Τζόι Μπίτσαμ: Ο 'φλώρος' της Γουέστ Χαμ 'πέθανε' 58 φορές

O Τζόι Μπίτσαμ πήρε μεταγραφή σε μια ομάδα χωρίς τη θέληση του. Στη συνέχεια ξεκίνησε να παλεύει με ένα φάντασμα που λέγεται κατάθλιψη.

Ο Τζόι Μπίτσαμ με τη φανέλα της Όξφορντ
Ο Τζόι Μπίτσαμ με τη φανέλα της Όξφορντ TWITTER/OUFCOFFICIAL

Τη σεζόν 1992-93, διοργανώθηκε το πρώτο πρωτάθλημα Α' Κατηγορίας, με την επωνυμία 'Premier League'. Το πρώτο γκολ σημειώθηκε από τον Μπράιαν Ντιν της Σέφιλντ Γιουνάιτεντ, σε αγώνα κόντρα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που έληξε νικηφόρα για τους 'μπλε' με 2-1.

Από εκείνη τη σεζόν είχε διαφανεί το ιδιαίτερα ανταγωνιστικό επίπεδο της διοργάνωσης, με το μεταγραφικό παζάρι να ενισχύει πραγματικά την κάθε ομάδα και να δημιουργεί σιγά-σιγά τις πρώτες υπεραξίες. Το καλοκαίρι του 1994, ο Ντον Χάτσινσον από τη Λίβερπουλ και ο Τζόι Μπίτσαμ από την Όξφορντ Γιουνάιτεντ, έναντι 1,5 και 1 εκατομμυρίου λιρών, ήταν οι πιο ακριβές μεταγραφές της Γουέστ Χαμ. Ο πρώτος έφερνε εμπειρία και 'ψημένο' χαρακτήρα στα δύσκολα, ο δεύτερος έφερνε φρεσκάδα, ταχύτητα και ξεχωριστή τεχνική στην προσπέραση των αντίπαλων αμυντικών.

Ο Τζόι Μπίτσαμ δεν κατάφερε να κλείσει δυο μήνες στην ομάδα. Ο Τζόι Μπίτσαμ πέρασε ίσως το πιο βασανιστικό 58ημερο στην ιστορία του βρετανικού ποδοσφαίρου.

Η ομάδα της Οξφόρδης μοιάζει βγαλμένη από μια άλλη, εξωπραγματική - για τα σημερινά δεδομένα - εποχή του βρετανικού ποδοσφαίρου. Στα χωμάτινα και λασπωμένα γήπεδα της δεκαετίας του '80, η Οξφόρδη κατάφερε να ανεβαίνει κατηγορίες φτάνοντας ως την Α' Αγγλίας, απολαμβάνοντας παράλληλα την οικονομική στήριξη του ιδιοκτήτη της, Ρόμπερτ Μάξγουελ, γνωστού βαρώνου των βρετανικών media και ιδρυτή της εταιρείας Mirror Group (Daily Mirror). Ο θάνατος του Μάξγουελ το 1991 ήταν η αφορμή για να αναλάβουν τη διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων τα παιδιά του, κάτι που όμως δεν κράτησε πολύ.

Οι ανώτατες οικονομικές αρχές ξεσκεπάζουν τεράστια σκάνδαλα διαφθοράς και χρηματισμών, που χτυπούν σαν τσουνάμι την ομάδα της Οξφόρδης. Ο σύλλογος βρισκόταν στα όρια της χρεοκοπίας και η πώληση του Τζόι Μπίτσαμ, του μεγαλύτερου αστεριού της, ήταν επιβεβλημένη. Ο ίδιος όμως δεν επιθυμούσε κάτι τέτοιο, καθώς οι 'κιτρινόμαυροι' ήταν η ομάδα που έπαιζε από μικρό παιδί, όντας γέννημα-θρέμμα της Οξφόρδης.

Η μεταγραφή του Μπίτσαμ συνέβη παρόλα αυτά χωρίς να ζητηθεί η γνώμη του. Ο ίδιος σε συνέντευξη που έδωσε το 2010, είχε πει: "Μου είχαν πει ότι τα πράγματα ήταν απλά: Ή θα δεχόμουν να πάρω μεταγραφή, ή ο σύλλογος θα οδηγούνταν σε πτώχευση". O Τζόι χρησιμοποίησε την προκαταβολή του συμβολαίου όχι για να μετακομίσει στο Ανατολικό Λονδίνο, αλλά για να αγοράσει σπίτι στην Οξφόρδη, επιλέγοντας να μετακινείται καθημερινά από εκεί προς το γήπεδο της Γουέστ Χαμ (περίπου 79 χιλιόμετρα). Από την πρώτη κιόλας μέρα, είχαν ξεκινήσει τα προβλήματα. Ο βοηθός τότε, της Γουέστ Χαμ, Χάρι Ρέντναπ θυμάται στην αυτοβιογραφία του: "Ο παίκτης είχε έρθει πρώτη μέρα για προπόνηση. Στα μισά είχε ξεσπάσει σε κλάματα. Του έλειπε το σπίτι του".

Ο Ρέντναπ θυμάται πως ο Μπίτσαμ δεν κατάφερε ποτέ να προσαρμοστεί. Στο πρώτο φιλικό ματς, παρουσιάστηκε νωθρός, χωρίς διάθεση για μπάλα. Ο Μπίλι Μποντς, προπονητής εκείνης της ομάδας, ήταν έξαλλος μαζί του. Τον χαρακτήριζε "βαρύ" και "τεμπέλη", προσπαθώντας να ξυπνήσει τον εγωισμό του, να τον πείσει να αντιδράσει μέσα στο γήπεδο. Λίγους μήνες αργότερα, θα τον περιγράψει ως μια "καταστροφή", έναν "φλώρο" και έναν παίκτη "πολύ μικρό για το μέγεθος του συλλόγου".

Λίγο πριν από το τέλος της μεταγραφικής περιόδου, η Σουίντον Τάουν εκδήλωσε ενδιαφέρον για τον παίκτη, προσφέροντας τον αμυντικό Άντριαν Γουάιτμπρεντ ως αντάλλαγμα. Η Σουίντον ήταν ο μεγάλος εχθρός της Οξφόρδης, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία. "Δεν ήθελα να πάω εκεί, άλλα έπρεπε με κάθε τρόπο να φύγω από την Γουέστ Χαμ", είπε ο ίδιος σε συνέντευξη, μερικά χρόνια αργότερα. Εκεί τον περίμενε ο κόουτς Τζον Γκόρμαν, που αργότερα ανέλαβε βοηθός προπονητή της Εθνικής Αγγλίας, υπό την καθοδήγηση του Γκλεν Χόντλ. Ο Γκόρμαν σύντομα έδωσε τη θέση του στον Τζορτζ Μακμάχον, έναν προπονητή που δεν πίστευε στο ταλέντο του Μπίτσαμ. Τον Οκτώβριο του 1995, ο παίκτης θα αποχωρούσε εκ νέου, αυτή τη φορά προς ένα γνώριμο προορισμό.

Η Οξφόρδη δεχόταν ξανά τον Τζον Μπίτσαμ σαν άσωτο υιό, με την αξία του να έχει κατρακυλήσει στις 75.000 λίρες. Ο παίκτης έμεινε στο σύλλογο ως το 2002, όταν και αποσύρθηκε από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο σε ηλικία μόλις 31 ετών, λόγω διαρκών τραυματισμών. Μέχρι τότε, ο παίκτης που είχε καταφέρει να σκοράρει το πιο όμορφο γκολ στην ιστορία του γηπέδου Manor Ground, ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα της Οξφόρδης, είχε στιγματιστεί, είχε γίνει 'ο παίκτης των 58 ημερών', όπου εξαιτίας του ο Μπίλι Μποντς απολύθηκε στο τέλος εκείνης της σεζόν.

Το φάντασμα αυτό δεν σταμάτησε να κυνηγά τον Μπίτσαμ, ο οποίος αν και προσπάθησε να συνεχίσει το ποδόσφαιρο σε ερασιτεχνικό επίπεδο, υπέφερε από βαριάς μορφής κατάθλιψη και καταχρήσεις αλκοόλ και ναρκωτικών, φτάνοντας στο απόλυτο ναδίρ το 2009, όταν και συνελήφθη με κατηγορίες για οδήγηση υπό μέθη. Σήμερα ο Μπίτσαμ ζει μια ήρεμη ζωή, όντας οικογενειάρχης με τρία παιδιά. Ίσως να φαντάζεται τι θα γινόταν, αν είχε παίξει ποδόσφαιρο σε μια άλλη εποχή, όπου ο ευάλωτος ψυχικός κόσμος ενός αθλητή δεν ισοδυναμεί με 'φλωριά' και 'τεμπελιά'. Ίσως τότε ο Μπίτσαμ να μπορούσε να 'ζήσει' μέσα στο ποδόσφαιρο των μεγάλων διακρίσεων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ