Η Εθνική στα χρόνια του 2003

Η ιστορία επαναλαμβάνεται η Εθνική ομάδα μπάσκετ είναι στο σημείο που βρέθηκε πριν από δώδεκα χρόνια. Οι ομοιότητες με την ομάδα του 2003, η αποτυχία στη Σουηδία, η "οπισθοχώρηση" Ιωαννίδη, και ο Παναγιώτης Γιαννάκης σε ρόλο Ότο Ρεχάγκελ. Ο Γιάννης Ζωιτός θυμάται...

Η Εθνική στα χρόνια του 2003

Ο χρόνος γυρίζει πίσω. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 2003, μεσημέρι ήταν, που η Εθνική νικούσε 72-64 τη Σερβία του Πέτζα Στογιάκοβιτς (δεν είχε παίξει στο ματς) και κατακτούσε την πέμπτη θέση στο Ευρωμπάσκετ της Σουηδίας.

Και τότε, μετά από δυο σερί αποτυχίες σε Ντιζόν και Αττάλεια, είχαν δημιουργηθεί υψηλές προσδοκίες. Και τότε το ρόστερ είχε την ποιότητα ν' ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και να φτάσει μακριά. Και τότε αποκλείστηκε στο χιαστί που την έστελνε στην τετράδα, χάνοντας οριακά (62-59) από την Ιταλία και αποτυγχάνοντας να εκπληρώσει το μεγάλο στόχο ενός μεταλλίου. Και τότε υπήρχε γκρίνια κριτική για το γεγονός ότι ο Μιχάλης Κακιούζης κυρίως ήταν εκτός ροτέισον από τον Γιάννη Ιωαννίδη. Και τότε ήταν μια προολυμπιακή χρονιά.

Στο σταυροδρόμι, στην ίδια τη γωνία

Οι ομοιότητες με τη νυν Εθνική πρόδηλες. Η πέμπτη θέση στη Λιλ δεν αντανακλά την ποιότητα του υπάρχοντος συνόλου, η ήττα (ακόμη μία) από την Ισπανία στον προημιτελικό φρέναρε κάθε ελπίδα διάκρισης στη διοργάνωση.

Όπως τότε, η "επίσημη αγαπημένη" τείνει να βρεθεί στο ίδιο ακριβώς κομβικό σταυροδρόμι για τη συνέχεια της.

Μετά το τέλος εκείνου του τουρνουά, οι αλλαγές στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα υπήρξαν πολλές. Σχεδόν ραγδαίες.

Ο συνδυασμός της καθόδου στην πολιτική με την αποτυχία της Εθνικής στη Στοκχόλμη φέρνει τον "Ξανθό" στην κουίντα, πίσω από την αυλαία, σε ρόλο τεχνικού συμβούλου. Επί της ουσίας παύεται από τα καθήκοντά του και τα ηνία περνούν από τη άνοιξη του 2004 στα χέρια του Παναγιώτη Γιαννάκη. Ήταν η δεύτερη θητεία του ως ομοσπονδιακού, αφού απεδέχθη το -έστω και καθυστερημένο- κάλεσμα της Ομοσπονδίας προκειμένου να πιάσει το κουβάρι από το σημείο που το είχε αφήσει το 1998, γιατί τότε θεωρείτο πως είχε ταβάνι την 4η θέση.

Δρακόντεια μέτρα

Ο "Δράκος" ήταν αυτός που κλήθηκε να πάρει ορισμένες από τις πιο δύσκολες αποφάσεις της προπονητικής καριέρας του. Να "κόψει" (παρά τις έντονες αντιρρήσεις) τον Γιώργο Σιγάλα και τον Ευθύμη Ρεντζιά, επί σειρά ετών βασικά στελέχη, αφού ο μη Έλλην Τσακαλίδης ήταν ούτως ή άλλως ξένο σώμα από τη Στοκχόλμη κιόλας. Και ένα χρόνο αργότερα, πρώτα (και παρά την πίεση από τον Τύπο, σχεδόν απαξίωση προς το πρόσωπό του), να μην προσκαλέσει τον Νίκο Χατζή στην ολυμπιακή ομάδα και κατόπιν να "αποσύρει" τον Φραγκίσκο Αλβέρτη και τον Δημήτρη Παπανικολάου.

Αν και ο ως διεθνής έμεινε μέχρι τα... βαθιά γεράματα (αποσύρθηκε στα 37), ο Γιαννάκης πίστεψε περισσότερο από τον καθένα μέχρι τότε και σήμερα στην ανανέωση του εθνικού συγκροτήματος. Έδωσε ευθύνες σε νέα παιδιά όπως ο Ζήσης και ο Σπανούλης, σιγά-σιγά στον Βασιλόπουλο, πόνταρε στην ευφυΐα του Παπαλουκά και του Διαμαντίδη, έχρισε βασικό σέντερ τον Λάζαρο Παπαδόπουλο, δεν δίστασε να έχει μαζί του τον άγουρο Μπουρούση, κλήση που εκείνη την εποχή είχε φέρει... διχασμό.

Αποδείχθηκε, εκ του αποτελέσματος φυσικά, ότι οι επιλογές του ήταν καίριες για ν' αλλάξει ο ρους της ιστορίας. Η Εθνική ανέβηκε αυτόματα επίπεδο και μέσα σε τρία χρόνια κατέκτησε την ευρωκούπα, έπαιξε σ' έναν τελικό Παγκοσμίου έχοντας νικήσει τους Αμερικανούς, διεκδίκησε επί ίσοις όροις άλλο ένα μετάλλιο σε Ευρωμπάσκετ και έμεινε δύο σουτ μακριά από την τετράδα των Ολυμπιακών.

Σαν τον Ρεχάγκελ

Ο Γιαννάκης έκανε προπονητικά ό,τι ακριβώς ο Ότο Ρεχάγκελ στην ποδοσφαιρική εθνική. Ήταν ο κόουτς που έχτισε σταθερό κορμό, δημιούργησε στεγανά και μετέτρεψε την ομάδα σ' ένα "κλαμπ" που λίγοι είχαν θέση. Μόνο δηλαδή όσοι εξυπηρετούσαν το δικό του πλάνο, χωρίς εξωτερικούς επηρεασμούς, με εξαίρεση ίσως την περίπτωση του Λάζαρου Παπαδόπουλου, ο οποίος δεν ήταν, ως γνωστόν, ο πιο αγαπητός παίκτης στο προεδρικό περιβάλλον της ΕΟΚ.

Η νυν Εθνική μοιάζει να βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς σημείο (επαν)εκκίνησης. Οι αποχωρήσεις τριών βασικών στελεχών (του Σπανούλη δεδομένα, πιθανόν του Ζήση και του Μπουρούση) που την υπηρέτησαν χωρίς ενδοιασμούς μέχρι το τέλος κλείνει τον τεράστιο εκείνο κύκλο που άνοιξε ο "Δράκος" πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Έντεκα χρόνια μεσολάβησαν από τότε, δεν είναι λίγα.

Η καινούρια φρουρά-φουρνιά "χτυπάει" την πόρτα και ο νέος ομοσπονδιακός, αν δεχθούμε ότι ο Φώτης Κατσικάρης έχει ήδη "τελειώσει" από την τεχνική ηγεσία όπως διαρρέει από κύκλους της ΕΟΚ, οφείλει να μιμηθεί τον Γιαννάκη. Να τολμήσει, να ρισκάρει και να μην φοβηθεί. Ο Παναγιώτης Γιαννάκης δεν φοβήθηκε ποτέ στο παρκέ, είτε ήταν παίκτης είτε ήταν κόουτς. Με τα σωστά και τα λάθη του. Έχει ανάγκη η Εθνική από έναν τολμηρό Γιαννάκη κι ας τον λένε Κατσικάρη, Ζούρο, Πρίφτη, Ιτούδη.

Σχόλια

 

Πρώτη Σελίδα