Η εκδίκηση των Αμερικανών

Ο Γιώργος Συρίγος αναλύει σε ένα απολαυστικό κείμενο τον θρίαμβο της Μακάμπι στο Μιλάνο και γράφει για την εκδίκηση των Αμερικανών.

Η εκδίκηση των Αμερικανών

Ας ξεκινήσουμε απ’ τα βασικά: η Μακάμπι στο Μιλάνο ήταν ομάδα με όλα τα γράμματα κεφαλαία. Πάθος, ομαδικότητα, επιμονή, ανθεκτικότητα. Το σύνολο των στοιχείων που ορίζουν αυτό που ονομάζεται «πνευματική ικανότητα», στο 110%. Έργο Ντέιβιντ Μπλατ, αναμφίβολα. Έδειξε τον δρόμο και άπαντες τον εμπιστεύτηκαν με κλειστά τα μάτια. Συντονίστηκαν στην ίδια συχνότητα και ξεπέρασαν τον εαυτό τους.

Δεν αρκούν όμως αυτά τα στοιχεία για να κατακτήσεις το τρόπαιο. Αν το δούμε απ’ την ανάποδη, θυμάται κανείς έστω μία πρωταθλήτρια Ευρώπης που υστερούσε στο κομμάτι της ψυχολογίας; Κάποια που έλιωνε σαν βούτυρο απέναντι στην πίεση και παρόλα αυτά βγήκε στον αφρό; Η Ζαλγκίρις το 1999 στο Μόναχο. Ο Παναθηναϊκός το 2002 στην Μπολόνια. Ο Ολυμπιακός το 2012 στην Κωνσταντινούπολη. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Όλα τα μπασκετικά (και όχι μόνο) θαύματα είχαν ως κινητήρια δύναμη το μυαλό.

Υπάρχει ωστόσο και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό: το μπάσκετ αυτό καθεαυτό. Οι αρχές. Η φιλοσοφία. Η τακτική προσέγγιση. Όλα αυτά που συνθέτουν την ταυτότητα κάθε ομάδας στο παρκέ. Εδώ είναι που ο Μπλατ τάραξε, όσο κανείς άλλος στην ιστορία της Ευρωλίγκας, τα νερά.

Το καθαρά αγωνιστικό μπάτζετ της Μακάμπι (συμβόλαια παικτών και προπονητικού επιτελείου) δεν υπερβαίνει τα 6 εκ. ευρώ. Περίπου τέσσερις φορές κάτω συγκριτικά με της ΤΣΣΚΑ και της Ρεάλ. Με ποιους κατέκτησε λοιπόν ο δαιμόνιος αμερικανοεβραίος τον φετινό τίτλο; Με πέντε Αμερικανούς δεύτερης διαλογής.

Πέντε Αμερικανοί

Δυο «κωλοτούμπες» (Ράις, Χίκμαν) που μέχρι πριν από τρία-τέσσερα χρόνια έλεγες ότι αν τους αφήσεις να κάνουν κουμάντο στην ομάδα σου, πας δεν πας μέχρι το Τοπ 16, ένα αξιόπιστο 3-2αρι που «βαφτίστηκε» δεύτερος ψηλός (Σμιθ), ένα undersized 5αρι - που με μια πρώτη ματιά θυμίζει κεντρικό μπλοκέρ στο βόλεϊ - βγαλμένο απ’ το καλούπι του Κάιλ Χάινς (Τάιους) και έναν ποιοτικό γερόλυκο που έμεινε έναν χρόνο μακριά απ’ τα γήπεδα και επέστρεψε για μια τελευταία ζαριά (Μπλου).

Η εκδίκηση των Αμερικανών

Παλικάρι ο Σόφο, ήρεμη δύναμη ο Οχαγιόν, σκληρός και χρήσιμος ο Πνίνι, παίκτης του προπονητή ο Ίνγκλς, όμως και οι τέσσερις ήταν συμπληρωματικοί. Μας αρέσει δεν μας αρέσει, οι πέντε βασικοί πυλώνες της Μακάμπι στο Μιλάνο ήταν οι Αμερικανοί. Το αποδεικνύουν περίτρανα οι αριθμοί: απ’ τα συνολικά 425 λεπτά συμμετοχής απέναντι στην ΤΣΣΚΑ και την Ρεάλ (200+225, λόγω της παράτασης), ο Μπλατ τους εμπιστεύτηκε τα 312. Το ποσοστό αγγίζει το 75% και ανεβαίνει ακόμα ψηλότερα αν μετρήσουμε την επίδραση που είχαν στο παιχνίδι με βάση την στατιστική.

Το ξαναγράφω για την περίπτωση που κάποιος… χάθηκε στους αριθμούς. Πέντε αμερικανοί απ’ το μεσαίο ράφι έγραψαν την ιστορία της φετινής Ευρωλίγκας. Ανήκουστο. Πριν από λίγα χρόνια δεν θα μπορούσε να συμβεί ακόμα κι αν στο πνευματικό κομμάτι έφταναν, όχι στο 110, αλλά στο 200%. Τι άλλαξε λοιπόν; Το ίδιο το μπάσκετ!

"Απορώ που έμαθες μπάσκετ"

Θυμάμαι σαν τώρα το βλέμμα του συγχωρεμένου του πατέρα μου όταν πριν από δυόμισι χρόνια, κατά την διάρκεια της εκπομπής στη nova, τόλμησα να ξεστομίσω το εξής: «Το αργό παιχνίδι με τα 5αρια-δεινόσαυρους, που απειλούν μονάχα στα 2-3 μέτρα με πλάτη στο καλάθι, πέθανε. Τουλάχιστον στο κορυφαίο επίπεδο. ΝΒΑ, διοργανώσεις της FIBA, Ευρωλίγκα. Τώρα βασιλεύει η ταχύτητα και γενικότερα η αθλητική ικανότητα, οπότε δεν υπάρχει πλέον χώρος γι’ αυτούς».

Αν δεν μας χώριζαν δυο μέτρα απόσταση (καθόταν στον απέναντι καναπέ), το είδα στο βλέμμα του, θα μου είχε ρίξει σφαλιάρα και μάλιστα γερή. «Απορώ που έμαθες εσύ το μπάσκετ», ήταν το πιο επιεικές απ' αυτά που μου είπε στον αέρα, ενώ το φροντιστήριο συνεχίστηκε και στον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι. «Δεν υπάρχει μπάσκετ χωρίς τους ψηλούς να ποστάρουν. Απ’ το στόμα σου έχω ακούσει εκατομμύρια μαλ…ιες, αλλά αυτή ξεπερνάει κάθε προηγούμενο».

O μεγάλος είχε εν μέρει δίκιο. Τα θεμελιώδη του μπάσκετ - όπως προσδιορίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και στις αρχές του ’30 στη Νέα Υόρκη - δεν αλλοιώνονται, ούτε τροποποιούνται. Πάσα, ντρίπλα, σουτ. Τόσο με πρόσωπο, όσο και με πλάτη στο καλάθι. Και σε 100 χρόνια από τώρα, το βιβλίο του αθλήματος τα ίδια ακριβώς θα γράφει. Να το πούμε σωστά λοιπόν. Δεν άλλαξε το μπάσκετ, απλώς διαφοροποιήθηκαν οι τάσεις.

Η επιρροή του Air

Ένα παράδειγμα επ’ αυτού. Απ’ τις αρχές του ’90 (πρώτη αποχώρηση του Τζόρνταν), και για τα επόμενα 10 χρόνια, αν δεν υπήρχαν οι Σπερς, οι Λέικερς με την τριγωνική επίθεση του Τεξ Γουίντερ (αν και ο Κόμπι πολλές φορές έκανε του κεφαλιού του), οι Κινγκς με την Princeton offence του Πιτ Κάριλ και μια-δυο εξαιρέσεις ακόμα, θα πίστευε κανείς ότι στο ΝΒΑ είχαν δημιουργήσει ποινολόγιο για όσους… πάσαραν!

Η εκδίκηση των Αμερικανών

Ο τρόπος που διαχειρίστηκε το όλο σύστημα (ΜΜΕ, χορηγοί, κλπ) την κληρονομιά του «Αέρινου» ήταν οπορτουνιστικός. Όλοι έψαχναν, όχι τον νέο Τζόρνταν, αλλά εκείνον που ήταν ευκολότερο να πουλήσουν ως διάδοχό του. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ραγδαία αλλαγή στην σωματοδομή των αθλητών σε σχέση με τα 80’ς, καθόρισε τη νέα μόδα. Οι συνεργασίες και το ομαδικό μπάσκετ βρέθηκαν ξαφνικά σε δεύτερη μοίρα. Ζήτω το «ένας εναντίον ενός».

Όλοι ήθελαν να δουν τον δίμετρο υπερήρωα που επιταχύνει σαν 100αρης και πηδάει σαν πρωταθλητής του ύψους. Αυτόν που μπορούσε να τα βάλει και με τους πέντε αντιπάλους του ταυτόχρονα, περνώντας από πάνω τους και καρφώνοντας με μανία την μπάλα στο καλάθι. Ελάχιστοι απ’ τους GM’s τον ομάδων είχαν το σθένος να πάνε κόντρα στο ρεύμα, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή για κάθε Βινς Κάρτερ και Τρέισι ΜακΓκρέιντι να υπάρχουν… 50 Χάρολντ Μάινερ και Φελίπε Λόπεζ. Παίκτες με τεράστια αθλητικά προσόντα, που όμως υστερούσαν σε τεχνική αλλά και σε τακτική αντίληψη.

Πάθημα-μάθημα

Οι Αμερικανοί έπαθαν κι έμαθαν, με σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι την ήττα από την Εθνική μας στο Μουντομπάσκετ του 2006. Πριν καν συμπληρωθεί 10ετία απ’ το κάζο της Ιαπωνίας, η μόδα στο ΝΒΑ έχει αλλάξει ριζικά. Δεν είναι λίγες οι ομάδες που έχουν ενστερνιστεί την ευρωπαϊκή προσέγγιση, τελειώνοντας τα παιχνίδια με δύο πλέι μέικερ στο παρκέ, ή παίζοντας το λεγόμενο small ball. Επιπλέον, ολοένα και συχνότερα συναντάμε «4αρια» με φαρμακερό μακρινό σουτ, που είναι απαραίτητα για να «τεντώνουν» τις άμυνες, δημιουργώντας χώρους για τους διεισδυτικούς συμπαίκτες τους.

Όσο για τον δίμετρο υπερήρωα, κατά κανόνα δεν προσπαθεί πλέον να σκοράρει μέσα από καταστάσεις απομόνωσης (iso plays), αλλά με την δύναμη της συνεργασίας και ομαδικό παιχνίδι. Να το πούμε απλά: οι Σπερς δεν είναι πλέον δακτυλοδεικτούμενοι, αλλά η ομάδα στην οποία όλοι θέλουν να μοιάσουν.

Ευρωπαϊκός κανόνας

Η παρένθεση κλείνει και επιστρέφουμε στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Με δεδομένο ότι όλοι προσπαθούν να μιμηθούν την ομάδα που κερδίζει, η ιστορία της Ευρωλίγκας (και όχι μόνο, βεβαίως) έχει την σφραγίδα της γιουγκοσλαβικής σχολής. Ευτυχώς για μας εδώ στη γηραιά ήπειρο, το μπάσκετ αυτό έχει ως βάση την ομαδικότητα και το «διάβασμα», οπότε αποφύγαμε… παρενέργειες αντίστοιχες με αυτές που βίωσαν οι Αμερικανοί. Δεν είχαμε άλλωστε τα αθλητικά προσόντα για να συμβεί κάτι τέτοιο. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτό το στυλ είναι βαρετό, γιατί κυριαρχούν οι άμυνες, ενώ παράλληλα περιορίζεται το ατομικό ταλέντο. Διαφωνώ κάθετα, αλλά κι έτσι να ‘ναι, μικρό το κακό.

Απ’ το 2001 μέχρι το σωτήριο έτος 2013, που για πρώτη φορά κατέκτησε την Ευρωλίγκα ένας Έλληνας προπονητής (Γ. Μπαρτζώκας), οι «τιμονιέρηδες» των ομάδων που ανέβηκαν στην κορυφή είτε ήταν Σέρβοι (Ομπράντοβιτς, Ίβκοβιτς, Πέσιτς), είτε είχαν ξεκάθαρες γιουγκοσλάβικες επιρροές (Μεσίνα, Πασκουάλ).

Μοναδική εξαίρεση στον κανόνα, ο Πίνι Γκέρσον με την σπουδαία Μακάμπι της διετίας 2004-05. Ο Ισραηλινός είχε μεν ως σημείο αναφοράς (πέρα απ’ το τρομερό δίδυμο Γιασικεβίτσιους-Άντονι Πάρκερ) τον τεχνικά αρτιότερο ψηλό της μετά Σαμπόνις εποχής, τον Κροάτη Νίκολα Βούισιτς, όμως τον χρησιμοποιούσε για να εξυπηρετήσει το δικό του, εντελώς διαφορετικό σε σχέση με τα δεδομένα της εποχής, πλάνο: τον βάφτισε… Ντάνκαν, κοπιάροντας στο 100% την side pick & roll επίθεση του Γκρεγκ Πόποβιτς στους Σπερς. Εκείνη η Μακάμπι ωστόσο ήταν η μέρα με τη νύχτα σε σχέση με την φετινή, όσον αφορά το ταλέντο, την προσωπικότητα και βεβαίως τις παραστάσεις στο κορυφαίο επίπεδο.

Η εκδίκηση των Αμερικανών

Η αμφισβήτηση των "πλάβι καταβολών"

Αυτό που πέτυχε λοιπόν ο Ντέιβιντ Μπλατ, με το ταπεινό του ρόστερ, ήταν να αμφισβητήσει όσο κανείς άλλος την γιουγκοσλαβική κυριαρχία, οδηγώντας τα πράγματα στο άλλο άκρο: απ’ το υπολογιστικό μπάσκετ της λεπτομέρειας και των mismatch, φτάσαμε σε μια εξευγενισμένη μορφή αμερικάνικου street ball.

Τι ακριβώς είδαμε στο Μιλάνο από την «ομάδα του λαού»; Ότι ακριβώς βλέπαμε απ’ την αρχή της σεζόν. Αμέτρητους αιφνιδιασμούς και επιθέσεις στα πρώτα 4-8 δευτερόλεπτα. Η λεγόμενη μετάβαση της μπάλας απ’ την άμυνα στην επίθεση (transition). Ειδικά αυτό, ο Μπλατ το έχει αναγάγει σε επιστήμη κι ας μην έχει τα όπλα της Ρεάλ.

- Με τρίποντο μετά από μία-δύο πάσες.

- Με coast to coast απ’ τους κοντούς, ακόμα κι αν είχαν ήδη επιστρέψει δύο αντίπαλοι για να προστατεύσουν την ρακέτα.

- Με γρήγορα πλαϊνά pick & roll.

- Με early post up.

Plan B': Pick & roll

Ανοίγουμε δεύτερη παρένθεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 70-75% των επιθέσεων που πήρε στα δύο παιχνίδια ο Σοφοκλής στο low post, ήταν σε transition. Μπορεί να είναι ένας απ’ τους τελευταίους «δεινόσαυρους», όμως ποιο είναι αλήθεια αυτό που τον κάνει ξεχωριστό; Ο όγκος ή μήπως η ταχύτητα; Με τα δεδομένα που επικρατούν πλέον στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, σαφέστατα το δεύτερο.

Όταν τίποτα απ’ όλα τα παραπάνω δεν ήταν εφικτό, οι παίκτες του Μπλατ είχαν και πάλι τον τρόπο τους. Pick & roll και άγιος ο Θεός. O Ράις ή o Χίκμαν με την μπάλα στα χέρια και ο Τάιους στο ρόλο του πολιορκητικού κριού. Το μπάσκετ στην πιο απλή του μορφή. Και μην βιαστεί κανείς να το χαρακτηρίσει αφελές ή άναρχο, γιατί όλο και κάποιος θα βρεθεί να του κουνήσει επιδεικτικά το φύλλο της στατιστικής: σε 85 αγωνιστικά λεπτά, η Μακάμπι έκανε συνολικά μόλις 16 λάθη (9 στον ημιτελικό, 7 στον τελικό) και μοίρασε 20 ασίστ.

Η εκδίκηση των Αμερικανών

Το αν θα γίνει η προσέγγιση του Μπλατ φωτεινός φάρος για το Ευρωπαϊκό μπάσκετ τα επόμενα χρόνια, ουδείς μπορεί να το προβλέψει με σιγουριά. Το ’99, στην προ Ευρωλίγκας εποχή, όλοι μιλούσαμε για την επανάσταση της «δεν σταματάω να τρέχω» Ζαλγκίρις του Γιόνας Καζλάουσκας, όμως δεν υπήρξε συνέχεια. Τώρα βεβαίως υπάρχει αυτή η οφθαλμοφανής διαφορά στα σωματικά προσόντα των παικτών, οπότε εκτιμώ ότι οι πιθανότητες είναι αυξημένες σε σχέση με τότε.

Ο Ντούντα

Αν θέλουμε πάντως να ήμαστε απόλυτα ακριβείς, τον δρόμο προς αυτή τη νέα τάση άνοιξε πριν από δύο χρόνια ο ίδιος ο «πατριάρχης» των πλάβι, Ντούσαν Ίβκοβιτς. Μπορεί ο Ντούντα να θεωρείται σκληρός και άτεγκτος όσον αφορά τον τρόπο που διοικεί τις ομάδες του, αλλά απέδειξε ότι ελάχιστοι είναι πιο ευέλικτοι και ανοιχτόμυαλοι απ’ αυτόν.

Γράψαμε πολλά επί του θέματος στα τέλη του Νοέμβρη, στην ελληνική έκδοση του euroleague.net.

Ευκαιρία τώρα να πούμε δυο πράγματα παραπάνω. Ήταν Δεκέμβρης, περίπου στα μισά της σεζόν (2011-12), όταν ο Ίβκοβιτς αποφάνθηκε ότι με τον σχεδιασμό που είχε γίνει το καλοκαίρι και με την εικόνα που παρουσίαζε η ομάδα, το πλοίο πήγαινε ολοταχώς… πάνω στα βράχια. Εκείνη την περίοδο ολοκληρωνόταν η πρώτη φάση των ομίλων, ο Ολυμπιακός δεν έπειθε (6-4 τελικά το ρεκόρ του) και με αφορμή τον τραυματισμό του Λάζαρου Παπαδόπουλου στο μηνίσκο, ο Σέρβος ζήτησε από τους συνεργάτες του να στύψουν το μυαλό τους για να βρεθεί τρόπος να αλλάξει η μοίρα της ομάδας.

Είχε μεν πάρει απ’ την αρχή της σεζόν τον Κάιλ Χάινς, ωστόσο με τον Λάζο και με τρίτο σέντερ τον Ανδρέα Γλυνιαδάκη, η βασική κατεύθυνση ήταν… η γνωστή: κατά κανόνα αργά, με έμφαση στη λεπτομέρεια, στο διάβασμα και στις σωστές συνεργασίες. Η γνωστή γιουγκοσλάβικη συνταγή που λέγαμε νωρίτερα. Εκείνη που για να πάρει σάρκα και οστά στις αρχές του ’90, είχε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο και ο ίδιος (όπως και οι Μάλκοβιτς, Πέσιτς), έπειτα απ’ την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και την σταδιακή διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας.

Τρίτη και τελευταία παρένθεση. Απ’ το ’86-‘87 έως το ’91 οι πλάβι έτρεχαν σαν δαίμονες, όμως με τους χαρισματικούς (Ντίβατς, Πέτροβιτς, Κούκοτς, Ράτζα) να παίρνουν ένας ένας τον δρόμο για το ΝΒΑ, η διαφορά σε ταλέντο ήταν χαώδης. Κι ας εμφάνισαν οι Σέρβοι την τριάδα Ντανίλοβιτς, Τζόρτζεβιτς, Μποντιρόγκα.

Η εκδίκηση των Αμερικανών

Εν τέλει, προκρίθηκε η πιο ριζοσπαστική λύση. «Πάμε σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Με Λο και Ντόρσεϊ αποκτάμε πλεόνασμα αθλητικής ικανότητας. Γρήγορα πόδια, παιχνίδι πάνω απ’ την στεφάνη. Στο νέο μας επιθετικό πλάνο, πάνω απ’ το 50% των κατοχών μας θα είναι αιφνιδιασμός και transition», ανακοίνωσε ο Ίβκοβιτς στο επιτελείο του. Σοκ και δέος! Τα υπόλοιπα, ο θρίαμβος στην Κωνσταντινούπολη και η κατάκτηση του πρωταθλήματος, είναι γνωστά.

Hardcore David Blatt

Τι έκανε λοιπόν ο Ντέιβιντ Μπλατ; Πάτησε πάνω στο νέο μοτίβο του Ίβκοβιτς – το οποίο ούτως ή άλλως ο ίδιος πίστευε και εφάρμοζε εδώ και χρόνια, αφού μεταξύ άλλων είχε διατελέσει βοηθός του Γκέρσον – και παρουσίασε την πιο… hardcore συνταγή για την κατάκτηση της Ευρωλίγκας.

ΥΓ: Θα επιστρέψουμε ποτέ στην εποχή των δεινοσαύρων; Δύσκολο. Θα ξαναγίνει, αν όχι βασική, τουλάχιστον σταθερή κατεύθυνση το σετ παιχνίδι των ψηλών με πλάτη στο καλάθι; Είναι σχεδόν βέβαιο, ειδικά όταν το ΝΒΑ και η FIBA αποφασίσουν να αυξήσουν τις διαστάσεις του γηπέδου. Δεν αποφεύγεται. Τέτοιοι αθλητές… δεν χωράνε στο παρκέ.

Επιπλέον, το είπαμε και πριν. Ο σωματότυπος του Ευρωπαίου μπασκετμπολίστα έχει ήδη αλλάξει σημαντικά. Κοιτάξτε απλώς τα δικά μας «3αρια». Κώστας Παπανικολάου, Γιάννης Παπαπέτρου. Δύο… ιπτάμενοι φόργουορντ υψηλής κλάσης, σχεδόν της ίδιας γενιάς. Για ψηλούς μιλάμε, θα μου πείτε. Περιμένετε να δείτε τον Παπαγιάννη και ξανασυζητάμε…

Διαβάστε ακόμη:

Ρεάλ Μαδρίτης - Μακάμπι Τελ Αβίβ 86-98

Οι καλύτερες στιγμές του τελικού (VIDEOS)

Ο τελικός από "κρυφή" κάμερα (VIDEO)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK