Γιατί το ελληνικό μπάσκετ δεν βγάζει πια σουτέρ

Πώς είναι δυνατόν το ελληνικό μπάσκετ να μη βγάζει σουτέρ στην εποχή του σουτ; Μια καλή ερώτηση, στην οποία προσπαθούν να απαντήσουν στον Γιάννη Φιλέρη, ο Κώστας Σορώτος και ο Γιώργος Λιμνιάτης.

Την εποχή που το μπάσκετ απλώνεται στο γήπεδο και το μακρινό σουτ γίνεται βασική παράμετρος μιας επιτυχημένης ομάδας, το ελληνικό μπάσκετ αναζητά με το κιάλι τον κλασικό σουτέρ. Μετρημένοι στα δάχτυλα ενός χεριού οι παίκτες ειδικευμένοι στον τομέα. Ο τελευταίος μεγάλος Έλληνας σουτέρ, πρέπει να είναι ο Κώστας Βασιλειάδης, που εξακολουθεί να βγάζει μεροκάματο στην Ισπανία με εξαιρετικές επιδόσεις. Ίσως ο Χάρης Γιαννόπουλος να είναι ένας διάδοχός του.

Κάποτε, όχι πολύ παλιά, ο Ντούσαν Ίβκοβιτς σε μια μεγάλη συνέντευξή του στο ΦΩΣ και θέλοντας να δικαιολογήσει τον παραγκωνισμό του Νάσου Γαλακτερού είχε δηλώσει: “Αν νομίζει ότι μόνο με το σουτ θα παίξει μπάσκετ, είναι γελασμένος”.

Σκληρή κουβέντα, ενδεχομένως και άστοχη στις μέρες μας, γιατί με το... σουτ όχι μόνο παίζεις, αλλά και καθορίζεις τα παιχνίδια. Εντάξει, πρέπει να κάνεις κι άλλα πράγματα πάνω στο παρκέ, όμως η ικανότητα να σουτάρει κάποιος καλά, μοιάζει με μπασκετική προτεραιότητα. Κατά καιρούς η Ελλάδα έχει βγάλει σπουδαίους σουτέρ. Ο Χάρης Παπαγεωργίου, ο Απόστολος Κόντος. Ο Φραγκίσκος Αλβέρτης. Τώρα, δεν βλέπουμε πολλούς. Γιατί δεν βγαίνουν λοιπόν;

(Ο Φραγκίσκος Αλβέρτης με το ιδιαίτερο στυλ)

“Μακάρι να' ξερα, να σου απαντήσω”, λέει ο Κώστας Σορώτος, που έχει φάει τα γήπεδα με το κουτάλι, με παρουσία σε 41(!) ομάδες όλων των κατηγοριών και μια εμμονή στο να εκπαιδεύονται οι παίκτες του στο σουτ: “Ξέρουμε ότι το σουτ είναι τρία πράγματα. Επανάληψη, ψυχολογία και τεχνική”, προσθέτει και σημειώνει: “Θα δεις ότι ακόμη και σε μεγάλους μπασκετμπολίστες η μηχανική τους στο σουτ είναι λανθασμένη, δεν πιάνουν καλά την μπάλα. Το μπάσκετ είναι παιχνίδι συνηθειών. Είτε καλών, είτε κακών που ... αποκτάς από μικρό παιδί.

Θα πω κάτι, το οποίο έχω παρατηρήσει τα τελευταία χρόνια. Τα παιδιά ξεκινούν να παίζουν από μικρές ηλικίες με τις μεγάλες μπάλες. Για να τις φτάσουν στο καλάθι, πιάνουν την μπάλα με λάθος τρόπο, σουτάρουν διαφορετικά. Παλιότερα στο μίνι, χρησιμοποιούσαμε χαμηλότερες μπασκέτες και μικρότερες μπάλες. Τώρα, θεωρείται σωστό να πιάνει ένα παιδάκι εφτά-οκτώ ετών τη μεγάλη μπάλα και να τη στέλνει στο καλάθι, έστω χωρίς να έχει την σωστή μηχανική στο σουτ”.

Για τον Γιώργο Λιμνιάτη, που έχει εργαστεί και σαν προπονητής στις μικρές ηλικίες (και σε επίπεδο εθνικών ομάδων), “το σουτ είναι πρώτα ταλέντο και μετά αποτέλεσμα δουλειάς. Ο Κάρι, ας πούμε, γεννήθηκε για να σουτάρει. Κάποιος κακός σουτέρ, μπορεί να γίνει καλός με την επανάληψη και την προπόνηση. Ο καλός σουτέρ θα γίνει τέλειος, επίσης ... δουλεύοντας στο γήπεδο. Γιατί δεν βγάζουμε πλέον σουτέρ. Ίσως επειδή, ακόμη και στις κατηγορίες, όπου δεν έχει σημασία τόσο η νίκη μας, οι προπονητές υποχρεώνονται να κυνηγάνε το αποτέλεσμα, οπότε αντί να μάθουν τα παιδιά να σουτάρουν, προτιμούν ... τα λέι-απ, που είναι και ο πιο σίγουρος τρόπος για να πετύχουν καλάθι.

Η εκμάθηση του μπάσκετ έχει ένα στρεβλό τρόπο, όταν μπαίνει η επιτακτική ανάγκη της νίκης. Μου έχει τύχει και μένα, όταν έρχονταν οι γονείς και ρωτούσαν, γιατί δεν νικήσαμε. Κάποιες νίκες, άλλωστε, είναι πολύ σημαντικές, δίνουν μόρια στις πανελλήνιες εξετάσεις, εξασφαλίζουν κατά κάποιον τρόπο το μέλλον”.

Πάμε, λοιπόν, πίσω. Στα βασικά. Τα 'φουνταμένταλς' που έλεγε και ο Φαίδων Ματθαίου. Το μπάσκετ μπορεί να αλλάζει, να είναι πλέον μια επιστήμη (ή πολλές φορές ένας συνδυασμός επιστημονικών γνώσεων), μπορεί η βοήθεια έξω από το γήπεδο να δίνεται από δεκάδες ανθρώπους πολυάριθμων ειδικοτήτων, πάνω στο παρκέ, όμως, ο ολοκληρωμένος παίκτης ξεκινάει από το τρίπτυχο, σουτ, πάσα, ντρίπλα.

(Ο Κώστας Σορώτος θυμάται τον Κώστα Αναστασάτο και την προσήλωσή του στην εκμάθηση του σουτ)

Οι παλιότεροι προπονητές είχαν εμμονή στα βασικά. Κι οι Αμερικανοί, το ίδιο. Ήξεραν ότι ένας παίκτης, εφόσον μάθει καλά τις αρχές του σπορ, αποκλείεται να μην προχωρήσει στην καριέρα του.

“Αυτό ξαναπές το. Επειδή θήτευσα στον Κώστα Αναστασάτο, πρώτα σαν παίκτης και μετά σαν προπονητής, θυμάμαι ακόμη την λεπτομέρεια με την οποία μάθαινε στους παίκτες τη μηχανική του σουτ. Αυτές οι οδηγίες του, έγιναν για μένα μπούσουλας και τις μετέφερα με ακρίβεια στα παιδικά των τμημάτων υποδομής που προπονούσα. Κάπως έτσι βγάλαμε μια γενιά ολόκληρη στον Πειραϊκό, που σούταρε καλά...”, λέει ο Σορώτος, που θυμάται ακόμη τις λυρικές εντολές του αείμνηστου Κώστα.

"Μια φορά είχε πιάσει το γυμναστή Κώστα Ντάκουλα, αδερφό του Βασίλη, από κοντά. 'Αν αγαπάς τον αδερφό σου, όταν κοιμάται να του ψιθυρίζεις να τραβάει το αριστερό του χέρι από την μπάλα, ώστε να σουτάρει καλύτερα'! Ο Βασίλης 'καπάκωνε' την μπάλα με το αριστερό και δεν το πήγαινε, όπως ήθελε ο Αναστασάτος, δίπλα από την μπάλα”.

Ο Σορώτος θα σημειώσει και κάτι άλλο:

Σίγουρα, το ελληνικό μπάσκετ δεν ήταν ποτέ... του σουτ. Για μας, η ελληνική σχολή, είχε σαν βασικό στοιχείο το ανοιχτό γήπεδο και το μπάσιμο. Συνήθως, περνούσε σε δεύτερη μοίρα το σουτ

Ναι, αλλά το μπάσκετ αλλάζει. Όποια ομάδα δεν σουτάρει, δύσκολα έχει τύχη: “Αυτό μας το έδειξαν πρώτα οι Αμερικάνοι. Μελετούν το σπορ, είδαν που είχαν αδυναμία και βελτιώθηκαν. Όταν τους νικήσαμε στη Σαϊτάμα, είχαμε εκμεταλλευτεί την αδυναμία τους στο να σουτάρουν. Αν επιχειρήσει μια ομάδα να το κάνει τώρα, θα γνωρίσει την συντριβή. Δείτε πόσο βελτιώθηκε στο μακρινό σουτ ο ΛεΜπρον Τζέιμς. Όλα είναι θέμα προπόνησης και το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι ο Διαμαντίδης. Ξεκίνησε σαν μέτριος, αν όχι κακός, σουτέρ. Με την πάροδο του χρόνου, εξελίχθηκε σε δολοφόνο...”

(Η προπόνηση στα σουτ πρέπει να έχει ένταση, λέει ο Γιώργος Λιμνιάτης)

Η προπόνηση, λοιπόν. Πανάκεια για κάθε νόσο. Όχι ακριβώς. Ο Λιμνιάτης εξηγεί: “Έχει σημασία πως προπονείσαι στα σουτ. Λέμε, ας πούμε, πάμε το πρωί για σουτάκια. Οι περισσότεροι από τους παίκτες έχουν την αίσθηση ότι δεν θα ιδρώσουν, θα κάνουν σουτ χωρίς ένταση, άρα θα ... αποφύγουν την κούραση. Όσα σουτ κι αν κάνουν, όμως, ξεκούραστοι δεν έχει νόημα. Η προπόνηση στο σουτ, πρέπει να γίνει και υπό συνθήκες αγώνα. Με τους παλμούς της καρδιάς ανεβασμένους, υπό πίεση, με αντίπαλο, μετά από ντρίπλα κλπ, κλπ. Διαφορετικά δεν έχει νόημα να κάνεις την προπόνηση.

Το σουτ θέλει και ψυχολογία. Πρέπει να επιμένει ο παίκτης, ακόμη κι αν χάσει το πρώτο, να εκτελέσει το δεύτερο...”

Και η κουβέντα ξαναγυρίσει στο πόσο χρήσιμο είναι για μια ομάδα να έχει καλό μακρινό σουτ: “Αν η προτεραιότητα ενός κόουτς είναι να κλείσει τη ρακέτα του, να δώσει δηλαδή τα σουτ στον αντίπαλο, οι καλοί σουτέρ τιμωρούν από μακριά. Και μη ξεχνάμε το κλισέ να μπει 'ένα μεγάλο σουτ'. Αλλά το καλό σουτ είναι θέμα εκμάθησης των βασικών, που δυστυχώς στις μικρές ηλικίες αρχίζουν και παραμελούνται. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν είναι μόνο ελληνικό το φαινόμενο.

Επειδή έχω βρεθεί σε τουρνουά εθνικών ομάδων μικρών ηλικιών, μπορώ να πω ότι ανάλογα προβλήματα αντιμετωπίζουν όλες πλέον οι χώρες. Ακόμη και σχολές όπως οι Σέρβοι, ή οι Κροάτες, δίνουν αλλού βάση, παραγνωρίζοντας τις βασικές αρχές. Σε όλη την Ευρώπη, έχει πάρει προτεραιότητα η αθλητικότητα. Όσο για μας, στις μικρές ηλικίες, υπάρχει μια εμμονή στην τακτική. Λες και αν μάθουν τα παιδιά τρία -τέσσερα συστήματα, αλλά αγνοούν το μπάσκετ στην ουσία του, θα παίξουν καλύτερα. Δε γίνεται...”

Ο Σορώτος θα προσθέσει και κάτι ακόμη: “Δεν είμαι αντίθετος στην τακτική. Όλα όμως χρειάζονται ένα μέτρο. Η δουλειά πάντως των προπονητών δυσκολεύει, με την πάροδο των ετών. Υπάρχουν, ή εν πάση περιπτώσει υπήρχαν, τρεις περίοδοι για κάθε ομάδα. Η προετοιμασία, το αγωνιστικό μέρος και η μεταβατική περίοδος, δηλαδή η μετάβαση της ομάδας μέχρι να ξεκινήσει πάλι η προετοιμασία. Σε αυτό το διάστημα, όπου δεν υπήρχαν αγώνες, η ομάδα μπορούσε να δουλέψει στις αδυναμίες της, να βελτιώσει πράγματα και να γίνει καλύτερη.

Αυτό κατά 90% έχει εκλείψει, σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες. Οι περισσότερες ομάδες είναι, πλέον, μιας χρήσης. Τελειώνει η σεζόν και δεν υπάρχει τίποτε. Οι παίκτες καταφεύγουν στις ατομικές προπονήσεις, όπου όπως βλέπω ακολουθούνται πρωτοποριακοί τρόποι βελτίωσης με ανεμόμυλους, σκάλες και μπαλάκια του τένις...”

(φωτογραφίες: Eurokinissi)

Ήμουν Μέσα

Όταν μας έφτυναν στο Αμπντί Ιπεκτσί

Ολυμπιακός και Εφές έχουν παίξει 41 φορές στην Ευρωλίγκα στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα και ο Γιάννης Φιλέρης θυμάται την πρώτη μονομαχία τους. Όταν ο Ιωαννίδης θύμιζε τον Νικηταρά τον Τουρκοφάγο.