Ρεχάγκελ ή Σάντος

Η απόλυτη Contra: δεκαπέντε συντάκτες βάζουν στη ζυγαριά τους δύο καλύτερους ομοσπονδιακούς προπονητές στην ιστορία της Εθνικής και επιλέγουν. Οτο Ρεχάγκελ ή Φερνάντο Σάντος; Δείτε τις επιλογές τους και γράψτε τη δική σας.

Ρεχάγκελ ή Σάντος

Ρεχάγκελ, ο Μάνος Μίχαλος

Δεν πάει το χέρι μου που λένε, παρότι ανέκαθεν συμπαθούσα τον Σάντος, σε όποια ομάδα ήταν. Όχι τόσο για το ποδόσφαιρο που πρεσβεύει (και μένα μου αρέσει το αποτέλεσμα, αλλά εντάξει, μην τρελαθούμε κιόλας), όσο για την προσωπικότητα, για την ηρεμία και τη διακριτικότητα που βγάζει. Όμως, ο Ρεχάγκελ είναι αυτός που έδωσε ποδοσφαιρική υπόσταση σε μια χώρα που αρνείται πεισματικά να φτιάξει κάτι καλό και οργανωμένο στο συγκεκριμένο άθλημα. Ο Γερμανός, με την άρνηση του να μιλάει (πολύ) στα media, την Μπεάτα στο ρόλο της γυναίκας που χρειάζεται ένας άντρας για να πετύχει και με παίκτες που έπαιζαν για εκείνον, έδειξε στους Έλληνες, ότι δεν χρειάζονται μαγικά για να φτάσεις σε ένα θαύμα. Δουλειά, οργάνωση, ομαδικότητα και λίγο τύχη (Μπέατα). Στα 10 χρόνια που κλείνουν από τότε που με θυμάμαι να είμαι στους δρόμους για την Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου (ούτε καν στο γήπεδο δεν πάω), οφείλω και είμαι υποχρεωμένος να διαλέξω Ρεχάγκελ. Ξανά. Και ξανά.

Σάντος, ο Γιάννης Ντάλλας

Πρέπει να συγκρίνουμε τον προπονητή που άλλαξε την ιστορία της εθνικής Ελλάδας με αυτόν που τη συνεχίζει. Ο Ρεχάγκελ, παρά το θαύμα της Πορτογαλίας, δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει συμπαθής στον Έλληνα φίλαθλο όσο ο Σάντος. Ο Γερμανός «τσαλακώθηκε» κυρίως από τις εμμονές του, σε αντίθεση με τον Σάντος που κάθε μέρα κερδίζει και περισσότερους φίλους.

Ο Γερμανός δούλευε μια εθνική ομάδα με συγκεκριμένους ποδοσφαιριστές, ο κόσμος να χαλούσε. Ό,τι και να γινόταν οι επιλογές του δεν άλλαζαν. Με αυτό το δόγμα πέτυχε. Ο Σάντος έχει εντελώς άλλα μυαλά. Θέλει τους πιο φορμαρισμένους, θέλει την καθημερινή δουλειά και διαμορφώνει τα πλάνα του ανάλογα με το διαφορετικό κάθε φορά ρόστερ.

Αυτό που κάνει ο Πορτογάλος είναι σαφώς πιο δύσκολο. Είναι, όμως, πιο δίκαιο και έχει καλύτερα αποτελέσματα μακροπρόθεσμα. Ο Σάντος θέλει στην εθνική ποδοσφαιριστές με ρυθμό, ενώ ο Ρεχάγκελ ήθελε τους παίκτες που είχαν «δέσει» μεταξύ τους μόνο στην εθνική ομάδα.

Ο Γερμανός με αυτές τις επιλογές πήρε ένα Euro, έπαιξε σε άλλο ένα και πανηγύρισε την πρόκριση στο μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής. Ο Πορτογάλος, με τη δική του θεωρία, έφτασε την Ελλάδα μέχρι τους 8 του Euro 2012 και έχει μπροστά του ένα Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο η εθνική θα αναζητήσει την πρώτη της πρόκριση από ομίλους…

Το στιλ, η φιλοσοφία, το ταμπεραμέντο και η στάση του Σάντος σε κρίσιμες στιγμές της εθνικής ομάδας, είναι στοιχεία που άλλαξαν το σλόγκαν: «η εθνική μπορεί να έχει επιτυχίες μόνο με άμυνα» και για αυτό του δίνω περισσότερους πόντους από τον Ρεχάγκελ.

Σάντος, ο Κώστας Κεφαλογιάννης

Ο Οτο Ρεχάγκελ είναι σημαντικότερος προπονητής από τον Φερνάντο Σάντος. Σε συλλογικό επίπεδο έχει μια μεγάλη καριέρα στο γερμανικό πρωτάθλημα, πράγμα που αυτομάτως τον ξεχωρίζει από τον Σάντος ο οποίος τα πήγε καλά σε πρωταθλήματα σαφώς χαμηλότερης στάθμης (το πορτογαλικό και το ελληνικό). Και σε εθνικό επίπεδο, το Euro του 2004 παραμένει ένα αξεπέραστο κατόρθωμα.

Ωστόσο ο Σάντος μου πάει περισσότερο σαν ψυχοσύνθεση. Σοβαρός στα όρια της ...κατάθλιψης, ειλικρινής σε βαθμό οδυνηρό, αγέλαστος, κακοντυμένος και παρ' όλα αυτά εξαιρετικά συμπαθής, ο νυν ομοσπονδιακός τεχνικός έχει υπέρ το γεγονός ότι πραγματικά αγάπησε και αγαπάει την Ελλάδα. Όχι όπως ισχυριζόταν ο χερ Ότο που περνούσε όλο του χρόνο στη Γερμανία και ερχόταν εδώ μονάχα όταν ήταν απολύτως απαραίτητο. Όχι. Ο Σάντος ζει εδώ, περνάει καλά εδώ, έχει γίνει πια ένας από εμάς. Και επίσης δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ στη ζωή του χρωμοσαμπουάν. Παίζει κι αυτό το ρόλο του...

Ρεχάγκελ, ο Μάνος Ανδρουλάκης

"Ο προπονητής υιοθετεί τις τακτικές που είναι εφαρμόσιμες στα χαρακτηριστικά των διαθέσιμων παικτών". Τάδε έφη Ότο Ρεχάγκελ, ο οποίος προτού υιοθετήσει το... βαρετό στυλ παιχνιδιού, ακολουθούσε πιστά το γερμανικό μοντέλο (πίεση ψηλά, γρήγορη ανάπτυξη κτλ.). Ή μήπως η Εθνική του Φερνάντο Σάντος έθελξε με την απόδοσή της στην πρόσφατη προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου; Ως εκ τούτου κρατάμε τη δήλωση του ανθρώπου που το 1998 κατέκτησε την Bundesliga με μία ομάδα που μόλις είχε προβιβαστεί (Καϊζερσλάουτερν).

Αμφότεροι, μαζί με τον Αλκέτα Παναγούλια, είναι οι προπονητές που ανέβασαν επίπεδο (ή μάλλον επίπεδα) το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα με τις συνεχόμενες προκρίσεις σε τελικές φάσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου ή Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. Ιδίως οι πρωταγωνιστές της νέας Κόντρας μας κατάφεραν να εδραιώσουν την Ελλάδα στις κορυφαίες εθνικές ομάδες δεύτερης ταχύτητας (κοινώς, εξαιρούνται Ισπανία, Βραζιλία, Γερμανία, Ολλανδία, Αργεντινή και κανα-δυο ακόμα). Αυτό είναι που έχει σημασία.

Το χιλιοειπωμένο, αλλά παράλληλα αληθινό κλισέ περί μπόχας του ελληνικού ποδοσφαίρου αντιτίθεται με τη "γαλανόλευκη" πορεία της τελευταίας δεκαετίας και αυτό οφείλεται πρωτίστως στον Ότο Ρεχάγκελ, ο οποίος μας έβγαλε στους δρόμους το καλοκαίρι του 2004 (από τότε έχουμε να βγούμε με σκοπό να πανηγυρίσουμε). Η παταγώδης αποτυχία του Euro 2008 σβήστηκε με την πρόκριση επί της Ουκρανίας στα μπαράζ του Π.Κ. 2010 και τη συμπαθητική εμφάνιση κόντρα σε Νιγηρία, Αργεντινή. Ευελπιστούμε, βέβαια, ότι ο Φερνάντο Σάντος θα μας... υποχρεώσει να επαναλάβουμε τη συγκεκριμένη Κόντρα.

Ρεχάγκελ, ο Δημήτρης Χριστοφιδέλλης

Καλός, χρυσός και άγιος ο Φερνάντο Σάντος και μακάρι να οδηγήσει την Εθνική Ελλάδος σε νέες επιτυχίες, αρχής γενομένης από το Μουντιάλ της Βραζιλίας με πρόκριση στη δεύτερη φάση της διοργάνωσης, αλλά ο προκάτοχός του Ότο Ρεχάγκελ άλλαξε το ρου της ιστορίας. Σε επίπεδο εθνικής ομάδας φυσικά, οδηγώντας την Ελλάδα στον θρόνο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Δεν είναι όμως μόνο το τρόπαιο του EURO 2004 στα γήπεδα της Πορτογαλίας. Είναι μια σειρά ενέργειες του Γερμανού προπονητή που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα. Η Εθνική είχε αρκετή δόση τύχης στο τουρνουά, αλλά αν δεν υπήρχε η ικανότητα των ποδοσφαιριστών και του Ρεχάγκελ, όση τύχη και αν είχε η ομάδα, δεν θα περνούσε ούτε από τον όμιλο. Αλλά τα "παιδιά" του Όθωνα κέρδισαν δύο φορές την παρέα του Κριστιάνο Ρονάλντο και μάλιστα μέσα στο σπίτι τους, πέταξαν έξω τους σκληρούς Τσέχους και έστειλαν στο Παρίσι τον Ζινεντίν Ζιντάν και των γαλαξία αστέρων της Γαλλίας.

Η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του Ρεχάγκελ για μια σειρά από λόγους:

Γιατί άλλαξε τη νοοτροπία στους ποδοσφαιριστές. Πριν από τον Γερμανό τεχνικό, οι παίκτες σκέφτονταν περισσότερο τον σύλλογο στον οποίο ανήκαν και λιγότερο την εθνική ομάδα. Αυτό αντιστράφηκε. Όπως και το κλίμα στους κόλπους της Εθνικής. Όλοι λειτουργούν πλέον σαν μια οικογένεια.

Γιατί δεν μπήκε στην ελληνική λογική. Ούτε έφερνε την καταστροφή μετά από ήττα, ούτε πετούσε στα ουράνια μετά από επιτυχίες. Εκτός βέβαια από τη βραδιά της 4ης Ιουλίου στη Λισαβόνα.

Γιατί έκλεισε τα αυτιά του και δεν άκουγε, ούτε τους δημοσιογράφους ούτε τα εκατομύρια των Ελλήνων "προπονητών", αλλά έκανε αυτό που πίστευε ότι είναι καλύτερο για την ομάδα και του επέβαλε η συνείδησή του.

Γιατί αντιλήφθηκε πολύ γρήγορα τα προτερήματα και τις αδυναμίες του έμψυχου υλικού που είχε στα χέρια του. Φρόντισε να βγάλει τον καλύτερο εαυτό από κάθε παίκτη και ταυτόχρονα εφήρμοσε ένα πλάνο που θα πρόσφερε αποτελέσματα.

Ρεχάγκελ, ο Αποστόλης Χορτάτος

Προτού αιτιολογήσω την επιλογή μου, ας ξεκαθαρίσουμε, ότι πρόκειται για τους δύο κορυφαίους προπονητές, που κάθισαν ποτέ στον πάγκο της Εθνικής Ελλάδας και μιλάω βάσει αποτελεσμάτων. Όσο καλός κι αν είναι όμως ο Φερνάντο Σάντος, δεν θα ξεπεράσει, πιστεύω, τον Ότο Ρεχάγκελ. Όχι επειδή δεν μπορεί να κατακτήσει έναν κορυφαίο τίτλο, αλλά επειδή εκ των πραγμάτων δεν χρειάστηκε και δεν θα χρειαστεί, να φέρει την αλλαγή που έφερε ο προκάτοχός του. Κακά τα ψέματα, ο Σάντος βρήκε ομάδα έτοιμη, στρωμένη από τον Γερμανό. Δεν είχε να νοικοκυρέψει τίποτα. Την ανέλαβε, συνέχισε στο ίδιο επιτυχημένο μοτίβο και τα κατάφερε εξαιρετικά. Ο Ότο Ρεχάγκελ όμως κλήθηκε να πάρει ένα σύνολο ποδοσφαιριστών από το μείον και αρχικά να τους μεταμορφώσει σε ομάδα και εν συνεχεία να καταστήσει αυτή την ομάδα πρωταγωνίστρια στην Ευρώπη. Ας το πιστώσουμε λοιπόν αυτό στον "Ρεχακλή" κι ας τον αφήσουμε εκεί ψηλά στον ποδοσφαιρικό Όλυμπο της Ελλάδας.

Σάντος, ο Ηλίας Αναστασιάδης

Ό,τι και να πει κανείς για την δεκαετία του Ότο Ρεχάγκελ, που άρχισε με μια 5άρα απ' τη Φινλανδία και τέλειωσε με την κατάκτηση ενός Ευρωπαϊκού, με τη συμμετοχή σε άλλο ένα και το ταξίδι στη Νότια Αφρική, είναι καταδικασμένο να είναι λίγο. Ο Ρεχάγκελ άλλαξε την Εθνική και την ιστορία, θα του το χρωστάμε πάντα, αλλά τρία χρόνια μετά, το γεγονός ότι η ομάδα έχει ήδη σηκώσει το πόδι και ανεβαίνει στο επόμενο σκαλί είναι έργο Σάντος. Και γενικά είναι δύσκολο έργο. Το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο είναι να φανείς κατώτερος των περιστάσεων (ακόμη κι αν δεν είσαι), όταν αναλαμβάνεις το θρόνο ενός κόουτς-βασιλιά που άλλαξε την ιστορία σου.

Και ο Σάντος, με αποκορύφωμα την πορεία μέχρι τη Βραζιλία (ένας Θεός ξέρει τι θα γίνει εκεί) ήταν πιο συνεπής κι από τους συνεπέστερους. Ναι, πήξαμε στο 1-0, ναι, όχι θεαματικό ποδόσφαιρο, αλλά πόσοι από εμάς σκεφτόμασταν τα under της εθνικής την ώρα που η Fernanda Lima παρουσίαζε την κλήρωση των ομίλων του Μουντιάλ; Κανείς. Αντιθέτως, πολλοί από εμάς είχαμε την εικόνα του Φερνάντο να ίπταται από τα χέρια των διεθνών μετά την πρόκριση στη Ρουμανία. Ο 'μίστερ' αποδείχτηκε μεγάλος.

Ρεχάγκελ, ο Γιάννης Ζωιτός

Συγγνώμη, αλλά σε αυτήν την περίπτωση τα κριτήρια δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά αθλητικά. Τι πέτυχε ο ένας, τι έδωσε ο άλλος και… έξω από την πόρτα. Ακόμη και εκεί ο (πιο αγαπημένος όλων μας) Γερμανός υπερισχύει ξεκάθαρα, όχι στα σημεία, του Πορτογάλου μόνο και μόνο για ό,τι συνέβη το ανεπανάληπτο καλοκαίρι του ’04. Το τελικό συμπέρασμα παρόλα αυτά εξαρτάται από τη συνολική θεώρηση των δύο ανδρών για τα πράγματα. Ανεξάρτητα από την καταγωγή του, ο Ότο Ρεχάγκελ ήταν… Ελλην-αράς, ένας από εμάς. Όθωνας και Ρεχακλής μαζί, προσωνύμια που πιο ταιριαστά δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν μετά το θρίαμβο στην Πορτογαλία.

Την Πλάκα προτιμούσε για να πίνει τον καφέ του (όταν ήταν στην Αθήνα), με ωράριο… δημοσίου υπαλλήλου δούλευε στην εθνική (παράγοντας εντούτοις πλούσιο έργο), άκουγε σταθερά τη γυναίκα της ζωής του (ποιος από μας δεν το κάνει…)! Ο Ρεχάγκελ είπε «ΟΧΙ» στους συμπατριώτες του και μόνο αυτός (μέχρι τώρα) μας έκανε να βγούμε στους δρόμους και να ανατριχιάσουμε στο Καλλιμάρμαρο. Αν ο Σάντος γίνει… Ρεχάγκελ στη θέση του Ρεχάγκελ, ευχής έργον. Προς το παρόν ακολουθεί…

Ρεχάγκελ, ο Θέμης Καίσαρης

Η πρώτη μου αντίδραση όταν ενημερώθηκα γι’αυτή τη νέα κόντρα ήταν "σοβαρά τώρα ή μου κάνουν πλάκα;" Τελικώς δεν ήταν πλάκα, η ερώτηση είναι σοβαρή. Και θεωρώ πως είναι άδικη προς τον Σάντος. Έχει δουλέψει, έχει κρατήσει πολλά απ’τον Γερμανό, έχει προσπαθήσει να προσθέσει κάποια δικά του. Μας πήγε στο Euro και περάσαμε στους 8, μας πήγε και στο Μουντιάλ. Απόλυτα πετυχημένος. Όλα καλά, παρότι δεν του βγήκε η πρόθεση να παίξουμε ρόμβο ή 4-4-2 στην ευθεία και παρότι δεν θα καταλάβω ποτέ γιατί επέλεξε τον Χαλκιά για το Euro της Πολωνίας.

Όλα καλά, αλλά η σύγκριση με τον Ότο είναι άδικη. Ο μόνος τρόπος να τον ξεπεράσει ο Σάντος είναι να πάρει το Μουντιάλ. Και τώρα που το σκέφτομαι, πάλι πίσω απ’τον Ότο θα τον έχω, γιατί ο Γερμανός τα ξεκίνησε όλα. He is the father of all, όλα ξεκίνησαν από εκείνο το 5-1 στη Φινλανδία, που αμέσως έδωσε τη θέση του στο 2-2 στο Ολντ Τράφορντ. Ο Πορτογάλος κάνει πράγματα, ο Γερμανός έκανε θαύματα.

Τελείως άδικη η ερώτηση. Στο φινάλε, είναι το όνομα του Σάντος σε τίποτα λίστες με τους κορυφαίους προπονητές όλων των εποχών; Γιατί αυτό του Ρεχάγκελ δεν λείπει από καμία. Κι αυτό, από μόνο του, φτάνει και περισσεύει.

Ρεχάγκελ, ο Σταύρος Καραΐνδρος

Δεν διαλέγουμε ποιον θα θέλαμε για θείο ούτε με ποιον θα θέλαμε να πάμε σε μια ταβέρνα να πιούμε ένα ποτήρι κρασί - αν και εδώ η απάντηση είναι προφανέστατη... Από τη μία έχουμε τον προπονητή που οδήγησε την Ελλάδα στον έβδομο ουρανό (όλοι αδέρφια) και από την άλλη τον προπονητή που πήρε αυτή την επιτυχία και διατήρησε την ελληνική ομάδα σε υψηλό επίπεδο. Από τη μία έχουμε τον άνθρωπο που έκανε την Ελλάδα του "νικώ με το ζόρι τη Σλοβενία στο άδειο ΟΑΚΑ και παίζω φιλικά με την Σαουδική Αραβία", μία από τις πρώτες δυνάμεις παγκοσμίως και από την άλλη τον προπονητή που πήρε το δημιούργημα του Ρεχάγκελ και με δυό-τρεις απαραίτητες πινελιές, το πήγε ένα βήμα παραπέρα, τουλάχιστον στο θέμα της ανανέωσης. Προπονητικά, μου είναι αδιάφοροι αμφότεροι. Φυσικά και δέχομαι ότι ο Γερμανός πήρε πρωτάθλημα με την Καϊζερσλάουτερν τη σεζόν που ανέβηκε από τη δεύτερη κατηγορία και Euro με την Εθνική Ελλάδας, αλλά αγωνιστικά δεν είναι αυτό που θα ήθελα. Μία από τα ίδια και ο Σάντος. Δεν φημίζεται για το θελτικό ποδόσφαιρο των ομάδων τους, αλλά περί ορέξεως κολοκυθόπιτα και για τους δύο. Αν και πιστεύω ότι πολλοί προτιμούν τον Σάντος, λόγω της συμπαθούς φυσιογνωμίας του...

ΥΓ: Με τη φουρνιά των Ελλήνων που βγαίνει από το 2004 και μετά, την κατάταξη και την ορμή που έχει αποκτήσει τούτη η Εθνική και με μένα προπονητή θα περνούσε σε τελικές φάσεις.

ΥΓ2: Πιτσιρικάς, 22 ετών, 2001. Πηγαίνω στο ξενοδοχείο όπου θα έμενε ο Ρεχάγκελ. Εγώ κι άλλος ένας δημοσιογράφος. Συναντώ τον Γερμανό μαζί με τον μάνατζέρ του. Μας είπε δυό-τρεις κουβέντες και έφυγε. Το Contra.gr ήταν το μοναδικό σάιτ που είχε δήλωσή του. Πέρασαν 12 χρόνια...

Ρεχάγκελ, ο Κώστας Μπράτσος

Euro 2004: Ελλάδα. Πάμε πάλι. Euro 2004: Ελλάδα. Πλέον ταυτόσημες έννοιες για εμάς. Για ποια σύγκριση μιλάμε; Όσο συμπαθής και να είναι ο Φερνάντο Σάντος, υπάρχει και η κοινή λογική. Ένας προπονητής έβαλε την χώρα μας στον παγκόσμιο ποδοσφαιρικό χάρτη σε επίπεδο εθνικών ομάδων, ένας είναι ο "βασιλιάς Όθωνας". Με τα λάθη του, με τα στραβά του, με τις εμμονές και τις παραξενιές του, ο Ότο Ρεχάγκελ έπεται μόνο του προπονητή που θα οδηγήσει την Ελλάδα στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Κανενός δηλαδή. Η πρώτη κούπα και η πρώτη νίκη σε Μουντιάλ είναι δικές του. Η κατασκευή ενός ολόκληρου οικοδομήματος, που ανέτρεπε πολλά δεδομένα για την ομοσπονδία, όλη δική του. Η φιλοσοφία που εμφύσησε σε παίκτες, προπονητές, παράγοντες, φιλάθλους, του πιστώνεται. Η ταυτότητα που προσέδωσε στον τρόπο παιχνιδιού της Εθνικής, επίσης. Οπότε υπάρχει σαφείς διάκριση μεταξύ ενός πετυχημένου ομοσπονδιακού τεχνικού κι ενός άλλου πετυχημένου ομοσπονδιακού τεχνικού.

Σάντος, ο Νίκος Γιαννόπουλος

Ας κάνουμε μία υπόθεση εργασίας και ας σκεφτούμε τους Ρεχάγκελ και Σάντος ως πολιτικούς μηχανικούς. Ο πρώτος κλήθηκε να "σηκώσει" πολυκατοικία παίρνοντας το έργο από το οικόπεδο, ούτε καν τα μπετά υπήρχαν. Με υπομονή, γερμανική επιμονή και άστρο όχι μόνο τα κατάφερε αλλά έκανε θαύματα. Η αρχικώς οραματιζόμενη ως πολυκατοικία έγινε σύγχρονη μεζονέτα, κτίριο που θα μπορούσε να εντυπωσιάσει όχι τόσο με την κομψότητά του είναι η αλήθεια αλλά με τη λειτουργικότητά του. Ηταν όμως μία δουλειά που είχε συγκεκριμένο βαθμό δυσκολίας.

Ο Σάντος έπρεπε να διατηρήσει τον ίδιο βαθμό λειτουργικότητας αλλά και να προσδώσει στο κτίριο ευρωπαϊκό, μοντέρνο αέρα, να κάνει, σε όρους αρχιτεκτονικής, μία ανακαίνιση σε ένα οικοδόμημα χωρίς να αλλοιώσει το χαρακτήρα και την ιστορικότητά του. Φανταστείτε έναν αρχιτέκτονα που θα έπρεπε να ανακαινίσει την Ακρόπολη. Η δουλειά του ήταν απείρως πιο δύσκολη. Και όμως, ο Σάντος δούλεψε εξαιρετικά. Ο Πορτογάλος, λοιπόν, νικά στα σημεία τον Γερμανό.

Ρεχάγκελ, ο Σάκης Γκίνας

Πρόκειται για δυο σημαντικές προσωπικότητες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, δυο δασκάλους με την ευρύτερη έννοια του όρου, δυο σοβαρούς και σπουδαίους ανθρώπους με ευρυμάθεια και επίπεδο και δυο φλογερούς φιλέλληνες που δέθηκαν ειλικρινά μ’ αυτή τη χώρα.

Η σύγκριση Ρεχάγκελ – Σάντος είναι άδικη για τον Σάντος. Οποιοσδήποτε κι αν συγκριθεί με το Ρεχάγκελ αξιοκρατικά δεν έχει καμία τύχη. Η κατάκτηση του Euro το 2004 από την μικρή και ανυπόληπτη έως τότε ποδοσφαιρικά Ελλάδα είναι ένα θαύμα, που όμοιό του δεν έχει προηγούμενο. Είναι ίσως η μεγαλύτερη έκπληξη στα χρονικά του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, που έκανε την Ελλάδα γνωστή σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Η ιστορία του Ρεχάγκελ στην Εθνική Ελλάδας είναι ένα παραμύθι, απ’ εκείνα που δίνουν στο ποδόσφαιρο μαγεία και απίστευτη επιρροή στις λαϊκές μάζες. Ήταν το καλοκαίρι της Ελλάδας. Το καλοκαίρι του Euro και των Ολυμπιακών αγώνων. Ένα αξεπέραστο όνειρο που έγινε πραγματικότητα.

Ο Σάντος πήγε την Ελλάδα σε Euro και τώρα στο παγκόσμιο κύπελλο. Είναι βέβαιο ότι πήρε ήδη κι αυτός μια θέση στο πάνθεον της Εθνικής ομάδας. Τον Ρεχάγκελ, όμως, με βάση τις επιτυχίες, μπορεί να τον ξεπεράσει μόνο εάν πάρει το παγκόσμιο κύπελλο στη Βραζιλία…

Ρεχάγκελ, ο Δημήτρης Κριτής

Από την ημέρα που ντεμπουτάρισαν στο Contra οι “κόντρες”, είναι με διαφορά το δυσκολότερο δίλημμα που τέθηκε ενώπιόν μου. Δεν θα ήταν, αν σκεφτόμασταν απλά τα αποτελέσματα. Και η απάντηση θα ήταν και με διαφορά “Ρεχάγκελ”, μόνο και μόνο λόγω του ανεπανάληπτου θριάμβου στο Euro 2004. Όμως είναι, γιατί όλοι παραδεχόμαστε ότι είναι δύσκολο να φτάσεις ψηλά, αλλά είναι ακόμη δυσκολότερο να παραμείνεις εκεί.

Ίσως ακόμη να μην ήταν τόσο δύσκολο, εφ' όσον δεχόμαστε ότι σημαντικός προπονητής δεν είναι αυτός που απογειώνει μία ομάδα, αλλά αυτός που έχει δημιουργήσει όλες εκείνες τις ικανές και αναγκαίες συνθήκες ώστε να παραμείνει δυνατή και να μην καταρρεύσει μετά την αποχώρησή του.

Γιατί ανεξαρτήτως της δουλειάς του Σάντος, που ασφαλώς και είναι πολύ σημαντική, ο Πορτογάλος βρήκε στέρεες βάσεις από τον Γερμανό, έστω κι αν η ανανέωση του δυναμικού με το πέρας του χρόνου, δεν ήταν αυτή που θέλαμε. Είναι όμως δύσκολη, γιατί ο Φερνάντο Σάντος μπορεί να μας χόρτασε με 1-0, αλλά όλα τους ήταν νίκες έχοντας σε εξέλιξη τη διαδικασία ανανέωσης και αναζήτησης προσώπων, σχημάτων και τακτικών που θα έκαναν το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα πιο αποτελεσματικό, ενδεχομένως και πιο ελκυστικό για τον θεατή.

Και τώρα πλέον, η εθνική των Καρνέζη, Μανωλά, Παπασταθόπουλου, Παπαδόπουλου, Τοροσίδη, Τζαβέλλα, Τζιόλη, Σάμαρη, Φορτούνη, Νίνη, Κονέ, Σαμαρά, Μήτρογλου, Αθανασιάδη, έχει μπροστά της τουλάχιστον 3-4 μεγάλες διοργανώσεις με την παρούσα σύνθεση, εφ' όσον είμαστε παρόντες και είναι όλοι τους καλά.

Ίσως γι αυτό, θα διαλέξω τώρα Ρεχάγκελ (που παρέλαβε το απόλυτο χάος), αλλά επιφυλάσσομαι να απαντήσω “Σάντος” αν τεθεί και πάλι το συγκεκριμένο ερώτημα σε 2-3 χρόνια και ο Πορτογάλος έχει δώσει το παρών με τη ΔΙΚΗ του ομάδα, χωρίς και τα τελευταία στηρίγματα (Καραγκούνης, Κατσουράνης) ή διακοσμητικές παρουσίες (Euro 2008) εκεί που όλοι θέλουμε να πιστεύουμε ότι ανήκει το εθνικό μας συγκρότημα.

Ρεχάγκελ, ο Γιάννης Ξενάκης

Δίλημμα για μένα στο ερώτημα Ρεχάγκελ ή Σάντος δεν τίθεται. Εκατό τοις εκατό Ρεχάγκελ. Εξαιρετικός προπονητής ο Φερνάντο. Δουλευταράς. Σοβαρός. Δίκαιος. Και μετρ στην τακτική ενός αγώνα. Και αγαπητός σε όλους. Αλλά ο,τι κι αν μου πείτε την προσωπικότητα του Ότο δεν την έχει. Όταν είχε προσλάβει ο Γκαγκάτσης τον Ρεχάγκελ, τον Αύγουστο του 2001, είχα διαβάσει κείμενο (του Γαβαθιώτη νομίζω) άκρως μειωτικό για την κλάση του. Στο στιλ ότι αν πετύχει ο Ρεχάγκελ στην Εθνική, μπορεί και να δουλέψει και σε καλύτερη ομάδα. Ήμουνα διακοπές στην Κέρκυρα κι έστειλα από εκεί θυμωμένος ένα κειμενάκι στην “Ελευθεροτυπία”. Για το γεγονός ότι ελάχιστοι συνειδητοποίησαν τότε (επαναλαμβάνω Αύγουστος 2001) τι μέγεθος προπονητή ανέλαβε την Εθνική.

Ψηφίζω Ρεχάγκελ γιατί υπό τη δική του καθοδήγηση η Ελλάδα έζησε τη μεγαλύτερη υπέρβαση στη νεώτερη ιστορία της, Όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, όχι μόνο στον αθλητισμό. Η κατάκτηση του γιούρο ήταν ένα θαύμα. Κάτι το εξωπραγματικό. Και ως γνωστόν θαύματα σπανίως γίνονται.

Ο Ρεχάγκελ κατάφερε ο,τι κατάφερε με απλές αλλά πολύ προσεγμένες κινήσεις. Δημιούργησε ένα κλειστό, ένα συμπαγές, ένα πριβέ κλαμπ. Και το θωράκισε. Αν ρωτήσεις έναν Γερμανό δημοσιογράφο, τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον Ότο θα σου πει μια λέξη: Motivator. Δηλαδή ...ντοπαριστής. Ο προπονητής που έχει τον τρόπο και την ικανότητα να ντοπάρει, να εμψυχώνει, να ενθαρρύνει τους παίκτες του και να τους κάνει να πιστεύουν και στο ακατόρθωτο. Κάπως έτσι γράφτηκε και το έπος της Πορτογαλίας. Ασχολιόταν πολύ με τους παίκτες, συζητούσε μαζί τους, τον ενδιέφερε η προσωπικότητα τους. Ο Ρεχάγκελ εισήγαγε με τον άθλο του 2004 τον όρο “συναισθηματική νοημοσύνη”. Με απλά λόγια πάντρεψε το συναίσθημα του Έλληνα που δεν μπορεί και δεν θα γίνει ποτέ ρομπότ με τη νοημοσύνη, την ψυχρή λογική.

Ο Ρεχάγκελ είχε κάποιες σταθερές. Μια απ αυτές ήταν να αποφεύγει να μιλάει δημοσίως για τον αντίπαλο. Να κάνει ποδοσφαιρική ανάλυση. Τον ρωτούσες για το παιχνίδι και σου απαντούσε για την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα. Και μετά έβαζε την ίδια κασέτα να παίξει: “Mit Herz und Leidenschaft...” Δηλαδή “με καρδιά και πάθος...”

Με καρδιά και πάθος λοιπόν... Ότο Ρεχάγκελ!

ΝΙΚΗΤΗΣ: ΟΤΟ ΡΕΧΑΓΚΕΛ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ