεξα. Και τι να πω; Ο,τι είμαι στο γήπεδο διότι μια εταιρία βγάζει ένα παιχνίδι σε υπολογιστή και χρειάζομαι τα στοιχεία των παικτών για να τα περάσω στο παιχνίδι; Αυτή ήταν η αλήθεια, αλλά κατά 99% ο κύριος αυτός θα με κοιτούσε σαν εξωγήινο. Του το είπα όλο αυτό και το μόνο που είχε να πει ήταν "ναι, ε; και γιατί δε συνεργάζεσαι με κανέναν μάνατζερ; κρα κάνουν να βρίσκουν παιδάκια σαν εσένα να κάνουν αυτή τη δουλειά. άσε που μπορείς να βγάλεις και χαρτζιλίκι από κανέναν γονιό αν ανεβάσεις το παιδί του". Να ανεβάσω το παιδί του στα μάτια του μάνατζερ; Γιατί; Το άφησα να περάσει.

Υπήρχε φορά που ως ρεπόρτερ μίλησα με τον τεχνικό διευθυντή ομάδας και τον ρώτησα για κάποιους παίκτες και συγκεκριμένα για τον Χόρχε Βαλντίβια. Το όλο σκηνικό έγινε τη σεζόν 2009-10. Και το κακό είναι πως ο,τι πεις σε μια τέτοια συζήτηση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου. Να πρέπει εγώ να πείσω πως τον Βαλντίβια δεν τον έβαλα στη συζήτηση επειδή κάποιος μάνατζερ θέλει να "περάσει" παίκτη και εγώ τον προωθώ, αλλά έχω απορία με αυτόν τον παίκτη που τον έβλεπα στο Manager να αλλάζει συχνά ομάδες. Να είναι αυτό το "δεκάρι παλιάς κοπής" που λέμε και να μην έχει ασχοληθεί μια ομάδα να δοκιμάσει να τον φέρει.

Ή μάλλον, όχι να τον φέρει, αλλά να ψαχτεί γι' αυτόν. Βέβαια, η συζήτηση κατέληξε πως αυτό, το Manager, είναι ένα παιχνίδι που δεν ξέρει πόσα κρύβονται γύρω από τους παίκτες. Μια διαπίστωση στην οποία σε ένα μέρος της συμφωνώ. Στο μόνο που δεν συμφωνώ είναι στην απαξίωση του Manager. Στο ότι δεν είναι πολλά πράγματα, ναι, δεν είναι, δεν έτρεφα ποτέ αυτή την αυταπάτη. Αλλά δεν είναι και για αφορισμό, δεν είναι απλά ένα παιχνίδι. Έχει πίσω του αρκετή δουλειά, τροφή για αναζήτηση αν προτιμάτε.

Το ελληνικό ποδόσφαιρο και οι βαθμολογίες των παικτών

 

Το 2004 η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο ακόμα και ποδοσφαιρικά διότι ανατράπηκε ακόμα και το "στο Manager αυτό μπορεί να γίνει, στη πραγματικότητα ποτέ". Και φτάσαμε να υπάρχει ένα γεγονός που να μπορεί να γίνει στη πραγματικότητα και να μη μπορεί να γίνει στο Manager, όπως η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος από την Ελλάδα.

Για την ελληνική ομάδα έρευνας ήταν ένα περίεργο καλοκαίρι. Συζητήσεις επί συζητήσεων για το αν θα πρέπει κάτι να αλλάξουμε στο παιχνίδι όσον αφορά τους Έλληνες παίκτες και την εθνική ομάδα. Και το πρόβλημα δεν ήταν άλλο από το τι και το αν θα έπρεπε να αλλάξει κάτι.

Η ελληνική ομάδα έρευνας ολοένα και μεγάλωνε, με παιδιά που είχαν όρεξη να βοηθήσουν τους επικεφαλής, τον Περικλή και τον Αιμίλιο, που τραβούσαν όλο το λούκι ως υπεύθυνοι διαχείρισης και καταρτισμού της Ελληνικής βάσης δεδομένων. Το επίπεδο αξιοπιστίας της βάσης δεδομένων του παιχνιδιού ανέβαινε συνεχώς σε σημείο να γίνεται αντικείμενο δουλειάς για επαγγελματίες σκάουτερ. Κοίτα να δεις που εκείνος ο κύριος που μου είχε μιλήσει στο παιχνίδι Κ20 είχε δίκιο... Αν κανείς πιστεύει πως είναι αρκετά περίπλοκο να στήσεις μια βάση δεδομένων για το Manager, καλά κάνει και το πιστεύει. Το παιχνίδι στηρίζεται σε κώδικες. Υπάρχουν 36 βασικά χαρακτηριστικά χωρισμένα σε τρεις κατηγορίες, και αρκετά "κρυφά" χαρακτηριστικά σε κάθε παίκτη, τα οποία οι χρήστες δεν μπορούν να τα δουν παρά μόνο αν μπουν στον editor του παιχνιδιού.

Η βαθμολογία είναι με άριστα το 20, ενώ υπάρχει η τωρινή κατάσταση και η μελλοντική κατάσταση του παίκτη, το ca και το pa, που πηγαίνει με άριστα το 200. Οι συνδυασμοί που υπάρχουν στα 34 χαρακτηριστικά από 1 ως το 20 είναι πάρα πολλοί αλλά η ομάδα έρευνας πρέπει να βρει αυτά που θα κάνουν τον κάθε παίκτη να αποδίδει σύμφωνα με τη θέση του και τα χαρακτηριστικά του, να προσδιορίσει βάσει αυτών την τωρινή κατάσταση αλλά και την μελλοντική, ορίζοντας τον βαθμό εξέλιξης που μπορεί να έχει ο κάθε παίκτης.

Οι μυημένοι με καταλαβαίνουν, αλλά ίσως και εκείνοι δεν ξέρουν το τρόπο με τον οποίο καθορίζονται όλα αυτά τα νούμερα για τον κάθε παίκτη ξεχωριστά. Είναι πολλές φορές που μια αλλαγή μπορεί να αλλάξει δραματικά τη συμπεριφορά ενός παίκτη στο παιχνίδι, κάτι που σημαίνει πως κάθε αλλαγή πρέπει πρώτον να γίνεται μετά από συλλογή ικανοποιητικών στοιχείων και στη συνέχεια αυτή η αλλαγή να τεσταριστεί στο παιχνίδι για να διαπιστωθεί αν όντως ο παίκτης έχει διαφορετική απόδοση μετά από τις αλλαγές.

Ασχολούμενος με την καταγραφή των στοιχείων των παικτών του ΠΑΟΚ, υπάρχουν παίκτες που με έχουν ταλαιπωρήσει αρκετά τα τελευταία χρόνια. Και το έκαναν άθελά τους, για έναν λόγο τον οποίο ανέφερα σε ανύποπτο χρόνο. Το παιχνίδι είναι "βρετανοποιημένο" με αποτέλεσμα κάποια χαρακτηριστικά να έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από κάποια άλλα διότι αυτά απαιτεί το βρετανικό ποδόσφαιρο. Υπάρχουν παίκτες για τους οποίους παιδεύτηκα αρκετά να βρω τις ισορροπίες προκειμένου να αποδίδουν σωστά μέσα στο παιχνίδι. Ο Ίβιτς και ο Μακ είναι από αυτές τις περιπτώσεις.

Ειδικά ο φετινός ΠΑΟΚ ήταν ένα μεγάλο βάσανο, καθώς κάποιοι παίκτες άλλαξαν θέση, ενώ και το σύστημα ήταν τέτοιο που βάσει αυτού ίσως να έμεναν στον πάγκο από τον Τούντορ εντός παιχνιδιού. Μη ξεχνάτε οτι μπορεί ο κάθε ένας από εμάς να διώχνει τον προπονητή της ομάδας για να την αναλάβει στο ξεκίνημα του παιχνιδιού, αλλά κομμάτι της βάσης δεδομένων είναι και οι προπονητές, οι οποίοι πρέπει και εκείνοι να περαστούν σε ρεαλιστική φόρμα με βάση το σύστημα, το αν χρησιμοποιούν νέους παίκτες, το αν είναι νευρικοί, αν μαλώνουν με τους διαιτητές και πολλά άλλα.

Το διπλό με τον Άρη στην Τούμπα και το Manager στα γήπεδα της Ευρώπης

 

Η ενασχόλησή μου με το Manager σε επίπεδο διαχείρισης της βάσης δεδομένων δεν μείωσε καθόλου ούτε τη διάθεση, αλλά ούτε και τις ώρες παιχνιδιού. Απλά ως παίκτης είχα αρχίσει να ξεφεύγω από τα στενά σύνορα των μεγάλων πρωταθλημάτων και γύριζα όλο το κόσμο. Σε Χονκ Κονκ, Ινδονησία, Ινδία, έχω κάνει μεγάλη καριέρα ως προπονητής. Και δεν μπορούσα να μη μοιραστώ όλες αυτές τις περιπέτειες. Κάθε μου καριέρα έχει αποτελέσει και ένα μικρό βιβλίο που περιλαμβάνει τα κατορθώματα στο παιχνίδι αλλά και φανταστικές ιστορίες, κάτι σαν ταινία, τις οποίες και κατέγραφα στο fmgreece.

Βέβαια, σε κάθε τίτλο που κυκλοφορούσε υπήρχε και ένα πέρασμα από τον ΠΑΟΚ. Και όχι μόνο. Έχω κοουτσάρει και τον Ηρακλή και τον Άρη. Με τον Άρη έχω πάρει και διπλό στη Τούμπα. Η πλέον άβολη στιγμή μου. Και μάλιστα τα γκολ τα πανηγύρισα. Και προσπαθούσα να βάλω τον εαυτό μου στον πάγκο της φιλοξενούμενης ομάδας στη Τούμπα, ενώ ήμουν στο δωμάτιό μου.

 

Το Manager έχει ταξιδέψει μαζί μου σε πολλά γήπεδα ανά την Ευρώπη. Στις αποστολές για τη κάλυψη των αγώνων του ΠΑΟΚ στο εξωτερικό είναι πάντα εκεί, και το φορτώνω στο φορητό υπολογιστή λίγο πριν ξεκινήσει ο αγώνας. Όχι, δεν παίζω, αλλά το χρησιμοποιώ για τη δουλειά. Μου είναι πιο ευχάριστο να ψάξω μέσω του Manager να φρεσκάρω τις πληροφορίες για την ιστορία της ομάδας, τους μεγάλους και ιστορικούς παίκτες του παρελθόντος της κάθε ομάδας, αλλά και βοηθάει αρκετές φορές σε κάποιες λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα τους εκτελεστές πλαγίων, κόρνερ, φάουλ και πέναλτι για να ξέρω τι να περιμένω στις στημένες φάσεις των αντιπάλων. Και αν μιλάμε για ομάδα που δεν μου είναι και τόσο γνωστή, κοιτάζω και τα χαρακτηριστικά των παικτών, μήπως και αξίζει κανείς μεγαλύτερης παρακολούθησης...

Συναισθήματα, συνθήματα και απογοητεύσεις

 

Αυτή είναι η μαγεία του Manager. Τα συναισθήματα που σου δημιουργεί. Το βάζο που σηκώνεις στο σαλόνι μετά τη κατάκτηση ενός τροπαίου, ενώ έχει προηγηθεί παιχνίδι στη διαδικασία των πέναλτι, στην οποία σε κάθε εκτέλεση του αντιπάλου χτυπάς συνεχώς τη πόρτα της ντουλάπας διότι αυτό έκανες στο πρώτο πέναλτι και ο τερματοφύλακας το είχε αποκρούσει! Η προσπάθεια γραψίματος ενός συνθήματος για έναν παίκτη που μόλις απέκτησες στην ομάδα (ακόμα θυμάμαι το "Χορεύει όλη η Τούμπα Μακαρένα, Μοκοένα, Μοκοένα").

Η απογοήτευση μετά από ένα χαμένο τελικό. Στην αυτοβιογραφία του, ο Αντρέα Πίρλο περιγράφει τις μέρες μετά τον χαμένο τελικό του Champions League το 2005, που δεν ήθελε να βγει από το σπίτι του, που δεν είχε όρεξη για ποδόσφαιρο. Τον καταλαβαίνω διότι έχω χάσει και εγώ τελικό Champions League με οδυνηρό τρόπο. Νάπολι - Μπάγερν με το σκορ 2-2 και από ένα λάθος γύρισμα, η Μπάγερν κάνει το 3-2. Έκανα αρκετές ημέρες να παίξω. Αυτό το "δεν έχω όρεξη" το ζούσα.

Είχα χαλαστεί πάρα πολύ. Ξενέρα μεγάλη. Και η φάση είναι πως με τη Νάπολι σε εκείνο το save πήγαμε στο τελικό του Champions League και την επόμενη χρονιά, και χάσαμε πάλι στο τελικό, αυτή τη φορά από την Άρσεναλ στα πέναλτι. Μετά να ξαναπαίξω με τη Νάπολι γιατί; Για να μου φύγει το απωθημένο; Και πως να το πανηγυρίσω μετά από δυο στραπάτσα; Και όλα αυτά τα οποία εγώ ζούσα στον μικρόκοσμο του Manager, κάποιοι τα έχουν ζήσει στη πραγματικότητα. Χωρίς τη δυνατότητα quit/load. Για την ιστορία, το Champions League το κατέκτησα την επόμενη σεζόν.

Το τέλος της εποχής Ταρίμπο Ουεστ, Νικιφορένκο και Το Μαδέιρα

 

Στα μέσα της περασμένης δεκαετίας ήρθε η αλλαγή ονόματος του παιχνιδιού. Το Championship Manager συνέχισε το δρόμο του, με την ομάδα έρευνας και παραγωγής της βάσης δεδομένων να αποχωρεί και - χάνοντας τη διαμάχη για το όνομα - να εκδίδει το Football Μanager, το οποίο άρχισε να φεύγει από τα στενά όρια του παιχνιδιού και να προσπαθεί να γίνει προσομοιωτής. Οι απαιτήσεις του σκάουτινγκ ολοένα και μεγάλωνε, με τα λάθη του παρελθόντος όπως ο Το Μαδέιρα, να απαγορεύονται. Παίκτες που είτε δεν υπήρχαν είτε ο σκάουτερ τους είχε κάνει θεούς της μπάλας, δεν "περνούσαν" πλέον. Οι εποχές ο Νικιφορένκο και ο Ταρίμπο Ουεστ σου έπαιρναν τα ματς με κλειστά μάτια είχαν τελειώσει.

Το κοινό του παιχνιδιού συνεχώς απαιτούσε το ροκάνισμα της απόστασης ανάμεσα στην πραγματικότητα και το παιχνίδι και αυτός ήταν και ο στόχος των ανθρώπων της εταιρίας. Όσο και να ροκανιστεί αυτή η διαφορά, το Manager θα είναι στη τελική πάντα ένα παιχνίδι. Όχι απλά ένα παιχνίδι, σίγουρα κάτι παραπάνω από αυτό, αλλά, στη τελική, ένα παιχνίδι. Διότι, το Manager δε σε κάνει προπονητή, ούτε γνώστη του ποδοσφαίρου. Έχει καταφέρει όμως να σε κάνει να πιστέψεις πως το 'χεις, με τέτοιο τρόπο που μειώνει την αίσθηση του παιχνιδιού που έχεις γι' αυτό.

Για όλους τους Μανατζεράδες, η τωρινή εθνική Βελγίου είναι μια ομάδα που περιμέναμε πως και πως να λάμψει. Διότι τη πλειοψηφία των παικτών της τους ξέρουμε από μικρά παιδιά. Από ποιον να αρχίσω; Από τον Κομπανί; Τον Ντε Μπράινε; Τον Λουκάκου; Τον Οριγκί; Όλα είναι δικά μας παιδιά. Στα 17-18 τους δεν δυσκολευόμασταν να τους φέρουμε στις μικρομεσαίες ομάδες μας ως δανεικούς, να τους "ψήσουμε", να τους αγοράσουμε και να ζήσουμε στιγμές δόξας. Η πορεία τους μέχρι τη κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης στη λίστα της FIFA ήταν για μας αναμενόμενη. Η δουλειά που γίνεται στο σκάουτινγκ του παιχνιδιού αγγίζει σε κάποιες χώρες επαγγελματικά στάνταρ.

Το Manager στην αληθινή ζωή

 

Ο αστικός μύθος θέλει την οικογένεια Κανελλάκη να ψάχνει στο Manager για παίκτες και με τη βοήθεια της βάσης δεδομένων να επιλέγει κάποιους από εκείνους που σωρηδόν έφταναν στην Ελλάδα για λογαριασμού του Ιωνικού ίσως και να έχει μια κάποια βάση. Η Έβερτον, πριν από μερικά χρόνια προαγόρασε τη βάση δεδομένων, αποκτώντας το δικαίωμα πρόσβασης σε αυτή πριν κυκλοφορήσει και βάσει αυτής έδωσε εντολή σε σκάουτερ και συνεργαζόμενους ανθρώπους ανά το κόσμο να παρακολουθήσουν παίκτες που στο Manager εμφανιζόταν ως ανερχόμενοι αστέρες. Υπάρχουν παίκτες που διέψευσαν τη βάση δεδομένων είτε από μια πλευρά, όπως ο Μέσι και ο Κριστιάνο, είτε από την άλλη όπως ο Μαξίμ Τσιγκάλκο και ο Φρέντι Αντού. Ειδικά ο Αμερικανός που ήρθε και στην Ελλάδα για λογαριασμό του Άρη, είναι μια από τις πλέον κλασικές περιπτώσεις παικτών "του Manager".

Ένας παίκτης που μπήκε στη καρδιά μου από το Football Manager και όταν ήρθε στην Ελλάδα κατάφερα να τον συναντήσω και να του πω "εσύ δε θα το καταλάβεις ποτέ αλλά εκείνο το γκολ στο 90φεύγα δε θα το ξεχάσω ποτέ" είναι ο Εστέμπαν Σολάρι. Στο Football Manager 2009 είχα αναλάβει την Αλμερία και τη σεζόν 2009-10 παίζαμε τελικό παραμονής με αντίπαλο την Χετάφερε εντός έδρας. Στο πέμπτο λεπτό των καθυστερήσεων, ο Νεγκρέδο έκανε τη σέντρα και με σουτ ο Σολάρι έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα. Ο Σολάρι ήρθε στην Ελλάδα για λογαριασμό της Ξάνθης και τον είδα από κοντά. Αυτό το συναίσθημα έχει πλάκα. Τέτοιοι παίκτες είναι αρκετοί. Ο Μπλες Ματουιντί, ο Μάρκο Βεράτι, ο Λορέντζο Ινσίνιε, ο Μεχμέτ Εκίσι, ο Αντίγια Ζίβκοβιτς, ο Ρούμπεν Νέβες. Παίκτες που πάντα όταν ακούω το όνομά τους αυτομάτως ξεκλειδώνουν αναμνήσεις από το Football Manager.

Γιατί δεν είμαι καλός στο Manager;

 

Υπάρχουν βέβαια και οι ποδοσφαιριστές που παίζουν Football Manager, και είναι αρκετοί. Παίκτες που με έχουν ρωτήσει "γιατί δεν είμαι καλός στο Manager, τι γίνεται;" και άντε να τους εξηγήσεις πως στο Manager είναι τόσο καλοί όσο και στη πραγματικότητα. Τις περισσότερες φορές οι παίκτες δεν παίρνουν τους εαυτούς τους. Ξέρω ποδοσφαιριστές που έχουν φάει με το κουτάλι την Championship, αλλά και άλλους που έπαιζαν σε πρωταθλήματα Βελγίου και Πορτογαλίας και τελικά έφτασαν και ως ποδοσφαιριστές να έχουν πέρασμα από αυτά. Τα παραδείγματα παικτών που έχουν γνωστοποιήσει την ενασχόλησή τους με το Manager είναι αρκετά, όπως για παράδειγμα ο Τάουνσεντ που η σύντροφός του μπέρδεψε τη πραγματικότητα με το παιχνίδι βλέποντας μήνυμα ότι τραυματίστηκε, και ο  Γκομίς που ανέτρεξε στο Μανατζερ για να μάθει για την Σουόνσι. Βέβαια, αυτά είναι και κατάλληλα για εμπορική κατανάλωση, όπως έγινε με τις αφηγήσεις ποδοσφαιριστών για όλα όσα έχουν ζήσει στο Manager, όπως ο Κουντιτσίνι και ο Τσαντλί.

Πλέον το παιχνίδι είναι πολύ δύσκολο

Η απεικόνιση των αγώνων στο παιχνίδι έχει πλέον πάει στο άλλο άκρο από εκεί που βρισκόταν όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Τα πρώτα χρόνια ζούσαμε στους ρυθμούς της μπάρας που αναβόσβηνε. Στη συνέχεια ήρθε η 2D απεικόνιση, τα λεγόμενα "καπάκια", που έβαλαν στη συζήτηση ακόμα περισσότερο τα θέματα τακτικής. Πλέον εδώ και επτά χρόνια υπάρχει η 3D απεικόνιση, η οποία έχει σκοτώσει τη φαντασία. Το Manager έπαψε να είναι ένα βιβλίο που γραφόταν εκείνη τη στιγμή. Με τη τρισδιάστατη απεικόνιση οι απαιτήσεις των χρηστών είναι μεγάλες, καθώς νιώθουν πιο προπονητές από ποτέ. Οι λεπτομέρειες που υπάρχουν στο παιχνίδι είναι πολλές και όλοι περιμένουμε, απαιτούμε να τις δούμε. Την απόδοση του συστήματος, των οδηγιών στους παίκτες και συνολικά στην ομάδα, τα σουτ, τις κινήσεις του τερματοφύλακα, τα τάκλιν, την κάθε λεπτομέρεια.

Κάποτε, έφταναν δυο-τρεις παίκτες από τις πολλές λίστες που κυκλοφορούσαν, ένα απλό 4-4-2 και σύντομα, έβρεχε τρόπαια. Πλέον υπάρχει ένας όγκος πληροφοριών που καλείσαι να διαχειριστείς, με το παιχνίδι να προσπαθεί να φτάσει όσο πιο κοντά μπορεί στην πραγματικότητα σε όλα τα επίπεδα.

Αναζήτηση προπονητικού τιμ, μεταγραφές και συζητήσεις με τους μάνατζερ των παικτών, προσφορά συμβολαίου, σπουδαιότητας μέσα στην ομάδα, μπόνους συμμετοχών, ρήτρα αποδέσμευσης, διαμόρφωση συστήματος, τακτικής, αγωνιστικής φιλοσοφίας, πλευράς από την οποία αναπτύσσεται η ομάδα, τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται, παίκτης που οργανώνει, που ορίζει τον ρυθμό του παιχνιδιού, οι αρχηγοί και ο τρόπος αντιμετώπισής τους, προσωπικές οδηγίες μέσα στο παιχνίδι, εντολές προς τους παίκτες την ώρα του αγώνα, ακύρωσης αλλαγής, χειρισμός του Τύπου, συνεχείς ερωτήσεις από τα ΜΜΕ, ομαδική και ατομική προπόνηση πάνω σε τακτική, σε φυσική κατάσταση, σε ομοιογένεια, δημιουργία συγκεκριμένων κινήσεων σε στημένες φάσεις. Αν κουράστηκες να τα διαβάζεις όλα αυτά, όλα αυτά και περισσότερα κάνει ένας προπονητής στο Manager, μαζί με τους βοηθούς του.

Όχι αγάπη μου, το Manager δεν έχει τελευταία πίστα, δεν τελειώνει...

 

Στη προσωπική μου ζωή, το παιχνίδι έχει μεγάλο αντίκτυπο. Για μένα ή μάλλον και για μένα, το Manager δεν είναι απλά ένα παιχνίδι. Κλασικό ακούγεται αυτό, ας το κάνω πιο λιανά. Το fmgreece είναι μια κοινότητα που αριθμεί κοντά στα 45000 μέλη. Κάποια από αυτά είναι πιο ενεργά. Μέσω του φόρουμ του σάιτ γνωριστήκαμε, κάναμε παρέες, πήγαμε διακοπές, πήγαμε σε γάμους μελών, έχοντας προκαλέσει κάποιους από τους γάμους, έχουμε τσακωθεί, έχουμε χωριστεί. Ζωή, εξέλιξη είναι όλο αυτό. Ανταλλάσουμε ιδέες για το Manager, απόψεις, κρατάμε ζωντανή την ομάδα έρευνας για να μπορούν όσοι παίζουν το ελληνικό πρωτάθλημα να έχουν στα χέρια τους το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Τρώμε ώρες φτιάχνοντας συστήματα, τακτικές, αναλύσεις ομάδων, παικτών, ψάχνουμε ταλέντα, παίκτες για μεγάλες, μεσαίες, μικρές ομάδες, και τα μοιραζόμαστε. Όλα αυτά, είναι επιπλέον χρόνος από το παιχνίδι και τον διαθέτουμε, όσο έχουμε ο καθένας.

Και μέσα σε όλους, υπάρχουν και οι παθητικοί παίκτες του Manager. Είναι αυτοί που δεν παίζουν, αλλά παίζουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Αυτοί περνάνε μεγάλο λούκι. Και δεν μπορούν να καταλάβουν τι συμβαίνει αλλά δεν μπορούν να το αποφύγουν κιόλας. Η σύζυγός μου για παράδειγμα, στην αρχή αναρωτιόταν, αν αυτό το Manager τελειώνει ποτέ, αν έχει τελευταία πίστα, αν έχει τελικό που κερδίσεις – χάσεις, πέφτει η αυλαία. Η αρνητική απάντηση που εισέπραξε, δεν της άρεσε καθόλου.

Αν εξαιρέσεις κάποιες εξάρσεις, έχει αποδεχθεί το ρόλο της. Αυτό δε σημαίνει πως δυσανασχετεί όποτε της λέω με κόσμιο τρόπο να φύγει από το δωμάτιο διότι δε πρέπει να είναι εκεί την ώρα του αγώνα, ούτε μπορεί να αποδεχθεί τα "γαλλικά" που ακούει όταν είναι σε άλλο δωμάτιο και φτάνουν στα αυτιά της. Απλά ξέρει τι συμβαίνει. Και φυσικά όσο και αν τα έχει αποδεχθεί, δε σημαίνει πως τα κατανοεί κιόλας.

Άλλωστε, το Manager ήταν ένα από τα τρία πράγματα που της είχα εξηγήσει όταν γνωριστήκαμε. Το πρώτο ήταν πως η δουλειά που κάνω δεν έχει σαββατοκύριακα. Το δεύτερο ήταν πως όταν έχει ποδόσφαιρο και ειδικά κάποιες συγκεκριμένες ομάδες δεν υπάρχει κάτι άλλο. Και το τρίτο ήταν πως το Manager είναι η πρώτη μου επιλογή όταν έχω ελεύθερο χρόνο. Το Manager με έχει βοηθήσει σε αρκετές δύσκολες στιγμές. Μου άδειαζε το κεφάλι. Και μου το γέμιζε με κάτι που το θεωρούσα λιγότερο βλαβερό από πολλά άλλα. Και βέβαια, μου έχει γεμίσει και πολλές, πολλές, πολλές λίστες παικτών ανά πρωτάθλημα, ανά χώρα, ανά περιοχή, ανά ηλικία.

Φτάνουμε και στο σήμερα και στη θέση που έχει το Manager στα 37 μου. Είναι μέρος της καθημερινότητάς μου. Αναπόσπαστο. Το Manager ως παιχνίδι, το Manager ως καταγραφή δεδομένων για την ελληνική ομάδα έρευνας και την βάση δεδομένων του παιχνιδιού, το Manager ως ελληνική κοινότητα στην οποία μιλάμε για το παιχνίδι, βγαίνουμε για φαγητό, πηγαίνουμε μαζί για ποδόσφαιρο, στο γήπεδο. Και ναι, ακόμα και τώρα, υπάρχουν γκολ που έχω πανηγυρίσει όπως πριν από 21 χρόνια, όπως αντίστοιχα, έχω καθίσει αποσβολωμένος στον καναπέ μετά από ήττα στο φινάλε του αγώνα. Αυτό, δεν αλλάζει. Μα, γι' αυτό δεν παίζουμε Manager; Για το συναίσθημα...

Όταν ανακοινώνεις στην κοπέλα σου ότι σκέφτεσαι να αρχίσεις fm

Όταν ανακοινώνεις στην κοπέλα σου ότι σκέφτεσαι να ξαναρχίσεις ένα game που έπαιζες παλιά, πριν γνωριστείτε. Προφανώς η κοπέλα θα έχει παρόμοιες εμπειρίες και θα δείξει κατανόηση. Αλλά αν το game είναι το FM, σίγουρα δεν φαντάζεται τι την περιμένει. Ο Γάλλος κωμικός Baptiste Lorber μας εξηγεί πως είναι τελικά η φάση.Για περισσότερα βίντεο της σειράς δείτε εδώ: https://www.facebook.com/fmgreece/videos

Posted by fmgreece.gr on Wednesday, November 11, 2015

ΥΓ1: Ως ενεργό μέλος του fmgreece.gr από τον Νοέμβριο του 2003, θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στα παιδιά του site για όλα όσα έχουν συμβεί αυτά τα 12 χρόνια. Είμαι σίγουρος πως η ενασχόλησή μου με το παιχνίδι δε θα ήταν η ίδια αν δεν υπήρχε αυτός ο μεγάλος πυρήνας. Για μένα, είναι ένα σπουδαίο κεφάλαιο της ζωής μου, με σχέσεις που έχουν βγει από τα όρια του διαδικτύου και έχουν γίνει σχέσεις ζωής.

ΥΓ2: Το μοναδικό μεγάλο παράπονο που έχω από την εταιρία δεν είναι άλλο από την διαχείριση του Football Manager Live ενός online Football Manager το οποίο η εταιρία δημιούργησε και προώθησε χωρίς όμως να του δώσει τη στήριξη που έπρεπε με αποτέλεσμα να διακόψει την λειτουργία του στην Ευρώπη και πλέον να το έχει διαθέσιμο στη Κορέα, εκεί που οι gamers είναι σε άλλο επίπεδο. Στο Football Manager Live, η Dynamo Podilatou, με δικό της κανάλι στο youtube παρακαλώ, έγραψε χρυσές σελίδες με Albano Bizzarri, Daniel Alvez, Σωκράτη Παπασταθόπουλο, HernanPellerano,  Daniel Schwaab, Ever Banega, Tiago Motta, Darren Pratley, Danijel  Pranjic, Mehmet Ekici, JavierChevanton...

ΥΓ3: "Καλά είχαμε ησυχάσει εδώ και κάνα μήνα... Άρχισες πάλι να γίνεσαι παιδάκι. Με τις ώρες περιμένεις να τους δεις να βάζουν γκολ και τους φωνάζεις λες και σ' ακούνε". Απέξω τα έχω μάθει τα λόγια της. Όταν ξεκινάει μια φράση τη σταματάω και της τα λέω με το ύφος της. Νευριάζει. Και της περνάει.

Έτσι δε κάνουμε όλοι όταν δεν μας αρέσει μια κατάσταση και δε μπορούμε να την αλλάξουμε; Έτσι και εκείνη. Και στο τέλος, αφού παρακολουθήσει έναν αγώνα και της εξηγήσω ότι σε αυτό το παιχνίδι παίζω, αλλά δεν παίζω διότι είμαι ο προπονητής, λέει "δύσκολη δουλειά του προπονητή... Δηλαδή να εξαρτάσαι από το τι θα κάνουν οι άλλοι μέσα στο γήπεδο; Αφού δεν μπορούν, τι φταις εσύ;" Γι' αυτό αυτή η δουλειά δεν είναι σαν τις άλλες, ούτε και το συγκεκριμένο παιχνίδι είναι σαν τα άλλα...

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Φέρτε πίσω το Championship Manager των 90's!