Ο Νώντας Παπαντωνίου δεν μπορεί να μετανιώσει για τις χαμένες βολές απέναντι στον Ολυμπιακό

Πριν από 2.5 χρόνια 'ξόδεψε' την ευκαιρία να γίνει ο ήρωας της ΑΕΚ σε νίκη επί του Ολυμπιακού. Είχε δύο βολές 22'' πριν από τη λήξη της κανονικής διάρκειας. Τις έχασε. Ήταν οι βολές που τον άλλαξαν.

Αυτοαναφορά. Αυτογνωσία. Αυτοβελτίωση.

Ο διάλογος του Νώντα Παπαντωνίου με τον εαυτό του, μέσα από το άρθρο του στο athletestories.gr, υπήρξε ειλικρινής. Κοίταξε ευθεία τον καθρέπτη του και μίλησε σε πρώτο ενικό.

"Το ξέρω πως δεν έχω το ταλέντο του Παππά, του Γιάνκοβιτς, του Σλούκα". Παραδοχή δίχως 'αλλά' και 'ίσως'.

Ταυτόχρονα μια προσπάθεια ισορροπίας σ' ένα τεντωμένο σχοινί. Σε κάθε βήμα ελλοχεύει ο κίνδυνος της πτώσης. Όπως κάθε προσπάθεια σ' έναν αγώνα μπάσκετ. Πόσο μάλλον όταν κρίνει ένα ντέρμπι.

Τις χαμένες βολές στο ντέρμπι ΑΕΚ-Ολυμπιακός στις 13 Μαρτίου δεν τις έχει ξεχάσει. Ούτε πρόκειται ποτέ. Τον σημάδεψαν.

"Είναι κάτι για το οποίο δεν μπορώ να μετανιώσω. Εγώ, πρώτος, περισσότερο από τον καθένα, ήθελα να μπουν. Μόνο αυτό μου έχει κάτσει άσχημα, ως τώρα. Μακάρι να είχα αλλάξει κάτι, εκείνη την ημέρα.

Αλλά, προσωπικά, πιστεύω πολύ στα βιώματα. Όχι στις συμβουλές. Στο παράδειγμα που θα ζήσεις και θα σε πονέσει. Είτε από τη γκόμενα που θα σε χωρίσει είτε από τη χαμένη βολή. Όταν το ζήσεις, το νιώσεις και το ξεπεράσεις μόνος σου. Εμένα, αυτές οι δύο χαμένες βολές, με άλλαξαν. Με έκαναν πιο δυνατό. Πολύ πιο έτοιμο για την επόμενη φορά. Με του που έφυγα από την ΑΕΚ, έπαιξα τελικό κυπέλλου της δεύτερης κατηγορίας της Ισπανίας με την Αραμπέρι και πέτυχα τρίποντο και βολή σε «νεκρό χρόνο», πηγαίνοντας το ματς στην παράταση. Στο ένα παιχνίδι ήμουν στο +2 και τις έχασα, στο άλλα στο -1 και την έβαλα. Οπότε, έγινα σίγουρα καλύτερος από αυτό".

Ο Νώντας Παπαντωνίου είχε πιέσει ξανά τον εαυτό του.

NBA

Είναι ο Λούκα καλύτερος από τον Ντράζεν στα 19;

Ο Γιάννης Φιλέρης γράφει για το μύθο του Λούκα Ντόντσιτς που έχει ανατείλει για τα καλά και απειλεί να ξεπεράσει ολότελα (αν δεν το έχει κάνει ήδη) ιερά τέρατα όπως ο Ντράζεν Πέτροβιτς και ο Τόνι Κούκοτς.