Κρίση και κρίσεις
Τα δύο τινά της κακής αγωνιστικής εικόνας που παρουσιάζει ο Παναθηναϊκός του Φερέιρα και ο ευνοημένος της κρίσης Ολυμπιακός του Μαρινάκη. Ο Θέμης Καίσαρης γράφει για τους "αιώνιους" και τα προβλήματά τους.
Για το Παναθηναϊκός-Ατρόμητος δεν υπάρχουν και πολλά να συζητήσεις. Ο Παναθηναϊκός έκανε την πρώτη προσπάθεια για γκολ σε open play (όχι δηλαδή από στημένη φάση) στο 70’, όταν ένα σουτ του Τοτσέ κόντραρε σε πόδια αμυντικού του Ατρόμητου. Ο Ιτάνζ έκανε την πρώτη επέμβαση σε σουτ που πήγαινε προς την εστία του με την συμπλήρωση των 90 λεπτών.
Ο Φερέιρα είπε πως χρειάζεται και τύχη. Προφανώς το γεγονός πως ο Παναθηναϊκός προηγήθηκε με τον μοναδικό τρόπο που θα μπορούσε να σκοράρει (βάσει τις εικόνας του), δηλαδή ένα χαζό κι αχρείαστο πέναλτι, που του έδωσε το δικαίωμα να αμυνθεί και να το κρατήσει, ήταν μεγάλη γκαντεμιά.
Ο δε Ζέκα δήλωσε πως “η ομάδα έδωσε απάντηση”, λόγια που δεν έχουν γίνει αποδεκτά και με τον καλύτερο τρόπο από φίλους του Παναθηναϊκού. Στην ίδια λογική που συζητούσαμε και στο προηγούμενο κείμενο, κακώς εξοργίζονται. Αν ακούς τον προπονητή σου να μιλάει για “εμφάνιση αντάξια της ιστορίας της ομάδας” και για “παίκτες μαχητές” μετά τη ρεβάνς κόντρα στην Μάλαγα, νομιμοποιείσαι 100% ως ποδοσφαιριστής να δεις την εμφάνιση απέναντι στον Ατρόμητο ως απάντηση.
Και για να κλείσουμε με τον Παναθηναϊκό, όταν οι ομάδες έχουν παρατεταμένα αγωνιστικά προβλήματα, που δεν οφείλονται στην φόρμα ή στην κόπωση, τότε συνήθως συντρέχουν δύο λόγοι. Είτε το ρόστερ είναι κακοφτιαγμένο, με ελλείψεις και παίκτες πολύ κάτω από τον πήχη της ομάδας, είτε ο προπονητής το δουλεύει λάθος ή δεν το δουλεύει καθόλου. Όπως νομίζω πως έγινε σαφώς στην συνολική ματιά του τελευταίου κειμένου, στον Παναθηναϊκό συμβαίνουν και τα δύο. Οπότε, άμεση λύση στην εξίσωση δεν υπάρχει.
Πάμε να ρίξουμε και μια ματιά στον Ολυμπιακό, αλλά σε εξωαγωνιστικά θέματα. Εντός κι εκτός ομάδας γίνεται συχνά κουβέντα για τις επενδύσεις του Μαρινάκη και μάλιστα εν καιρώ κρίσης, τόσων προβλημάτων, κτλ.
Το πρώτο σκέλος που θα πρέπει να σταθούμε είναι πως όλοι μιλάμε για τον επενδυτή Μαρινάκη, αλλά ταυτόχρονα τον αντιμετωπίζουν ως ευεργέτη. Γιατί, συγχωρέστε με, αλλά επενδυτής είναι αυτός που βάζει για να πάρει. Αν όχι περισσότερα, τουλάχιστον ισόποσα. Όταν, όμως, μιλάς μόνο για το κομμάτι του “ξοδεύω”, χωρίς να κοιτάς ποτέ το “για να πάρω”, τότε αγνοείς την ίδια την υπόσταση της επένδυσης και την αντιμετωπίζεις ως ευεργεσία.
Το δεύτερο σκέλος αφορά την επιρροή της κρίσης. Προφανώς κι έχουν δίκιο όσοι την επικαλούνται, αφού τα έσοδα μειώνονται με σχεδόν κάθε τρόπο. Μείωση του τηλεοπτικού συμβολαίου, των χορηγιών, της προσέλευσης στο γήπεδο, κτλ. Απ’όποια πλευρά κι αν το κοιτάξεις, την κρίση θα βρεις ως αιτία που ψαλιδίζει τα έσοδα.
Όμως, η συνολική εικόνα δεν είναι μόνο αυτή. Πρώτα γιατί υπάρχει μια μεγάλη πηγή εσόδων που λέγεται όμιλοι του Champions League. Τα λεφτά που έρχονται από εκεί όχι μόνο δεν μειώνονται, αλλά αυξάνονται. Λίγο, αλλά σταθερά και κάθε χρόνο. Αν λοιπόν δούμε καθαρά με χρηματικούς όρους το ποδόσφαιρο και πούμε πως πριν την κρίση έπρεπε να ξοδέψεις το Χ ποσό για να “εξασφαλίσεις” πως έχεις την καλύτερη ομάδα και θα πάρεις το 20άρικο του Champions League, τώρα πόσα πρέπει να ξοδέψεις; Σαφώς λιγότερα, άρα μεγαλώνει το καθαρό κέρδος που θα βάλεις στο ταμείο από την συμμετοχή στους ομίλους.
Επιπλέον, η κρίση δεν δημιουργεί μόνο προβλήματα, αλλά προσφέρει κι ευκαιρίες, για να χρησιμοποιήσουμε κι ένα κλισέ των τελευταίων χρόνων. Τα έσοδα λοιπόν μειώνονται (εκτός αυτών του Champions League), αλλά μήπως το ίδιο δεν ισχύει και για τα έξοδα; Εδώ και καιρό υπάρχει αυτή η διάθεση του Ολυμπιακού για την περίφημη ελληνοποίηση ή μάλλον, για να το θέσουμε πιο σωστά, την αγορά παικτών από το εγχώριο πρωτάθλημα, αφού στον Πειραιά ήρθαν και ποδοσφαιριστές της Σούπερλιγκ που δεν ήταν Έλληνες.
Δεν είναι κάποια πρωτότυπη ιδέα το “παίρνουμε ο,τι καλύτερο μπορούμε από το πρωτάθλημά μας”, ίσα-ίσα έχει ακολουθηθεί από πολλούς συλλόγους, σε διάφορα πρωταθλήματα. Έχει, όμως, ένα πρόβλημα. Είναι πολύ ακριβή ιδέα. Ο μικρομεσαίος του εκάστοτε πρωταθλήματος είναι δεδομένο πως θα πουλήσει πολύ ακριβά στον μεγάλο που γλυκοκοιτάει το αστέρι του, ειδικά αν ο παίκτης είναι ντόπιος.
Δεν νομίζω πως χρειάζεται υπενθύμιση για το πόσα έδωσε πριν χρόνια η Γιουνάιτεντ για να φέρει στο Μάντσεστερ τον Ρούνεϊ, τον Κάρικ, τον Φέρντιναντ ή ακόμα και πρόσφατα τον Άσλει Γιάνγκ, τον Φιλ Τζόουνς. Το ίδιο ισχύει και για την Λίβερπουλ ή την Σίτι, που έβαλαν το χέρι πολύ βαθιά στην τσέπη όταν κοίταξαν εντός Νησιού για τα ψώνια τους ή για την Ρεάλ, την εποχή που τα έσκαγε στη Σεβίλλη για τον Ράμος και τον Μπαπτίστα. Το ίδιο κι η Ζενίτ στην Ρωσία, που όταν πέρασε στα χέρια της Γκαζπρομ, αποφάσισε να μην φέρνει πια καραβιές ακριβοπληρωμένων Βραζιλιάνων, αλλά να σαρώσει το πρωτάθλημα και να φτάσει να έχει τα 3/4 της Εθνικής Ρωσίας να παίζουν στην ομάδα της.
Κι επειδή τα παραδείγματα του εξωτερικού δεν τελειώνουν, επιστρέφουμε στην χώρα μας. Δεν έχει περάσει δα και τόσος καιρός που να έχετε ξεχάσει πόσο κόστισαν ο Χριστοδουλόπουλος, ο Αβραάμ, ο Κλέιτον, ο Κουτσιανικούλης, ο Σίσιτς, ο Λεονάρντο, ο Τζιμπούρ (όταν πήγε στην ΑΕΚ) ή ακόμα και ο Μελίσσης ή ο Γιάχιτς. Ούτε νομίζω πως χρειάζεται να πάμε παλιότερα και να μιλήσουμε για τα λεφτά που δόθηκαν για τον Βενετίδη, τον Κωνσταντίνου, τον Τοροσίδη, κτλ.
Τώρα; Τώρα πόσο κοστίζει στον Ολυμπιακό το σάρωμα της ελληνικής αγοράς, για ντόπιους ή ξένους ποδοσφαιριστές; Τι σούμα θα βγάλουμε αν προσθέσουμε το κόστος απόκτησης (αν υπάρχει, αφού πολλοί ήρθαν ως ελεύθεροι) του Τζιμπούρ, του Μανιάτη, του Μανωλά, του Σιόβα, του Παπάζογλου, του Χαβίτο, του Αμπντούν, του Ζαραδούκα, του Κάρολ, του Τάτου, του Βλαχοδήμου; Μια ενδεκάδα ποδοσφαιριστές μέτρησα και μπορεί και να ξεχνάω και κάποιους.
Οι ομάδες είτε τους αφήνουν ελεύθερους γιατί δεν έχουν να τους πληρώσουν, είτε τους πουλάνε όσο-όσο, αφού έχουν ανάγκη το όποιο ποσό και δεν υπάρχει άλλος αγοραστής εκτός του Ολυμπιακού, ώστε να ανέβει η τιμή. Ο Μαρινάκης αρνήθηκε να δώσει το ένα εκατομμύριο που ζητούσε ο Αστέρας για τον Φορτούνη, όχι φυσικά γιατί δεν το είχε, αλλά για να στείλει το μήνυμα στην αγορά και θέσει το δικό του πλαφόν. “Μέχρι πέντε κατοστάρικα, και αν”.
Έτσι, ενώ πριν από μερικά χρόνια ο στόπερ Αβραάμ κόστιζε 2.5 εκατομμύρια ευρώ, ο εξτρέμ (και άρα πιο ακριβός) Βλαχοδήμος, που αναδείχθηκε καλύτερος νέος παίκτης του περσινού πρωταθλήματος αποκτήθηκε με 450.000 ευρώ. Ο Μανιάτης, πρώτα ανακοινώθηκε και μετά αποφάσισε ο Ολυμπιακός πόσα θα δώσει και πως θα πληρώσει τον Πανιώνιο. Αυτά δεν είναι “αποτελέσματα της κρίσης”;
Με λίγα λόγια, σωστά κι αληθή όσα σημειώνονται για τα προβλήματα που δημιουργεί και στον Ολυμπιακό η κρίση. Αλλά, αν θέλουμε να κοιτάμε το σύνολο της εικόνας, η κρίση έχει δώσει την δυνατότητα στον Ολυμπιακό να παίρνει με “ψίχουλα” σχεδόν ο,τι θέλει από το ελληνικό πρωτάθλημα (άσχετα αν οι παίκτες “βγαίνουν” ή όχι), την ώρα που το βασικό έσοδο του Champions League παραμένει ανέγγιχτο κι αυξάνεται κάθε χρόνο.