Impossible is nothing

Impossible is nothing
Παρασκευή, 25 Ιουνίου. Το εγερτήριο, ολίγον βάρβαρο, καθώς είχε καθοριστεί για τις 05:30. Ωστόσο, ο σκοπός, ιερός. Δεν είναι και λίγο πράγμα να βλέπει κανείς από κοντά το σπουδαιότερο από κάθε άποψη παιχνίδι της ποδοσφαιρικής ιστορίας μίας χώρας, μέχρι το επόμενο βέβαια.

Το πενταμελές τιμ είχε προετοιμαστεί κατάλληλα και εφοδιαστεί με ελπίδες, τόσες που παραλίγο να μας πιάσει το… υπέρβαρο στο τσάρτερ. Τα πάντα μέχρι και την ώρα μετάβασης στο «Ζοσέ Αλβαλάδε», ισοδυναμούσαν με γεγονότα, τα οποία κρίνονταν υπό το βλέμμα του… τουρίστα. Μετά τις 17:00 όμως, ο Βασίλης Σαμπράκος είχε αρχίσει να… σκοτεινιάζει. Την θέση της περιέργειας είχε πάρει το άγχος για τον αγώνα. Άγχος, παρά το ότι άπαντες γνώριζαν πως η ελληνική ομάδα είχε μόνο να κερδίσει από τη συγκεκριμένη αναμέτρηση.

Μία ώρα πριν το ματς, είχαμε πάρει τις θέσεις μας και σχολιάζαμε το πόσο ευεργετικό θα ήταν να κρατήσουμε ανέπαφη την εστία μας για όσο το δυνατόν περισσότερη ώρα.
Όπερ και εγένετο, κάτι που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την εικόνα του αγώνα. Στα πρώτα λεπτά, οι διεθνείς μας ήξεραν πως θα μπορούσαν να χτυπήσουν. Αγωνίζονταν απέναντι σε ένα κλασικό δείγμα ομάδας το οποίο υποχρεώνει τον αντίπαλο να προσαρμοστεί στα δεδομένα του και όχι το αντίθετο. Εδώ έρχεται να παίξει τον ρόλο της η μελέτη.

Εν τέλει όμως η χαμένη ευκαιρία του Κώστα Κατσουράνη στο πρώτο μισό του 45λέπτου, ήταν ευλογία. Οι Γάλλοι, ράθυμοι στις κινήσεις τους, περισσότερο πίστευαν πως θα έρθει το γκολ μέσω κάποιας έμπνευσης, παρά το επιδίωξαν με λογική και τακτική. Δεν έβγαζαν τον παίκτη παραπάνω και έτσι ο συνωστισμός στην περιοχή του Νικοπολίδη δεν ήταν μεγάλος.

Στο δεύτερο μέρος, ο Ζακ Σαντινί μάλλον κατάλαβε πως τα πράγματα δεν θα είναι τόσο ρόδινα και είναι αλήθεια πως στο διάστημα 46-60, το ματς ήταν… πολλά με λίγα. Το γήπεδο… κατηφόρισε, πράγμα που θα γινόταν σαφώς νωρίτερα αν η προβολή του Κατσουράνη είχε ευτυχή κατάληξη και όλοι πίστευαν πως το καλύτερο που θα είχαμε να ελπίζουμε είναι το θαύμα στα πέναλτι.

Μετά την συμπλήρωση μίας ώρας, όμως, συνέβη αυτό που συντροφεύει την Ελλάδα στην παρουσία της επί πορτογαλικού εδάφους και που ελπίζουμε να μην… τελειώσει πριν κλείσει η εξάδα των αγώνων. Το αναπάντεχο, το απροσδόκητο, η κόντρα.
Η εξέλιξη τίποτα δεν προδίκαζε αυτό που θα γινόταν αλλά οι Μπασινάς, Κατσουράνης, Ζαγοράκης και Χαριστέας έφτιαξαν μία φάση η οποία δύσκολα θα ξαναγίνει. Το καλούπι είχε σπάσει. Κάθετη πάσα με φάλτσο από τον αρχηγό του Παναθηναϊκού, ολοκληρωμένη ενέργεια αυτού της ΑΕΚ ο οποίος θαρρεί κανείς πως αγωνίζεται ως ακραίος σε όλη την καριέρα του και ανεπανάληπτο τελείωμα με το κεφάλι από τον «Χάρι».

Μήπως όμως έτσι δεν είχε γίνει και στα προηγούμενα τρία παιχνίδια; Με Πορτογαλία και Ισπανία μας είχαν για το που θα σταματήσει το κοντέρ, ενώ με την Ρωσία οι παίκτες του Ρεχάγκελ ήταν το απόλυτο φαβορί, για να φτάσουν ένα βήμα από την αναβίωση ενός γνήσιου, ελληνικού δράματος.

Προσπαθώντας, κάποιος που είδε από κοντά το έπος, να αναλύσει την τακτική της Ελλάδας, δεν χρειάζεται να σταθεί σε πολλά σημεία. Η σοβαρότητα και η ανασταλτική ικανότητα είναι δεδομένες. Το άπαν όμως ήταν η συμμετρία. Όταν δεν είχαμε την κατοχή της μπάλας, όλοι ήταν στην θέση τους. Το αντίθετο, σε σχέση με το που παιζόταν το ματς, μπακ είχε πάρει θέση στόπερ, η τριάδα των αμυντικών μέσων, με Καραγκούνη μέσα, δεν πτοήθηκε από το γεγονός ότι ο Ζαγοράκης τραβιόταν στην γραμμή λόγω του Πιρές και αργότερα του Ροτέν και έτσι ο Αντώνης Νικοπολίδης, δεν χρειάστηκε καν να κάνει την επέμβαση του αγώνα. Αυτή μάλλον ανήκει στον Μπαρτέζ.

Βέβαια, για να έρθει μία τέτοια επιτυχία, χρειάστηκε και η τύχη, που πάει όμως με αυτούς που την κυνηγούν. Οι κατά τέσσερα χρόνια νεώτεροι Γάλλοι το είχαν κάνει στο «Ντε Κάιπ», τώρα ήταν η σειρά μας. Επειδή αυτή του Καραγκούνη ήταν η μεγαλύτερη εμφάνιση παίκτη στο τουρνουά, επειδή ο Ανρί δεν ξέρει να βάζει σωστά το κεφάλι του, επειδή ο Λιζαραζού ήθελε να μπει με τη μπάλα στα δίχτυα, επειδή ο Σαχά σουτάρει σαν σε προπόνηση, επειδή ο Σεϊταρίδης έπαιξε άψογα και ως παλιομοδίτικο στόπερ.

Από εκεί και πέρα, δε μένει παρά να ευχαριστήσουμε, για το γεγονός ότι ακόμη και μετά από ημέρες δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί. Τον Ότο Ρεχάγκελ που μας έδειξε τα ίδια μας τα, συγκεκριμένα, πλην όμως ανεκτίμητα προσόντα, τον κόσμο ο οποίος έκανε τους παίκτες να τονίζουν πως για ένα ματς δεν ένιωθαν να παίζουν εκτός έδρας αλλά πάνω απ όλα τους πρωταγωνιστές. Και οι 23 ήταν υπέροχοι. Κέρδισαν μία θέση στην ιστορία και μαζί το δικό τους… bonus game. Απέναντι στην παρέα του Πάβελ Νέντβεντ, ας παίξουν για την πάρτη τους. Οι υπόλοιποι, δεν έχουμε παρά να κραυγάζουμε… «Σήκωσέ το, το… ευλογημένο, δε μπορώ, δε μπορώ να περιμένω».

24MEDIA NETWORK