Aλλοπαρμένες μεγαλοφυΐες

Aλλοπαρμένες μεγαλοφυΐες
Η αναγνώριση ανθρώπων με μεγαλύτερη ευφυία και ικανότητες από τον περίγυρό τους έχει καταγραφεί στην ιστορία των επιστημών, των τεχνών και της πολιτικής στις λιγότερο λευκές σελίδες της. Αναμφισβήτητα είναι μια διαδικασία – το να αποδεχθείς τον ανώτερό σου – που απαιτεί ταπεινότητα και μεγαλείο από τον ίδιο σου τον εαυτό, συνθήκες που σπάνια ικανοποιούνται.

Στην Ελλάδα που, ούτως ή άλλως, όλοι μας τρέφουμε την βεβαιότητα/ψευδαίσθηση της ανωτερώτητάς μας έναντι όλων, το φαινόμενο της παραγνώρισης συναντάται ακόμα και στις μικρότερες πτυχές της κοινωνίας μας. Πόσο μάλλον στο ποδόσφαιρο.

Κατά καιρούς έχουν πατήσει τα γήπεδα της χώρας ποδοσφαιριστές βεληνεκούς που, δυστυχώς για όλους, ξεπερνούσε κατά πολύ αυτό του εγχώριου πρωταθλήματος και των πρωταγωνιστών του. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ποδοσφαιριστών ποτέ δεν απέδωσε τα αναμενόμενα για δύο πολύ βασικούς λόγους:

Ο πρώτος λόγος δεν έχει να κάνει με τα προαναφερθέντα. Έχει να κάνει με το ότι οι παίκτες αυτοί σαφώς και επηρεάζονται από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και επιλέγουν να ...χαλαρώσουν αφού συνειδητοποιούν ότι μπορούν.

Η βασική αιτία όμως της μη-απόδοσης και παραγνώρισης έχει σχέση με τον πρόλογο. Έχοντας την βεβαιότητα ότι είσαι πολύ σπουδαιότερος από ότι είσαι, σου είναι πολύ δύσκολα να παραδεθχείς ότι κάποιος ή κάτι σε ξεπερνά. Από τη στιγμή λοιπόν που αρνείσαι αυτό το γεγονός, δεν είσαι έτοιμος να διαχειριστείς σωστά κάτι μεγάλο. Δεν είσαι έτοιμος καν να προσπαθήσεις.
Με πιο πρόσφατα παραδείγματα αυτά των Σινιόρι, Ασάνοβιτς, Ζιοβάνι, Σόουζα και Ριβάλντο, έχουμε πείσει τους εαυτούς μας και προσπαθούμε να πείσουμε και τους υπόλοιπους πως οι μεγαλύτεροι παίκτες της Ευρώπης και του κόσμου, με βραβεία, τίτλους και διακρίσεις, μετά τα 30 χρόνια τους μεταμορφώνονται σε περιπατητές ζογκλέρ που κρατάνε πίσω τις ομάδες τους και τους συμπαίκτες τους. Γίνονται χειρότεροι από τους πάντες, υπεύθυνοι για τις κακοτοπιές, συνταξιούχοι που κολλάνε ένσημα.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι φταίμε εμείς. Όταν τους «εισάγουμε» παραδεχόμαστε στιγμιαία την μεγαλοσύνη τους, όσο καιρό χρειάζεται για να κινηθεί η μηχανή του μάρκετινγκ. Μέχρι εκεί. Έπειτα δεν ξέρουμε απλά τι να τους κάνουμε. Δεν ξέρουμε πως να τους αξιοποιήσουμε αγωνιστικά, γιατί είναι υπερβολικές πολυτέλειες στις ετεροχρονισμένες αγωνιστικές μας συνήθειες. Αρνούμαστε να προσαρμόσουμε το παιχνίδι σε αυτούς γιατί, φυσικά, αρνούμαστε να δεχθούμε ότι πρέπει να τους «υπηρετήσουμε» για να μας αντ-αποδώσουν.
Δεν ξέρουμε να τους αντιμετωπίσουμε γιατί... τα είπαμε. Όταν φαντάζεσαι τον εαυτό σου στην κορυφή, δεν υπάρχουν ανώτεροι, ούτε καν ίσοι. Το μόνο που μπορούμε είναι να λέμε σε «χρυσές μπάλες», σε πρωταθλητές κόσμου και ευρώπης ότι δεν ξέρουν πώς και πότε να δώσουν την πάσα, να απαιτούμε να τρέξουν για την μεγάλη μας ομάδα, που προφανώς τους ξεπερνά, και ,α ναι, να τους αποκαλούμε που και που «γίδια».
Εξάλλου, δεν μπορούμε και να τους χωνέψουμε. Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε όταν μας αντιμετωπίζουν με τέτοια υπεροψία, οι... τιποτένιοι. Αφήστε που κάνουν δύσκολο και το ρεπορτάζ αφού δεν καταδέχονται να μας πούνε δυο κουβέντες.

Δεν είναι άγιοι, δεν είναι απαραίτητα μεγαλοφυίες. Σίγουρα είναι λίγο πιο πάνω από εμάς και αυτό ας κάνουμε μια μικρή προσπάθεια να το καταλάβουμε. Θα είναι καλύτερα για εκείνους και για εμάς.

Hic ego barbarus sum quia non intelligor illis (είμαι βάρβαρος γι’αυτούς, επειδή δεν με καταλαβαίνουν).