X

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων. Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία μας και των συνεργατών μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν από τη συγκατάθεσή σας ή να αρνηθείτε να δώσετε τη συγκατάθεσή σας. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αντιταχθείτε σε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις μας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο.

Το τέλος είναι μια πολύ σημαντική υπόθεση

Προ λίγων ημερών είχαμε την αποχώρηση του Κόμπε Μπράιαντ, μπροστά μας έχουμε στο εσωτερικό μέτωπο την αποχώρηση του Δημήτρη Διαμαντίδη, σε παγκόσμια κλίμακα ίσως και εκείνη του Ρότζερ Φέντερερ. Ο Zastro προσπαθεί να προσδιορίσει το ιδανικό τέλος στην καριέρα ενός αθλητή παίρνοντας ως παράδειγμα το ευγενές άθλημα του τένις.

Ένα λογοτεχνικό βιβλίο, μια καλή ταινία, μια μεγάλη καριέρα, έχουν πάντοτε ένα καθαρό και συγκινησιακά φορτισμένο τέλος, ειδάλλως όλα τα προηγούμενα, όλα όσα προηγήθηκαν, χάνουν το στόχο και το νόημά τους. Δεν μπορεί ένα τέλος να είναι θολό, διφορούμενο και ημιτελές, το λέει η ίδια η λέξη. Κάθε ταξίδι, κάθε αρχή, έχει το τέλος που της αρμόζει κι όταν πρόκειται για μεγάλους αθλητές, η τελευταία γεύση, η τελευταία ανάμνηση είναι το ήμισυ του παντός, αντιστρέφοντας για λίγο το αρχαιοελληνικό απόφθεγμα.

Προ λίγων ημερών είχαμε την αποχώρηση του Κobe Bryant, μπροστά μας έχουμε στο εσωτερικό μέτωπο την αποχώρηση του Δημήτρη Διαμαντίδη, σε παγκόσμια κλίμακα (ίσως) εκείνη του Roger Federer. Αφορμής δοθείσης και για αποφυγή οπαδικών παραλογισμών, θα χρησιμοποιηθεί το ευγενές άθλημα του τένις ως μέσο για να εμβαθύνουμε στη σημασία του τέλους και των συναισθημάτων που απορρέουν από αυτό. Ξεκινώντας από τον ποταμό δακρύων του Edberg on camera, την επιτηδευμένη συγκίνηση του Roddick που άρπαξε το μεγάφωνο στο Arthur Ashe Stadium, την «απόδραση» του Borg από το Flushing Meadows, την προσωρινή παράλυση του Safin, το κλάμα του Agassi, έως τον Sampras που βρέθηκε μόνος, απελπιστικά μόνος με τον πόνο και τους δαίμονές του. Το τέλος στο τένις είναι μια πολύ σημαντική υπόθεση. Πολύ προσωπική, πολύ πιο ευγενής, πιο φορτισμένη, τόσο δυνατή που μένει ανεξίτηλη και καθορίζει χαρακτήρες.

Τέλος γεμάτο δάκρυα

Πολλοί ρωτούν τι θα συμβεί όταν ο μεγάλος Ελβετός ανακοινώσει ότι σταματάει, Τύπος και fans είναι προετοιμασμένοι εδώ και καιρό, αλλά κυριαρχεί ένα συναίσθημα σχεδόν φόβου, ότι μαζί του θα φύγει έστω για προσωρινά και ο ρομαντισμός από το παιχνίδι. Διότι ο Federer είναι από εκείνα τα σπάνια μείγματα στυλ, τεχνικής και ικανοτήτων που η αύρα του επηρεάζει το ίδιο το τένις περισσότερο από τον αθλητή. Είναι η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα, η προσωπικότητα που εσωκλείει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα ήθελε να έχει το άθλημα, είναι απόλυτα φυσιολογικό το τέλος να είναι «επικό», «μοναδικό», προσθέστε ό,τι θέλετε. Σίγουρα θα είναι ένα τέλος γεμάτο δάκρυα, άλλωστε ο ίδιος ο Roger έχει μια μοναδική ικανότητα να συγκινεί το κοινό και να συγκινείται και ο ίδιος όπως επτά ολόκληρα χρόνια πριν στο Open της Αυστραλίας, όταν μετά από εκείνο το συγκλονιστικό ματς με το Νadal, ψέλλισε στην κάμερα " maybe I’ll try later again, I don’t know. God… It’s killing me".

Όταν δάκρυσε, ήταν δεύτερος πίσω από τον Sampras με 13 νίκες στα τουρνουά του Gran Slam (μετέπειτα τον ξεπέρασε με 17) και μόλις 27 ετών. Σήμερα είναι 35 και μια ανάλογη δήλωση θα έκανε το γύρο του κόσμου, θα λύγιζε και τους πολέμιούς του που είναι πια ελάχιστοι. Δεν μπορεί να φύγει ανώνυμα ο Federer, δεν νοείται να μην γραφεί το τελευταίο μεγάλο κεφάλαιο της καριέρας του, να σβήσει το άστρο του σιωπηρά όπως τόσων και τόσων στο παρελθόν.

Υπάρχουν τενίστες που αποχώρησαν με μια λιτή ανακοίνωση, άλλοι που τους θυμάται κανείς επειδή έπεσε τυχαία σε κάποιο video που ανέβασε κάποιος aficionado στο youtube, υπάρχουν και εκείνοι που αποχώρησαν σε τελετές που καλύτερα να μην είχαν γίνει ποτέ. Διότι εκεί το τέλος χαλούσε μια πολύ ωραία ιστορία, αφορούσε μόνο το court που έγινε το τελευταίο σερβίς και τίποτα παραπάνω. Συνήθως είναι μετά από ήττα, ακολουθεί μια ανακοίνωση από τα μεγάφωνα για να μην φύγουν όλοι από τις εξέδρες, προβάλλεται ένα ολιγόλεπτο video στα μάτριξ (αν υπάρχουν), κάποιες φωτογραφίες και παραδίδεται από κάποιον «επίσημο» ένα πρόχειρο βραβείο συνοδευόμενο από εκείνο το άθλιο τυλιγμένο χαρτόνι με την κορδέλα.

Το ιδανικό τέλος

Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, όπως εκείνη του Ισπανού Juan Carlos Ferrero το 2003, το τέλος ήταν αρμόζον, ο ίδιος εν ενεργεία θριαμβευτής του Roland Garros, το τουρνουά γινόταν στη Valencia, παρευρίσκετο ο Nadal που μπήκε και τον αγκάλιασε. Οι Ισπανοί ξέρουν να τιμούν, αγαπούν πολύ περισσότερο τις ωραίες ιστορίες και γνωρίζουν πάρα πολύ καλά ότι εκείνο που μένει είναι το συναίσθημα της πληρότητας μετά το επιδόρπιο στο δείπνο. Ο Roddick από την άλλη πλήρωσε την αμερικανική κουλτούρα, την αδυναμία να γίνει αντιληπτό πως η υπερβολή μερικές φορές έχει τα αντίθετα των προσδοκωμένων αποτελέσματα. Το αντίο προγραμματίστηκε και για εκείνον «εντός έδρας», αλλά ήταν μεγαλεπήβολο. Επελέγη το μεγαλύτερο γήπεδο στον κόσμο, εκείνο το Arthur Ashe Stadium των 24 χιλιάδων θεατών στη Νέα Υόρκη που ασφαλώς δεν γέμισε και δεν υπήρχε περίπτωση να γεμίσει όταν ο Andy έχανε από τον Juan Martin Del Potro στον τρίτο γύρο, ούτε καν στα προημιτελικά. Ένα χλιαρό χειροκρότημα, ένας απροετοίμαστος λόγος σε ένα μεγάφωνο και ένα τέλος θλιβερό, σχεδόν όσο και το αμερικανικό τένις μετά την αποχώρηση του Agassi και του Sampras.

O Marat Safin, ο Ρώσος ταλαντούχος πρωταθλητής που αποχώρησε το 2009, έκανε πολύ πιο συγκρατημένη επιλογή, πήγε εκεί που κέρδισε τα περισσότερα στην καριέρα του, στο μικρό και ζεστό Bercy του Παρισιού, εκεί που λατρεύτηκε για το «παλιομοδίτικο» στυλ του που θύμιζε McEnroe. Το Παρίσι ανταπέδωσε γιατί ήξερε ότι ο 29χρονος αντιμετώπιζε πολύ σοβαρούς τραυματισμούς και αν συνέχιζε θα το έκανε μόνο για τα χρήματα. Ο Safin όταν είδε δεκάδες συναδέλφους του να εισβάλλουν στο court μετά την ήττα του, παρέλυσε, έμεινε στήλη άλατος μπροστά στο φιλέ και αδυνατούσε να κινηθεί και να αρθρώσει λέξη. Κυλούσαν απλώς δάκρυα στο πρόσωπό του και γύρω του το γεμάτο Bercy αποθέωνε. Όταν συνήλθε ευχαρίστησε τους πάντες με έναν πολύ ειλικρινή λόγο, υποκλίθηκε και αποχώρησε. Σήμερα είναι Βουλευτής στη Δούμα, εκλεγμένος με την «Ενωμένη Ρωσία» του Vladimir Putin. Το τέλος είναι επιλογή και στάση ζωής.

Το τέλος αλά-Κόμπε

Υπάρχει και το τέλος "α-λα Kobe", εκείνο που το ανακοινώνεις στην αρχή της περιόδου και η σεζόν εξελίσσεται σε ένα αποχαιρετιστήριο tour, όπως έκανε ο Stefan Edberg, ο Σουηδός πρωταθλητής που αποχώρησε στη Στοκχόλμη το φιθνόπωρο του ’96 και έκλαψε με το βιντεοαφιέρωμα που του είχε ετοιμάσει η σουηδική ομοσπονδία: «Το φως της ημέρας πέφτει και μαζί τους πέφτει η αυλαία για έναν πολύ μεγάλο αθλητή. Οι δρόμοι της Στοκχόλμης έχουν αδειάσει, διότι όλοι είναι εδώ για να σε αποχαιρετήσουν Stefan» ήταν οι εναρκτήριες προτάσεις εκείνου του video και η κάμερα έπαιζε με φλου κοντινά στον αθλητή που δακρυσμένος έβαζε το χέρι στην καρδιά και ευχαριστούσε το κοινό του. Gentelman στα courts, gentelman και στο αντίο του, έδωσε στους Σουηδούς αυτό που δεν θέλησε ποτέ να τους χαρίσει η μεγάλη τους αγάπη, ο Bjorn Borg.

O Borg κυριολεκτικά εξαφανίστηκε μέσα σε μια νύχτα το 1981, αφήνοντας εμβρόντητο τον κόσμο του τένις, εκατομμύρια fans, χορηγούς και το μεγάλο του αντίπαλο, John McEnroe. Η μονομαχία των δύο είναι από τις ιστορικότερες στα φιλέ, τη διετία ’79-’81 είχαν κερδίσει ο ένας τον άλλον στο Wimbledon, με τον Borg να θεωρεί εφιάλτη του το Flushing Meadows στη Νέα Υόρκη.

To 1981, o Borg έχει χάσει σε τέσσερα σετ, ανεβαίνει στο φιλέ, χαιρετάει αδιάφορα τον αντίπαλο και κάνει ένα περίεργο νεύμα με τη ρακέτα στο διαιτητή του αγώνα. Η κάμερα εστιάζει στο νικητή McEnroe και όταν ξαναγυρίζει και ψάχνει το Borg, ο Σουηδός δεν είναι πουθενά. Έχει φύγει απ’ ευθείας από το γήπεδο, έχει μπει με τη στολή στο αυτοκίνητο και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Ήταν μόλις 25 ετών, ήταν το τελευταίο του παιχνίδι σε Gran Slam, ξανάπιασε ρακέτα μόνο σε κάποια τοπικού χαρακτήρα τουρνουά.

To 1983 τον είδαμε μία (!) φορά, το 1984 το ίδιο, μετά πάλι το 1991 σε ηλικία 35 ετών που εμφανίστηκε παρέα με έναν περίεργο guru, έναν 79χρονο γυμναστή που κάθισε στον πάγκο και τον εμψύχωνε. Η σημαντική λεπτομέρεια είναι πως, όταν ο Borg επέστρεψε το ’91, φορούσε ακριβώς τα ίδια ρούχα με το ’81 και κρατούσε την ίδια ξύλινη ρακέτα. Μέχρι το 1993 συμμετείχε σε όλα τα τουρνουά που υπήρχαν, δεν κέρδισε ούτε ένα παιχνίδι, πήρε μόνο τρία σετ κι αυτά τυχαία. Όταν μετά από χρόνια προσεγγίστηκε, είπε ότι τελείωσε κατ’ αυτόν τον τρόπο και τόσο νωρίς, πολύ απλά επειδή δεν άντεχε άλλο τόση πίεση και δεν το διασκέδαζε πια. Απ’ όλες τις αποχωρήσεις σε όλα τα σπορ, αυτή του Borg παραμένει η πιο γκροτέσκα, η πιο εμβληματική για το πόσο δύσκολος είναι ο χώρος και πόσο σε καταβάλλει ο πρωταθλητισμός, επηρεάζοντας την κρίση και την προσωπικότητά σου.

Όταν μιλάει το συναίσθημα

Αυτό το κυνήγι της τελειότητας κρύβει μέσα του πολλές στενωπούς, κυρίως δίνει έμφαση στο γεγονός ότι το τέλος πρέπει να είναι αντάξιο της διαδρομής, αυτό που στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να λέμε «με ψηλά το κεφάλι», δηλαδή νικητές. Ως τέτοιοι αποχώρησαν δύο κορυφαίοι της δεκαετίας του ’90, ο Andre Agassi και ο Pete Sampras, δύο «εχθροί» των courts, με εντελώς διαφορετικό στυλ, εκ διαμέτρου αντίθετες προσωπικότητες, τελείως διαφορετικές κοσμοθεωρίες.

Ο Sampras ήταν ο λελογισμένος και υπολογιστής τενίστας, από την αρχή της καριέρας του κυνηγούσε τα ρεκόρ, ήθελε να γίνει ο καλύτερος όλων των εποχών . «Αντίπαλός σου δεν είναι αυτός που έχεις απέναντί σου, αλλά ο Rod Laver» του έλεγε ο πρώτος του προπονητής, ο Pete Fischer, μετατρέποντάς τον σε μια μηχανή που έδινε σημεία ζωής μόνο μέσα στις γραμμές. Αποχώρησε μέσα στη μελαγχολία, παρά την άψογα οργανωμένη τελετή, δώδεκα μήνες μετά την τελευταία του εμφάνιση και με το πρόσωπο τόσο κουρασμένο που παρέπεμπε σε υπερήλικα. Στο τέλος λύγισε κι εκείνος όμως, εντελώς ξαφνικά έσκυψε το κεφάλι και ανάμεσα σε μεγάλες δόξες του τένις άφησε τα δάκρυα να τρέξουν. Μπορεί να «τσαλάκωσε» την εικόνα του Mr. Perfect, κατά κοινή ομολογία ήταν η μοναδική αυθεντική στιγμή της τελετής, το μοναδικό σημείο που η «μηχανή» έδωσε σημεία ζωής.

Από την άλλη, ο Agassi ήταν ο συναισθηματικός, το ανήσυχο πνεύμα, το «κακό παιδί» του τένις. Ανέκαθεν αθλητής με σκαμπανεβάσματα αναλόγως την προσωπική του ευτυχία, παρορμητικός και πιστός του δόγματος της δεύτερης ευκαιρίας. Αυτή η στάση ζωής του επέτρεψε να κάνει το μεγάλο comeback στα 33 (ρεκόρ για «υπερήλικα») στο #1 της παγκόσμιας κατάταξης, του έδωσε δύναμη να συνεχίσει μέχρι τα 36 που οι πόνοι στη μέση έγιναν ανυπόφοροι και τον ανάγκασαν να γράψει τους τίλτους τελους. Επέλεξε και εκείνος τη Νέα Υόρκη, σε ένα έργο δύο πράξεων. Η πρώτη ήταν κόντρα στο «δικό» μας Μάρκο Παγδατή και η δεύτερη εκείνη κόντρα στον Becker. Ο Agassi «τελείωσε» με άσσο. Του αντιπάλου. Έχασε και έμεινε οκλαδόν στο τεραίν. Το πλήθος σηκώθηκε όρθιο και αποθέωνε επί δέκα λεπτά, εκείνος δεν μπορούσε να σηκώσει καν το βλέμμα γιατί έκλαιγε με λυγμούς.

Ήταν τόσο αληθινός που τις δηλώσεις για το αντίο τις έκανε με εκείνον τον χαρακτηριστικό λόξυγκα που έχουν τα πιτσιρίκια αφού έχουν πλαντάξει στο κλάμα και σου απολογούνται για το σπασμένο βάζο στο σαλόνι. Ο Agassi χάιδευε το κρανίο του και έστελνε φιλιά στο κοινό που δεν έλεγε να σταματήσει να χειροκροτά. «Το ταμπλό δείχνει ότι έχασα, αυτό που δεν μπορεί να δείξει είναι ότι 21 χρόνια τώρα, βρήκα την πίστη μου. Εσείς μου δώσατε το χέρι σας όταν βυθίστηκα στην κινούμενη λάσπη, εσείς με κουβαλήσατε στις πλάτες σας για να κυνηγήσω τα όνειρά μου» είπε με τη φωνή τρεμάμενη. Εκείνη τη στιγμή δεν τον ένοιαζαν οι σπόνσορες και η δημόσια εικόνα του, η διαχείριση της οποίας είναι το άπαν για τις εταιρείες management που κρύβονται πίσω από κάθε πρωταθλητή. Ο Agassi επέλεξε να τελειώσει «ξεγυμνώνοντας» τον εαυτό του, θέλησε να γίνει ένα με το κοινό που απλώς ήθελε να τον βλέπει να παίζει τένις και αδιαφορούσε για συμβόλαια, λεφτά και πολιτική ορθότητα. Αργότερα θα πει ότι το αντίο του ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με το Nelson Mandela και τη γυναίκα του Steffie Graff, από το Mandela έμαθε ότι κάθε ταξίδι είναι ηρωισμός, κάθε προσπάθεια είναι επιτυχημένη ακόμα και όταν ο στόχος δεν κατακτάται, απλώς και μόνο γιατί η προσπάθεια αυτή καθαυτή έγινε.

Κάπως έτσι αισθάνθηκε ο Roger Federer όταν έφυγε ηττημένος από το «καταραμένο» Monte Carlo που δεν έχει κερδίσει ποτέ. Τον κέρδισε στον προημιτελικό σε δύο ώρες και κάτι ο Jo Wilfried Tsonga, ο 30χρονος Γάλλος που πριν το παιχνίδι ήταν το αουτσάιντερ. Λίγο μετά αποκλείστηκε και ο έτερος μεγάλος, ο Rafa Νadal που μπροστά στις κάμερες εξήγησε ότι το άθλημα έχει γίνει πάρα πολύ αθλητικό, σχεδόν βίαιο για τους πρωταγωνιστές. Έβαλε στο τραπέζι ακόμη και αλλαγές κανονισμών, είπε ότι δεν υπάρχει πάθος, ότι οι ταχύτητες είναι πια τόσο υψηλές που οι αθλητές μπορούν να ανταπεξέλθουν μόνον εάν μετατραπούν σε μηχανές. Άθελά του ο Nadal έφερε στο προσκήνιο το μεγαλύτερο πρόβλημα του σύγχρονου αθλητισμού, αυτό το ανελέητο κυνηγητό του «παραπάνω», του «καλύτερου», του «τέλειου».

Το τέλος του Διαμαντίδη ας είναι η αρχή για κάτι καλό

Τα σπορ χωρίς το συναίσθημα δεν υπάρχουν, το κοινό δεν μπορεί να ταυτιστεί με υπερανθρώπους, δεν θέλει να μάθει ότι για να γίνεις σήμερα πρωταθλητής ουσιαστικά πρέπει από τα πέντε σου χρόνια να απαρνηθείς τα πάντα και να είσαι μια μηχανή. Οι μεγαλύτεροι ήρωες της ιστορίας είχαν αδυναμίες, αχίλλειο πτέρνα, ακόμα και ο superman τον κρυπτονίτη.

Στα σπορ ο κρυπτονίτης είναι το συναίσθημα, που εάν χαθεί τότε χάνεται και το νόημα. Ένα τέλος χωρίς συναίσθημα είναι ανώνυμο, μια καριέρα χωρίς ξεκάθαρο αντίο είναι θολή, μοιάζει ανολοκλήρωτη και αφήνει κενά. Το έχουμε ζήσει ως Έλληνες με το Νίκο Γκάλη, τον άνθρωπο που έκανε ολόκληρη την Ελλάδα να αγαπήσει ένα μέχρι τότε underground άθλημα, είμαστε φύσει συναισθηματικός λαός που πιστεύει σε ιδανικά και ιστορίες με happy end.

Τα χρονικά ενός προαναγγελθέντος τέλους δεν αφορούν κανέναν, είναι παράταιρα και δεν ανήκουν στην κουλτούρα μας. Όπως δεν ανήκει και η επιτηδευμένη υπερβολή των Αμερικανών ή το φλέγμα των Βρετανών. Είμαστε από μόνοι μας υπερβολικοί, δεν χρειάζεται επιτηδευμένη προσπάθεια. Το τέλος του Δημήτρη Διαμαντίδη που πλησιάζει είναι μια καλή ευκαιρία να αποδείξουμε ότι προϊόντος του χρόνου αποκτήσαμε και μια διαφορετική κουλτούρα στα σπορ και μάθαμε να τιμούμε τις προσωπικότητες που μας τίμησαν με την παρουσία και το ταλέντο τους.

Ο οπαδικός κανιβαλισμός δεν έχει θέση στα επιμύθια, είναι συνώνυμο της βίας και αφήνει την αίσθηση του ημιτελούς. Ο πλανήτης είναι έτοιμος από καιρό για το τέλος του Roger Federer με την αίγλη και την τιμή που του αρμόζει κι ας μην είναι πια ο υπεραθλητής του 2004. Αν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, το τέλος είναι το άλλο μισό, γιατί εκείνο είναι που μένει και συντροφεύει τις αναμνήσεις. Και τέλος χωρίς σεβασμό και συναίσθημα δεν υπάρχει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Kobe Bryant, you are unique