Το θάρρος του να είσαι ο Γκιγκς

Tι κοινό μπορούν να έχουν ο Ραϊαν Γκιγκς, ο Γιώργος Καραγκούνης, ο Αντώνης Νικοπολίδης, ο Μάικλ Τζόρνταν και ο Μοχάμεντ Αλι; Ο Θέμης Καίσαρης σας δίνει την απάντηση εντοπίζοντας τις ομοιότητες που παρουσιάζει η μεγάλη καριέρα του Ουαλού σταρ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με άλλες μεγάλες αθλητικές προσωπικότητες της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Το θάρρος του να είσαι ο Γκιγκς

Tα γενέθλια του Ράιαν Γκιγκς, που συμπλήρωσε 40 χρόνια ζωής, ήταν μια καλή αφορμή για να υποκλιθούν τα Μέσα στο μεγαλείο του. Τα site στο Νησί του έκαναν πολύ μεγάλα αφιερώματα, με σπάνιες φωτογραφίες, τοπ10 των κορυφαίων στιγμών, ατελείωτες λίστες με τους αριθμούς που συνοδεύουν την τεράστια καριέρα του.

Δεν υπάρχουν πολλά που να μπορείς να πεις γι’ αυτόν και να μην έχουν ήδη ειπωθεί, είτε ως μυστικά είτε ως σχόλια για τη μοναδικότητά του. Το παιδί που μικρό έπαιζε ράγκμπι (κι έμαθε με γρήγορα πόδια να κάνει τρομερά σλάλομ), που την ημέρα που έκλεινε τα 14 (πριν από 26 χρόνια) είδε τον Φέργκιουσον να περνάει την πόρτα του σπιτιού και να του προσφέρει μια καριέρα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Ο θρύλος, που κατέκτησε τα πάντα στην καριέρα του. Ο πιστός στρατιώτης Ράιαν, που πήρε το επώνυμο της μητέρας του, βάφτισε “πατέρα” του τον Φέργκιουσον και στο πλευρό του πρώτα τρομοκράτησε όσους βρέθηκαν αντίπαλοί του στα αριστερά και μετά ήρθε στο κέντρο, για να γίνει ο βετεράνος που παίζει με το μυαλό του.

Θάρρος

Παίκτες σαν τον Γκιγκς τους εκτιμώ όσο κανέναν. Προσόντα, μεγάλες καριέρες, εκπληκτικά κατορθώματα έχουν να επιδείξουν πολλοί: τα σπορ είναι γεμάτα από τέτοιους, και πάντα θα προκύπτουν νέοι αστέρες, που θα κάνουν ακόμα πιο τρομερά πράγματα. Σαν τον Γκιγκς είναι λίγοι. Όχι μόνο για τη διάρκεια ή για την πίστη σε μόνο μία φανέλα. Κυρίως για το θάρρος.

Μπορείς να δεις ξανά και ξανά το γκολ που πέτυχε στην παράταση κόντρα στην Άρσεναλ σ’εκείνο τον ημιτελικό Κυπέλλου το 1999. Όσες φορές κι αν το δεις, ο θαυμασμός είναι ίδιος: ένα γκολ-σφραγίδα των προσόντων του. Τα προσόντα, όμως, τα παίρνει ο χρόνος. Και τότε, προσωπικά θαυμάζω ακόμα περισσότερο το θάρρος που έχει ο Γκιγκς και ο κάθε Γκιγκς να βγαίνει με το σορτσάκι και να δίνει μάχες στα 37, στα 39, στα 40.

“Δεν μπορεί πια”

Δεν έχει τίποτα νέο να κερδίσει. Τα έχει πάρει όλα. Έχει μόνο να χάσει. Γιατί κάθε φορά που βγαίνει στο γήπεδο σ’αυτήν την ηλικία είναι πια πολύ πιθανό να ντροπιαστεί. Να τον προδώσει το σώμα του, να εκτεθεί από έναν νεότερο αντίπαλο, να φανερώσει μια εικόνα που θα κάνει τον κόσμο να πει “δεν μπορεί πια, καλύτερα να σταματήσει”.

Κι ο Γκιγκς δεν είναι πως θα το ακούσει για πρώτη φορά τώρα. Το έχει ήδη ακούσει πολλές φορές στην καριέρα του, ακόμα κι απ’τους ίδιους τους οπαδούς της ομάδας που έγινε αιώνιο σύμβολο. Το 2011 πχ ο Γκιγκς βάδιζε προς τα 38 κι ο Φέργκιουσον του έδωσε φανέλα βασικού στον τελικό κόντρα στην Μπαρτσελόνα. Υπέφερε στο κέντρο δίπλα στον Κάρικ κι όταν ο Φέργκιουσον τον έβαλε στα αριστερά, ο Άλβες περνούσε σαν να μην υπάρχει αντίπαλος.

Προφανώς και δεν έφταιγε αυτός για την ήττα, η Γιουνάιτεντ δεν είχε τύχη απέναντι στην Μπάρτσα. Όμως, για τον Γκιγκς ήταν σίγουρα μια καλή αφορμή για να σταματήσει. “Τα πήρα όλα, έδωσα τη ζωή μου σ’αυτήν την ομάδα, προσπάθησα ανεπιτυχώς για ένα ακόμα Champions League, δεν τα καταφέραμε κι αποχωρώ, είμαι πια 37 χρόνων”.

Δεν το είπε, συνέχισε. Αψηφώντας όχι μόνο τον χρόνο, αλλά κυρίως τον κίνδυνο της έκθεσης. Πήρε ένα ακόμα πρωτάθλημα και μας χάρισε μια αξέχαστη παράσταση (παρά την ήττα), στο περσινό Γιουνάιτεντ-Ρεάλ. Στα 39, στο χιλιοστό του παιχνίδι, αντί να εκτεθεί, ήταν εκπληκτικός.

Αντώνης και Κάρα

Όταν ο Αντώνης Νικοπολιδης μας έκανε την τιμή κι ήρθε στο στούντιο της SUPER BALL είπε πως φυσικά το χειρότερο παιχνίδι του ήταν το 1-4 με την Τουρκία στο Φάληρο. Δεν ήταν τα τέσσερα γκολ και μια ήττα που προκάλεσε σάλο: ήταν η εικόνα του, να δέχεται τα γκολ από μακρινά σουτ, λες και δεν μπορούσε να υπολογίσει που θα πάει η μπάλα.

“Κι όμως”, μας είπε εκείνο το βράδυ στο στούντιο, “εκείνο το ματς και τα όσα άκουσα τότε με έκαναν πιο δυνατό. Είπα μέσα μου πως δεν θα σταματήσω, θα συνεχίσω και θα καταφέρω να κλείσω τα στόματα όλων αυτών. Και απ’τα 38 μέχρι τα 40 ήμουν καλύτερος από ποτέ”.

Και ο θαυμασμός δεν πρέπει να στέκεται μόνο στο πως τα κατάφερε. Αλλά στο θάρρος που χρειάζεται να έχεις για να πας πχ να κάτσεις κάτω απ’το τέρμα στο Έμιρεϊτς. Στα 40 σου, με τις αρθρώσεις σκουριασμένες, με τα ρεφλέξ μειωμένα, απέναντι στην επιθετική μηχανή της Άρσεναλ. Σε αγώνα Champions League, εκεί που μια άσχημη βραδιά θα τη δουν και θα τη σχολιάσουν σ’όλη την Ευρώπη.

Αυτό το θάρρος θαυμάζω και στον Καραγκούνη. Στα 35, να φεύγει διωγμένος από Φερέιρες και Αλαφούζους, όχι γιατί δεν τα βρήκε στα λεφτά, αλλά γιατί δεν ήθελε να πληρώνεται για να κάθεται στον πάγκο: ήθελε να παίζει, γιατί πίστευε πως ακόμα μπορεί να προσφέρει, να κάνει τη διαφορά. Κι όταν του είπαν πως δεν μπορεί, αντί να πάει κάπου ήσυχα ν’αράξει, πήγε στην Πρέμιερ. Εκεί που εκτίθεσαι για πλάκα. Κι όχι μόνο δεν εκτέθηκε, αλλά στάθηκε, προσέφερε, αναγνωρίστηκε, κέρδισε σεβασμό και ένα ακόμα συμβόλαιο.

Μεγαλύτεροι

Το ίδιο μας έχουν διδάξει και οι ιστορίες πολύ μεγαλύτερων, σε άλλα σπορ. Το θέμα δεν είναι πως ο Μοχάμεντ Άλι κατάφερε στα 22 να γίνει ο νεώτερος παγκόσμιος πρωταθλητής χωρίς να έχει ούτε μια γρατζουνιά στο πρόσωπο. Το θέμα είναι που βρήκε το θάρρος να βγει στο ρινγκ στα 32 απέναντι στον 25χρονο Φόρμαν, όταν όλοι πίστευαν πως δεν έχει τύχη και ο μικρός όχι μόνο θα τον νικήσει, αλλά θα τον διασύρει: το τεχνικό του τιμ σχεδόν έκλαιγε στα αποδυτήρια πριν το ματς, από το φόβο του τι μπορεί να συμβεί.

Το θέμα δεν είναι πως ο Τζόρνταν στα 23 έβαλε 63 πόντους στην καλύτερη ομάδα του κόσμου. Το θέμα είναι πως βρήκε μέσα του το θάρρος να παίξει μπάσκετ απ’τα 38 μέχρι τα 40, όταν πια δεν είχε τίποτα παραπάνω να κερδίσει κι είχε μόνο να χάσει απ’αυτήν την επιλογή. Κι όχι μόνο δεν εκτέθηκε και δεν χάλασε την εικόνα του, αλλά έκανε πλάκα σ’όλα τα πιτσιρίκια που ήταν πια πιο γρήγορα και δυνατά απ’αυτόν.

Σπάνιοι

Για παίκτες με μεγάλη κλάση και προσόντα, οι τίτλοι και τα κατορθώματα τελικώς έρχονται “εύκολα”: είναι απ’την αρχή φανερό πως είναι πλασμένοι για πολλά κι αυτό που λείπει είναι δουλειά, τύχη κι αφοσίωση στο στόχο. Αυτοί που είναι πραγματικά σπάνιοι είναι οι Γκιγκς, αυτοί που έχουν το θάρρος να συνεχίζουν ακόμα κι όταν δεν έχουν τίποτα καινούργιο να κερδίσουν, χωρίς να φοβούνται όλα αυτά που μπορούν να χάσουν.

Και τελικώς, οι πραγματικά μεγάλες στιγμές τους δεν είναι αυτές στην ακμή τους, αλλά κάθε στιγμή που τολμούν να βγουν στον αγωνιστικό χώρο με το χρόνο να είναι ο μεγάλος τους εχθρός. Αυτοί που τολμούν να τον αψηφούν, είναι οι μεγαλύτεροι όλων, οι σπανιότεροι. Μην τους κράζετε, μην φωνάζετε “που πάμε μ’αυτόν τον τελειωμένο”. Θαυμάστε τους.

News 24/7

24MEDIA NETWORK