Γιάγια ξέρουμε τι έκανες στου Ρέντη...

Ο Σταύρος Γεωργακόπουλος γυρίζει πίσω το χρόνο και θυμάται ανέκδοτες ιστορίες από το πρώτο πέρασμα του Γιάγια Τουρέ με τη φανέλα του Ολυμπιακού. Οι πλάκες με τους συμπαίκτες, η επιστροφή απ' την Αμπιτζάν με 8 επιπλέον κιλά, ο τρελαμένος Καρύδας, ο τσαντισμένος Παντούρου και το ταξίδι Λούβαρη...

Αρχές Αυγούστου του 2005. Πρώτη μέρα καλοκαιρινής άδειας και διακοπών σε νησί των Κυκλάδων. Το κινητό χτυπά ασταμάτητα. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Ολυμπιακός έχει ανακοινώσει την πρόσληψη του Τροντ Σόλιντ. Ο Νορβηγός τεχνικός που έκανε διακοπές τα καλοκαίρια στην Ελούντα της Κρήτης με την πληθωρική σύζυγο και την μονάκριβη κόρη έχει ξεκαθαρίσει στη διοίκηση ότι θα πάρει πάνω του τον μεταγραφικό σχεδιασμό και σκοπεύει να τον υλοποιήσει μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.

Εκείνη την ημέρα ο τότε διευθύνων σύμβουλος της ΠΑΕ και "παλιά αλεπού" στο ποδόσφαιρο Γιώργος Λούβαρης έχει αναχωρήσει για ταξίδι στο εξωτερικό. Όλοι ήξεραν πως όταν ο "κύριος γενικός" ανέβαινε -τέτοιες μέρες- στο αεροπλάνο δεν επέστρεφε ποτέ μόνος. Με τη διαφορά ότι μέχρι να "σκάσει" το όνομα, κανείς δεν περίμενε πως σκοπός του ταξιδιού ήταν ένα ψηλόλιγνο παλικάρι από τη Μέταλουργκ της Ουκρανίας.

«ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΓΚΝΕΓΚΝΕΡΙ;»

Όταν ακούσαμε για πρώτη φορά το όνομα Γιάγια Τουρέ ήταν ζήτημα αν έστω κι ένας –πλην του Σόλιντ- ήξερε περί ποίου πρόκειται. Όχι μόνο ο παίκτης, αλλά και η άσημη ομάδα του από το μακρινό Ντόνετσκ δεν άφηναν περιθώρια για τη γνωστή "σάλτσα" που συνοδεύει συνήθως τις μεταγραφές. "Ποιος είναι αυτός και πού τον βρήκε;", ήταν η ερώτηση που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Όλα αυτά κράτησαν μέχρι να γίνει η πρώτη προπόνηση…

Ο γεννημένος στην Ακτή Ελεφαντοστού, αλλά μεγαλωμένος στο Βέλγιο Γκνεγκνέρι, γνωρίστηκε με τη στρογγυλή θεά στην πατρίδα του (ASEC), όπως αρκετοί ακόμη συμπατριώτες του όπως ο Καλού και ο Μποκά που έκαναν καριέρα στην Ευρώπη, αλλά έκανε το πρώτο άλμα με τη φανέλα της Μπέβερεν.

Εκεί τον ανακάλυψε ο δαιμόνιος μάνατζερ Ντμίτρι Σέλουκ, με τις εκκεντρικές εμφανίσεις και το μυαλό-ξυράφι. Ο Ρώσος ατζέντης ήταν εκείνος που είδε κάτι να λάμπει πάνω στον Γιάγια και φρόντισε να το μετατρέψει σε ατόφιο χρυσάφι. Εδώ που τα λέμε, δεν χρειάζονταν περισσότερες από δύο-τρεις επαφές με τη μπάλα για να καταλάβει κανείς το σπάνιο χάρισμα του Τουρέ.

EΠΑΘΑΝ ΠΛΑΚΑ ΣΤΟΥ ΡΕΝΤΗ

Στου Ρέντη έπαθαν πλάκα μαζί του από την πρώτη προπόνηση. Ο Θανάσης Κωστούλας αφηγήθηκε σχετικά στη διάρκεια της συνέντευξης που παραχώρησε στο Contra.gr: "Ο Τουρέ έκανε μπαμ ότι είναι άλλο επίπεδο. Φαινόταν. Έφυγε, θυμάμαι, τότε για το πρωτάθλημα Αφρικής μέσα στο χειμώνα. Η ομάδα του αποκλείστηκε νωρίς, αλλά εκείνος γύρισε μετά από περίπου ένα μήνα, με οκτώ κιλά επιπλέον! Ακόμη κι έτσι έμπαινε στο γήπεδο και έκανε παπάδες. Θυμάμαι τον Νίκο Καρύδα τον γυμναστή που έλεγε ότι “δεν μου έχει ξανασυμβεί παίκτης να πάρει οκτώ κιλά σε ένα μήνα”, αλλά έβλεπες ότι o Γιάγια ήταν άλλη κλάση. Τρία επίπεδα πάνω από μας. Τον περνούσες και ξαφνικά τον έβλεπες πάλι μπροστά σου. Λέγαμε με τον Πάντο: “Τι είναι αυτός ρε;”.  Όπου και να τον έβαζες, έπαιζε κι έκανε διαφορά".

Αυτό ακριβώς ήταν ο Γιάγια. Τον έβλεπες και νόμιζες ότι... βαριέται να περπατήσει! Με ράθυμο ύψος, βαριά περπατησιά, αλλά σε κάθε του δρασκελιά με τη μπάλα στα πόδια έλεγες ότι είναι άλλη πάστα. Τρομερή επαφή με τη μπάλα, επιτόπια ντρίμπλα, σπάσιμο μέσης. Κάποιοι έλεγαν από τότε πως τον είχε βοηθήσει η επαφή που είχε με το τζούντο από πολύ μικρός. Σου έδινε την εντύπωση παρά το μπόι του (σ.σ. κοντά στο 1.90) ότι είναι τόσο ελαστικός που μπορεί να περάσει μέσα από χαραμάδα.

 

ΔΕΝ ΠΕΡΝΟΥΣΕ ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΟΣ

Γενικά, στα αποδυτήρια ήταν ήσυχος, αλλά δεν περνούσε απαρατήρητος. Έλεγε λίγα, του άρεσε η πλάκα, πείραζε τους πάντες, αλλά δεχόταν και τα πειράγματα. Γελούσε σπάνια, αλλά χαμογελούσε πολύ συχνότερα. Η πρώτη λέξη που μαθαίνει κανείς ερχόμενος στην Ελλάδα έγινε η αγαπημένη του. Το "μ@λάκα" συνόδευε σχεδόν κάθε του κίνηση στου Ρέντη. Το έλεγε στον κοντούλη Νιγηριανό Αρούνα Μπαμπανγκίντα που ο μάνατζέρ του «πέρασε» στον Ολυμπιακό λίγες ημέρες μετά από τον Γιάγια, το έλεγε και στους υπόλοιπους, καταργώντας τα μικρά ονόματα, του το έλεγαν κι εκείνοι. Μια ωραία ατμόσφαιρα...

Όσοι παρακολουθούσαν προσεκτικά τα παιχνίδια της ομάδας θυμούνται καλά ότι κάποια στιγμή είχε πάει να αρπαχτεί με τον τότε συμπαίκτη του Γκάμπριελ Σούρερ στη διάρκεια ενός αγώνα μετά από "διαβολιά" του Νέρι Καστίγιο. Εκείνες τις ημέρες πέρασα από του Ρέντη για τις ανάγκες μιας συνέντευξης. Θέλησα να τον πειράξω και το πρώτο που του είπα είναι ότι τον "ψάχνει" ο Αργεντινός! Με κοίταξε με το γνωστό του διαπεραστικό βλέμμα, χαμογέλασε πονηρά και μου είπε: "Φίλε, έχω μαύρη ζώνη. Δεν τον… βλέπω"!

Πράγματι, ως τζουντόκα και με τα φυσικά προσόντα που διέθετε δεν ήταν εύκολο να του κάνεις ούτε πλάκα. Τα εκατομμύρια που πέρασαν από τα χέρια του στα χρόνια που ακολούθησαν, βέβαια, δεν τα έβγαλε με το τζουντόκι, αλλά με τη μπάλα στα πόδια. Για τους παροικούντες του Ρέντη ήταν δεδομένο πως δεν θα έμενε πολύ. Μια σεζόν και πολύ ήταν. Ήταν φτιαγμένος για πιο ψηλά, όπως δεν αργήσαμε να διαπιστώσουμε…

ΕΦΥΓΕ ΜΕ ΑΣΤΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ

Έφυγε από τον Πειραιά με μια αστεία -κυριολεκτικά- δικαιολογία. Επικαλέστηκε κάποια στιγμή, μέσα στην άνοιξη, ότι χάλασε στο σπίτι του η δορυφορική κεραία της τηλεόρασης και οι αρμόδιοι του συλλόγου άργησαν να στείλουν τεχνικό, με αποτέλεσμα να στενοχωρηθεί η σύζυγός του… Εκεί πάτησε κι έθεσε θέμα αποχώρησης. Πριν κλείσει ένα χρόνο στον Πειραιά...

Στην Πλατεία Αλεξάνδρας στην αρχή απόρησαν με την αστεία δικαιολογία, η οποία τον έφερε σε σημείο να ζητήσει μεταγραφή. Σύντομα κατάλαβαν, αν και το είχαν υποπτευθεί πολύ πιο νωρίς. Φαινόταν από τις πρώτες του μέρες ότι ήρθε για να φύγει, αφού ήταν για πολύ πιο ψηλά. Οι στάσεις και η πορεία της καριέρας του ήταν μάλλον προαποφασισμένες. Μονακό για έναν χρόνο, Μπαρτσελόνα για άλλα τρία, Μάντσεστερ και Σίτι για μια 8ετία. Ο Ντμίτρι Σέλουκ αξιοποίησε τη «φλέβα χρυσού» όσο καλύτερα μπορούσε και ο Γιάγια ακόμη και σήμερα "κόβει" λεφτά. Μέχρι που ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να κάνει πράξη την υπόσχεσή του από το 2010 και να επιστρέψει για να κλείσει την καριέρα του στον Πειραιά και τον Ολυμπιακό.

Στο πέρασμα του χρόνου έζησε πολύ περισσότερες ευτυχισμένες στιγμές, αλλά είδε και το άσχημο πρόσωπο της ζωής. Έχασε τον αδερφό του Ιμπραΐμ που είχε περάσει ένα φεγγάρι και από του Ρέντη, σε ηλικία 28 ετών, αλλά ήξερε και ξέρει να βγαίνει πιο δυνατός μέσα από τις δυσκολίες. Όπως τώρα που έμαθε ότι η Σίτι συμφώνησε με τον Πεπ Γκουαρδιόλα. Τον άνθρωπο που ουσιαστικά άνοιξε την πόρτα για να αποχωρήσει –πρόωρα ίσως- ο Γιάγια από το "Καμπ Νου".

"ΝΑ ΚΛΕΙΣΩ ΕΔΩ ΤΗΝ ΚΑΡΙΕΡΑ ΜΟΥ"

Στις 13 Μαΐου, ο "χρυσοδάκτυλος" Τουρέ έχει γενέθλια (γεννήθηκε το 1983). Έκλεισε τα 35 χρόνια του, μετρώντας τις τελευταίες ημέρες με τη φανέλα της Σίτι. Μπορεί να βάρυνε από τότε που μας πρωτοσυστήθηκε ως τώρα, αλλά παραμένει top class ποδοσφαιριστής.

Πριν από μερικά χρόνια, μάλιστα, όταν επισκέφθηκε ξανά τον Πειραιά για να συναντήσει παλιούς φίλους και συμπαίκτες, αποδεχόμενος την πρόσκληση να πάρει μέρος στο φιλικό κατά της φτώχειας κόντρα στην ομάδα του Ζινεντίν Ζιντάν, υποσχέθηκε πως μια μέρα θα φορέσει ξανά την ερυθρόλευκη φανέλα.

"Θα ήθελα να κλείσω εδώ την καριέρα μου, με τον Ολυμπιακό" είχε πει κι όπως όλοι καταλάβαμε πλέον, έφτασε η το πλήρωμα του χρόνου. Τα υπόλοιπα θα τα δούμε στο γήπεδο...