Γιατί σταμάτησα να αγαπάω την Εθνική

To Photostop και ο Zastro κάνουν ταξίδι στο χρόνο αναλύοντας όλους εκείνους τους λόγους που σταμάτησαν να αγαπούν την Εθνική ομάδα. Οι ήρωες των παιδικών χρόνων, το ξεπέταγμα της Εθνικής, το θρυλικό ματς στο Άμστερνταμ, αλλά και η ταπείνωση από την Ουγγαρία και ο έρωτας που τελικά έγινε απέχθεια.

Γιατί σταμάτησα να αγαπάω την Εθνική

Παρακολουθώντας το ντεμπούτο του Μαρκαριάν στον πάγκο της Εθνικής στη Βουδαπέστη, δεν μπορούσα να φανταστώ τι μνήμες θα ζωντάνευαν μέσα μου, πόσες θύμησες που είχα βαθιά κρυμμένες στο πίσω μέρος του μυαλού μου θα επανέρχονταν στην επιφάνεια και πόσο πολύ άδικο είχα όταν δήλωνα σχεδόν «απολιτίκ» στη σχέση μου με την Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου. Είμαι από τους ανθρώπους που δύσκολα φανατίζονται στη ζωή τους, αντιθέτως μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας θεωρώ ότι κατόρθωσα να πετάξω από πάνω μου τον εμμονικό μανδύα στην προσέγγιση των πραγμάτων, ειδικά απέναντι στον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο. Η Εθνική ομάδα ποτέ δεν ήταν το φόρτε μου, μεγάλωσα άλλωστε στα «πέτρινα» χρόνια της, όταν η πολιτική είχε διεισδύσει ακόμη και στις κλήσεις των διεθνών και εκείνο που μετρούσε ήταν «οι ισορροπίες».

Το 1987 όπως κάθε παιδί, θαύμαζα τους επιθετικούς και τους ζογκλέρ που τα μεσημέρια της Κυριακής παρακολουθούσα στα τσιμέντα των γηπέδων, περιμένοντας το «κάτι παραπάνω», κάτι το εξαιρετικό που την επόμενη μέρα θα προσπαθούσα να αντιγράψω στην αλάνα της γειτονιάς με τους φίλους.

Μαζευόμασταν χωρίς προσυνεννόηση στην πλατεία ή στο πάρκο και αναλόγως τον ήρωα του καθενός προσπαθούσαμε να κάνουμε το γυριστό του Αναστόπουλου (που συνήθως κατέληγε σε γρατζουνισμένο γόνατο), την τρίπλα του "Βάσια" (για την οποία λέγαμε ότι πρέπει να έχει δεμένη τη μπάλα στο πόδι αφού κανείς δεν μπορούσε να την πλησιάσει), το σκροπ του Σαραβάκου (με τη μπάλα να καταλήγει συνήθως σε κάποιο μπαλκόνι ή εκτός «γηπέδου») ή το «μυτάκι» του Μαύρου (για το οποίο μας έφταιγε το «μη επαγγελματικό» παπούτσι ή η μπάλα που δεν ήταν TANGO).

 

Οι ήρωες των παιδικών μας χρόνων

Όλοι μας είχαμε από έναν ήρωα, όλοι περιμέναμε τα βράδια της Κυριακής να ακούσουμε τον ήχο της Αθλητικής Κυριακής για να δούμε τις βινιέτες πριν το τρίλεπτο των φάσεων και να οπτικοποιήσουμε τη συνήθως υπερβολική περιγραφή του ραδιοφώνου για το «εκπληκτικό βολ-πλανέ του Δημόπουλου που νίκησε το Σαργκάνη». Όλοι επιλέγαμε συλλόγους, η γενιά μας δυστυχώς δεν είχε προλάβει ούτε τη θρυλική Εθνική του 1970 ούτε θυμόταν καλά τα τελικά του 1980 στην Ιταλία στο Κύπελλο Εθνών όπως το λέγαμε τότε. Δυστυχώς διότι όπως μας εξιστορούσαν οι μεγαλύτεροι, η ομάδα του ’70 ήταν ίσως η ομάδα με το περισσότερο ταλέντο και για ένα καπρίτσιο δεν έλαβε μέρος στο καλύτερο Μουντιάλ όλων των εποχών, εκείνο του Μεξικού. Όσο για εκείνη του ’80, είμαστε ακριβώς στο μεταίχμιο για να ξεχωρίσουμε εάν αυτό που βλέπουμε είναι ποδόσφαιρο ή «μπάλα».

Με εξαίρεση ένα «ηρωικό» 0-0 με την Αγγλία το 1983 για τα προκριματικά του Εθνών του ’84, το οποίο πανηγυρίστηκε σαν κατάκτηση τροπαίου από προπονητή και παίκτες, η Εθνική ομάδα δεν είχε δώσει αφορμή σε κανέναν για να την πιστέψει και να τη στηρίξει. Ποδοσφαιριστές με ταλέντο υπήρχαν άφθονοι, διάθεση επίσης, το ποδόσφαιρο είχε λίγα χρόνια που είχε «επαγγελματοποιηθεί», αλλά οι επιτυχίες δεν έρχονταν. Το κλίμα ήταν «πολιτικό» κι αυτά εμείς ως παιδιά δεν τα καταλαβαίναμε, ούτε θέλαμε να τα καταλάβουμε. Ούτε από «ισορροπίες» γνωρίζαμε, ούτε από ΕΠΟ, ούτε από Γραμματείες Νέας Γενιάς και Αθλητισμού. Το ενδιαφέρον (όπως πρέπει να είναι πάντα) εστιαζόταν στους ήρωες, στους αληθινούς πρωταγωνιστές και όχι στα γραφεία ή τη χάραξη πολιτικής.

Το "μπαμ" της Εθνικής

Ώσπου φθάνουν τα προκριματικά του Εθνών του 1988 που επρόκειτο να διεξαχθεί στη Γερμανία. Το ξεκίνημα απογοητευτικό: η Εθνική κληρώνεται σε έναν δύσκολο όμιλο με τους πυραυλοκίνητους Ολλανδούς του Ρίνους Μίχελς, την πάντοτε παρούσα σε μεγάλες διοργανώσεις Πολωνία (του Λάτο όπως μας έλεγαν οι μεγαλύτεροι), την άλλοτε κραταιά Ουγγαρία και την Κύπρο. Η Ελλάδα ξεκινάει άσχημα όπως συνήθιζε, χάνοντας στην Πολωνία πιο εύκολα απ’οτι δείχνει το τελικό 2-1 γεγονός που εμπόδισε την αθρόα προσέλευση κόσμου στο πρώτο εντός έδρας παιχνίδι εναντίον της Ουγγαρίας, όπου ο Νίκος Αναστόπουλος πετυχαίνει ίσως το ομορφότερο γκολ της καριέρας του.

Μετά από μια κάθετη πάσα του Κωφίδη, ο Αναστό θα κάνει μια παροιμιώδη προσποίηση ξεφεύγοντας από το μαρκάρισμα δύο αντιπάλων και θα κάνει και νέα προσποίηση περνώντας το πόδι του πάνω από τη μπάλα, πριν πλασάρει τον εξουδετερωμένο Ντιστλ. Το γκολ είναι αντάξιο πολύ μεγάλων ποδοσφαιριστών και θα ενταχθεί στους τίτλους έναρξης της «Αθλητικής Κυριακής» για πολλά χρόνια.

Κάτι αρχίζει να κινείται, το γκολ του «μουστάκια» κάνει τόσο ντόρο που ουσιαστικά του χαρίζει το παράσημο της μεταγραφής στο Καμπιονάτο, δίπλα σε Μαραντόνα, Γκούλιτ, Φαν Μπάστεν, Φέλερ και λοιπούς αστέρες του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Η Εθνική έχει ταλέντο, κυρίως στην επίθεση έχει την τύχη να συνυπάρχουν Αναστόπουλος και Σαραβάκος, με τον Τάσο Μητρόπουλο να δίνει το απαραίτητο ύψος και το δυναμισμό που λείπει από τους άλλους δυο.

Στα χαφ έχει Λάκη Παπαϊωάννου, Κωφίδη, Αντωνίου, πίσω εκκολαπτόμενους σταρ και τεράστιες προσωπικότητες όπως ο Στέλιος Μανωλάς, ο Στράτος Αποστολάκης, ο Νίκος Αλαβάντας. Δεν έχει όμως ούτε πίστη στις δυνατότητές της, ούτε τη συμπάθεια του κοινού. Ακολουθούν δύο εύκολα φαινομενικά παιχνίδια με την Κύπρο, όπου η προσγείωση είναι τρόπον τινά «ανώμαλη».

Τον Απρίλιο του 1986, η Ελλάδα θα χρειαστεί την απόκρουση του Αντώνη Μήνου στο πέναλτι του μετέπειτα συμπαίκτη του Γιώργου Σαββίδη, για να γλυτώσει τα χειρότερα στη Λευκωσία. Επικρατεί τελικά με 2-4 χάρη σε δύο γκολ του Μπατσινίλα και του Αναστόπουλου στο τελευταίο τέταρτο και δεν μετατρέπει σε τυπική διαδικασία τους υπόλοιπους αγώνες του ομίλου. Ακολούθησε το εντός έδρας με την Κύπρο όπου και εκεί δεν δικαιολογήθηκε ο τίτλος του φαβορί. Μετά από ένα στείρο 0-0 στο ημίχρονο, ακολουθεί ένα καυτό δεκάλεπτο, στο οποίο γίνονται όλα: 1-0 ο Αναστόπουλος στο 55’, 1-1 ο Σάββα στο 60’, 2-1 ο Μπονόβας στο 63’, για να κλείσει το σκορ και πάλι ο Αναστόπουλος στο 65’. Η Ελλάδα και λόγω προγράμματος είναι «μέσα στο κόλπο» και δειλά δειλά αρχίζουν να εμφανίζονται στον Τύπο της εποχής σενάρια πρόκρισης. Κάπου εκεί δείχνει να «ξυπνά» και το ενδιαφέρον του Έλληνα φιλάθλου.

Στα εντός έδρας παιχνίδια της Εθνικής τότε, μοιράζονταν προσκλήσεις αφειδώς από την ΕΠΟ, με σκοπό να προωθηθεί το άθλημα και να (ξανα)πλησιάσει το κοινό την Εθνική ομάδα. Το ποδόσφαιρο στα μέσα της δεκαετίας του ’80 είναι στο peak του από πλευράς ενδιαφέροντος, ο κόσμος το έχει αγκαλιάσει όπως μαρτυρά και το ακατάρριπτο ρεκόρ εισιτηρίων τη σεζόν 1985/86 ενώ ακόμη και τα παιχνίδια πολύ υψηλής επικινδυνότητας όπως ο "τελικός του αιώνα" μεταξύ Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού, διεξάγονται χωρίς νεκρές ζώνες και κατάμεστο Ολυμπιακό Στάδιο, με τους οπαδούς δίπλα-δίπλα. Ο Παναθηναϊκός έχει φθάσει ακόμη και στα ημιτελικά του Πρωταθλητριών, ο Ολυμπιακός κέρδιζε πρωταθλήματα, δικαίωμα στο όνειρο είχαν όλοι όπως μαρτυρούν και οι κατακτήσεις τίτλων από ΠΑΟΚ και Λάρισα. Το κοινό διψούσε για ποδόσφαιρο και με το γνωστό ίδιον του λαού μας, ενθουσιαζόταν και απογοητευόταν πολύ εύκολα.

Ήταν φανερό ότι αυτό που έλειπε για να αγκαλιάσουμε και την Εθνική, ήταν μια επιτυχία. Και η επιτυχία ήλθε στο δυσκολότερο απ’ όλα τα παιχνίδια, στο ματς που οι κακεντρεχείς όταν ταξίδεψε η Εθνική, έβαζαν στοίχημα για το εύρος του σκορ: Ολλανδία – Ελλάδα.

Ανήμερα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου, η Ελλάδα πατάει το χόρτο του Ντε Κούιπ στο παγωμένο Ρόττερνταμ για να αντιμετωπίσει μια από τις πιο καλύτερες ομάδες που έβγαλε ποτέ η φημισμένη ολλανδική σχολή. Η Ολλανδία του μεγάλου Ρίνους Μίχελς ήταν πλήρης σε όλες τις γραμμές και απέδιδε ένα ποδόσφαιρο πολύ κοντά στο total football του εκκεντρικού και αυστηρού προπονητή της. Μπορεί να μην υπήρχε Κρόιφ, υπήρχαν όμως «τέρατα» όπως ο Μιούρεν, ο Γκούλιτ, ο Φαν Μπάστεν, ο Κούμαν, ο Ράικαρντ, ο Φαν Μπρόικελεν. Η Εθνική έμοιαζε χαμένη από χέρι.

Όταν "πάγωσε" το Άμστερνταμ

Θυμάμαι ήταν το πρώτο παιχνίδι που συζητούσαμε στο σχολείο, το πρώτο που ένωσε Παναθηναϊκούς, Ολυμπιακούς, ΑΕΚτζήδες, ΠΑΟΚτσήδες, με την ελπίδα για κάτι καλό απέναντι στο μεγαθήριο. Χωρίς να το πάρουμε είδηση, η Εθνική είχε μπει στη ζωή μας και περιμέναμε πως και πως να δούμε σε ζωντανή μετάδοση μορφές όπως ο Γκούλιτ και ο Φαν Μπάστεν. Το ματς είναι ένα παραμύθι: γίνεται το απίστευτο και η Εθνική προηγείται στο 6’.

Αυτή τη φορά δεν είναι ο (αρχηγός) Αναστόπουλος, αλλά ο ταχύτατος μεγάλος «μικρός» Δημήτρης Σαραβάκος. Βαθιά μπαλιά (πιο πολύ απομάκρυνση παρά πάσα) στην πλάτη της άμυνας των Ολλανδών και ο Σαραβάκος προλαβαίνει και Κούμαν και Φαν Μπρόικελεν πριν πλασάρει από μακριά και γράψει το 0-1. Ο Γιάννης Διακογιάννης που μεταδίδει το παιχνίδι για την ΕΡΤ, δεν το πιστεύει, οι διεθνείς πανηγυρίζουν σαν μικρά παιδιά εκείνο το γκολ, το ίδιο κι εμείς πίσω στην πατρίδα.

Οι υπερόπτες Ολλανδοί δείχνουν να αιφνιδιάζονται, το γήπεδο που περίμενε γκολ και θέαμα πιο πολύ τους αγχώνει παρά τους βοηθά και με 63 χιλιάδες Ολλανδούς να «μουρμουρίζουν» στην κερκίδα επειδή η μικρή Ελλαδίτσα προηγείται, οι Οράνιε εκνευρίζονται και επιτίθενται ανορθόδοξα. Στην Αθήνα βλέπουμε το ματς οικογενειακώς, όλοι κολλημένοι στην τηλεόραση «ντουλάπα» και ένα επιφώνημα ανακούφισης ακούγεται με τη λήξη του ημιχρόνου. Η Εθνική έχει κρατήσει το πολύτιμο γκολ και έχει δικαίωμα στο όνειρο, δικαίωμα στην ελπίδα που τόσο συναρπάζει την ιδιοσυγκρασία μας. Οι Ολλανδοί είναι τρελαμένοι, βγαίνουν στο δεύτερο ημίχρονο με λύσσα να ισοφαρίσουν και να ισοπεδώσουν την Εθνική. Εν μέρει τα καταφέρνουν και μετά την ισοφάριση του Φαν Μπάστεν στο 54’, η άμυνα της Εθνικής θα ζήσει εφιαλτικές στιγμές. Θα αντέξουμε όμως.

Το τελευταίο σφύριγμα του Ιταλού Κάρλο Λόνγκι θα βρει τους Έλληνες ένα κουβάρι στο παγωμένο Ρόττερνταμ, ενώ η ΕΡΤ ετοιμάζει έκτακτη εκπομπή με το Γιάννη Αργυρίου για το έπος του Ντε Κούιπ. Είναι η πρώτη φορά που θυμάμαι τον εαυτό μου να αγωνιά και να συμπάσχει με τους παίκτες της Εθνικής ομάδας, η πρώτη φορά που δεν με ένοιαζε ποιος έπαιζε που, γιατί κλήθηκε ο τάδε και όχι ο δείνα, γιατί δεν παίζει ο Σαργκάνης, γιατί αυτό, γιατί το άλλο. Είχε βοηθήσει και η αργία και η τηλεθέαση του παιχνιδιού πρέπει να ήταν από τις υψηλότερες όλων των εποχών. Δεν έβλεπα την ώρα να περάσει η νύχτα, να πάω στο σχολείο και να σχολιάσω το γκολ του Σαραβάκου και την ηρωική εμφάνιση μέσα στην Ολλανδία. Στα μάτια μου τους είχαμε πατήσει, αδιαφορούσα για τη σωρεία χαμένων ευκαιριών και το επιστημονικό catenaccio και απλώς ονειρευόμουν το καλοκαίρι να βλέπω και την Ελλάδα στα τελικά.

Εκείνη τη σεζόν, το πρωτάθλημα ήταν αλλόκοτο με απεργίες, τιμωρίες και λογής παλινωδίες, ενώ και η πολιτική κατάσταση ήταν εξαιρετικά κρίσιμη με τη χώρα να βρίσκεται στα πρόθυρα πολέμου με την Τουρκία, κατόπιν έντονων τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο ( με αποκορύφωμα το τουρκικό ερευνητικό πλοίο Πίρι Ρέις που περνά από τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη και τη Θάσο και βρίσκεται δώδεκα ναυτικά μίλια από τις ακτές του Άθω στις 19 Μαρτίου 1987).

Αποκούμπι σε όλα αυτά η Εθνική ομάδα, η οποία είχε βρει το «παράθυρο» που χρειαζόταν για να συσπειρώσει τον κόσμο και να (ξανα)αγαπηθεί από τον Έλληνα φίλαθλο υψώνοντας το φρόνημα.

"Η μητέρα των μαχών" με Πολωνία

Έτσι, το παιχνίδι εναντίον της Πολωνίας ένα μήνα αργότερα στο ΟΑΚΑ, αποκτά χαρακτήρα "μητέρας των μαχών".

Οι εφημερίδες αρχίζουν και «παίζουν» Εθνική όχι μόνο δύο μέρες πριν το παιχνίδι, στα καφενεία και την τηλεόραση πιο πολύ ενδιαφέρει εάν ο Αναστόπουλος θα είναι έτοιμος στο ματς με τους Πολωνούς, παρά αν θα μπορέσει να παίξει με τον Πανιώνιο για να προκριθεί ο Ολυμπιακός στο Κύπελλο. Ο Σαραβάκος που κάνει μέτρια σεζόν στον Παναθηναϊκό, στα ματς της Εθνικής είναι συγκεντρωμένος και on fire, γενικώς για έναν μήνα επικρατεί παροξυσμός για το ματς της Εθνικής.

Ήδη από το τέλος του ματς με τους Ολλανδούς, το ξεκαθαρίζω στους δικούς μου ότι αυτό το ματς δε χάνεται και ως δώρο γενεθλίων θέλω να με αφήσουν να το παρακολουθήσω από κοντά. Ο πατέρας μου γελώντας μου απαντά ένα ξερό «θα δούμε», έτσι για να αφήσει τη φλόγα να σιγοκαίει μέχρι τα τέλη Απριλίου. Εννοείται ότι δεν μου χάλασε χατήρι και ευτυχώς που πρόλαβε και εξασφάλισε νωρίς εισιτήριο γιατί πριν το ματς κυριαρχεί εθνικός ξεσηκωμός. Περήφανος στο σχολείο ενημερώνω συμμαθητές και καθηγητές ότι «θα είμαι μέσα» και πράγματι το βράδυ της 29ης Απριλίου του 1987, είμαστε εκεί, στη θύρα 20, σε ένα Ολυμπιακό Στάδιο που προσωπικά δεν το θυμόμουν άλλη φορά γεμάτο σε αγώνα της Εθνικής. Το γήπεδο έχει πάνω από 70 χιλιάδες κόσμο, όλοι χαμογελαστοί και με πίστη στην ομάδα. Οι Πολωνοί του Σμόλαρεκ δεν τρομάζουν πια όπως στην πρεμιέρα του ομίλου και ο Μίλτος Παπαποστόλου δίνει το σύνθημα επιλέγοντας μια επιθετική ενδεκάδα, παρά τις αντίθετες βουλές του Τύπου που επιθυμούσε πιο «συντηρητική» προσέγγιση στο ματς.

Το έκανε ξανά

Η Ελλάδα παρατάσσεται με Θεολόγη Παπαδόπουλο, Αλαβάντα, Βαμβακούλα, Μανωλά, Μίχο, Μπονόβα, Αντωνίου, Κωφίδη, Σκαρτάδο, Σαραβάκο και Αναστόπουλο. Στην πορεία μπήκαν και ο Πέτρος Ξανθόπουλος με το Λάκη Παπαϊωάννου. Θυμάμαι σαν χθες το άγχος για το γκολ που δεν ερχόταν, τη θέρμη του κοινού που έσπρωχνε την Εθνική ακόμη κι όταν δεν έβγαινε τίποτα στο χόρτο. Το ματς είναι κακό, από μνήμης συγκρατώ ένα μακρινό σουτ του Βαμβακούλα που έφυγε σύριζα άουτ, πριν το γκολ του Σαραβάκου στις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου. Ήταν από την πλευρά που καθόμουν, ο Δημήτρης πήρε τη μπάλα κάπου διαγώνια δεξιά και έκανε ένα ασυνήθιστο για την καριέρα του σουτ με το εξωτερικό. Τα φάλτσα ξεγέλασαν τον Καζιμιέρσκι και η μπάλα τίναξε το πλεχτό. Χαμός!

Αργότερα, βλέποντας και ξαναβλέποντας το γκολ, είναι εμφανής η γκάφα του Πολωνού κίπερ που πέρασε κι από τον Ολυμπιακό και αποδείχτηκε ότι είχε πρόβλημα όρασης αφού έπασχε από πολύ υψηλή μυωπία. Το μόνο που δεν μας ένοιαξε τότε είναι να δικαιολογήσουμε τον Καζιμιέρσκι.

Η Ελλάδα νίκησε με 1-0 και από το πουθενά γίνεται το πρώτο φαβορί για πρόκριση στα τελικά. Η νίκη πανηγυρίζεται δεόντως, η Εθνική πλέον περνάει κερδίζοντας την Ουγγαρία που «την έχουμε» και παίρνοντας μια ισοπαλία με την Ολλανδία τελευταία αγωνιστική εντός έδρας, θα είναι στα τελικά. Η αισιοδοξία είναι στα ύψη, ο ενθουσιασμός παρά τη διακοπή μέχρι το επόμενο παιχνίδι, καλά κρατεί. Η σεζόν τελειώνει, Πρωταθλητής ο Ολυμπιακός, Κυπελλούχος ο ΟΦΗ και μαζί τελειώνει και το σχολείο. Ραντεβού το Σεπτέμβριο, μετά τις διακοπές.

Η επιτυχία του Ευρωμπάσκετ

Πριν προλάβει να βγει ο Ιούνιος, η Ελλάδα ζει το απόλυτο με την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ από την Εθνική ομάδα και μετά από μια πολύ δύσκολη χρονιά, οι Έλληνες έχουν κάθε δίκιο να πανηγυρίζουν.

Το καλοκαίρι από τον Ιούλιο και μετά είναι πολύ δύσκολο γενικά για τη χώρα, με τη Νότια Ελλάδα να ζει δραματικές στιγμές εξ αιτίας του θανατηφόρου καύσωνα που στοιχίζει τη ζωή σε εκατοντάδες συμπατριώτες μας, αλλά η ζωή συνεχίζεται.

Στο ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι, το καλοκαίρι είναι ταραχώδες και δεσπόζει η αποχώρηση του Νίκου Αναστόπουλου από τον Ολυμπιακό για την Αβελλίνο, έναντι του ποσού των 52 εκατομμυριών δραχμών. Ψιθυρίζεται ήδη ότι ο μεγαλοεπιχειρηματίας και εκδότης Γιώργος Κοσκωτάς προτίθεται να αγοράσει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών του Πρωταθλητή Ολυμπιακού και ξεκινά ένα συναρπαστικό πρωτάθλημα.

Στο βάθος του μυαλού έχουμε όλοι την Εθνική ομάδα και η πίστη Τύπου και επαϊόντων, είναι ότι «καθαρίζουμε» με τους ήδη αποκλεισμένους Ούγγρους και τα παίζουμε όλα για όλα με τους Ολλανδούς το Δεκέμβριο. Ο κόσμος παρασυρόμενος και από το κλίμα του μπάσκετ, έχει ήδη προεξοφλήσει την επιτυχία στη Βουδαπέστη και όλοι περιμένουν το βράδυ της 14ης Οκτωβρίου για μια ακόμη εθνική επιτυχία. Η ΕΠΟ θεσπίζει πριμ-μαμούθ υπακούοντας τις επιταγές της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Αθλητισμού και όλοι αισθανόμαστε ξαφνικά ποδοσφαιρική υπερδύναμη που θα κερδίσουμε για πλάκα τους Μαγυάρους στην έδρα τους. Κατά την αποχώρηση της Εθνικής στο αεροδρόμιο, ο Παπαποστόλου δηλώνει ότι οι στιγμές είναι ιστορικές και ότι παίζουν όλοι την καριέρα τους σε αυτό το ματς.

Η αλησμόνητη νύχτα

Η αποστολή αναχωρεί μετά βαΐων και κλάδων και έρχεται η ώρα του μεγάλου ματς στο Νεπ Στάντιον,

Οι Ούγγροι δεν έχουν υψώσει τους τόνους ούτε κατ΄ ελάχιστον, περιμένουν την Εθνική με το μαχαίρι στα δόντια αφού διαθέτουν ποδοσφαιριστές που γνωρίζουν την ελληνική πραγματικότητα όπως ο Μάρτον Εστερχάζι που αγωνίζεται στην ΑΕΚ και ο εγωισμός τους επιτάσσει να παίξουν για την αξιοπρέπειά τους.

Εκείνη η νύχτα της Τετάρτης θα μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μου, τόσο καλά που είχα φροντίσει πριν προκύψει το ντεμπούτο του Σέρχιο Μαρκαριάν στη Βουδαπέστη, να την κρύψω όσο καλύτερα γίνεται. Σχεδόν ολόκληρη η Ελλάδα είναι μπροστά στους τηλεοπτικούς δέκτες της, στο δρόμο δεν κυκλοφορεί ψυχή όταν ο Δυτικογερμανός (τότε) Ντίτερ Πάουλι σφυρίζει την έναρξη του αγώνα, αλλά η Εθνική ομάδα είναι σαν να απουσιάζει από το γήπεδο.

Αυτό που ζούμε στο πρώτο τέταρτο του αγώνα δεν έχει προηγούμενο και δύσκολα θα το ξαναζήσουμε. Η Ουγγαρία επιτίθεται κατά κύματα και πιέζει την Ελλάδα ανελέητα. Θα βρει το πρώτο γκολ όταν ο Παπαδόπουλος θα αποκρούσει το πρώτο πλασέ του Κίπριχ και ο Λάγιος Ντέταρι σαν τρέιλερ θα σπρώξει τη μπάλα στα δίχτυα από το ύψος του πέναλτι. «Δεν πειράζει, μπορούμε», σκέφτηκα. Όχι απλώς δεν μπορέσαμε, αλλά κάναμε ίσως μια από τις πιο εξευτελιστικές εμφανίσεις όλων των εποχών σε ημίχρονο. Η Εθνική παραπαίει, δεν περνούν επτά λεπτά και ο Κίπριχ βγάζει την τέλεια πάσα στον Μπόγκναρ, εκείνος την «τσιμπάει» την κατάλληλη στιγμή και την περνά πάνω από το σώμα του Θεολόγη. «Δεν είναι δυνατόν, πρέπει να αντιδράσουμε». Όχι απλώς δεν αντιδρούμε αλλά δεχόμαστε και τρίτο γκολ πριν καν βγει το πρώτο τέταρτο. Κόρνερ ο Ντέταρι, κεφαλιά ο Μέσαρος, 3-0. Οι Ούγγροι μας κάνουν πλάκα.

Ταπεινωτική ήττα και κατακραυγή

Η Εθνική είναι τόσο απογοητευτική και τόσο κατώτερη των προσδοκιών που δεν «ξυπνάει» ούτε μετά τους τσαμπουκάδες του Μητρόπουλου. Συνηθισμένος από την ασυλία στην Ελλάδα, ο Τάσος επιδίδεται σε μια άνευ προηγουμένου επίδειξη «μαγκιάς» και αποβάλλεται με συνοπτικές διαδικασίες όταν «κλαδεύει» τον Χάιζαν και κατόπιν ζητά και το λόγο από τον Πάουλι. Η εμφάνιση είναι εξοργιστική, είμαστε ένα συνοθύλευμα που περιφέρει το σαρκίο του στο βουκολικό τεραίν του Νεπ Στάντιον. Η απογοήτευση στα μάτια μου συγκρίνεται μόνο με εκείνη του παιδιού που χάνει το αγαπημένο του παιχνίδι. Το σοκ είναι τεράστιο και η Εθνική μπαίνει στο χρονοντούλαπο. Όπως ενθουσίασε έναν ολόκληρο λαό και τον συσπείρωσε σε μια δύσκολη συγκυρία, έτσι τον συσπειρώνει και εναντίον της λόγω της απαράδεκτης εμφάνισής της στη Βουδαπέστη.

Στο ματς εννοείται δεν αλλάζει σχεδόν τίποτα, οι Ούγγροι βγαίνουν στο δεύτερο ημίχρονο και κάνουν πασούλες, ενώ στα δημοσιογραφικά γραφεία και στα σπίτια το ανάθεμα είναι πρωτάκουστο. Το ματς τελειώνει εντελώς διαδικαστικά με τους Μαγυάρους να σέβονται το γεγονός ότι αγωνιζόμαστε με παίκτη λιγότερο και να μας χαρίζουν ουσιαστικά το τιμητικό 3-0. Εάν οι Ούγγροι συνέχιζαν να πιέζουν, ο διασυρμός θα έφερνε στο μυαλό αλλοτινές εποχές με 6άρες, 7άρες και 8άρες. Αυτό που ακολουθεί μετά το ματς, δεν το είχα ξαναζήσει σε αγώνα που αφορούσε την Εθνική ομάδα. Ακόμη και πολιτικές εφημερίδες εκφράζουν πρωτοσέλιδα την οργή τους, το Έθνος βγαίνει με τίτλο «Μίλτο – παίκτες, η καριέρα σας τελείωσε» και η ΕΠΟ αποφασίζει να ξηλώσει τους πάντες και τα πάντα.

Ο κόσμος βράζει με τον Παπαποστόλου, με το Μητρόπουλο, με το Θεολόγη Παπαδόπουλο, με όλους. Ο Μίλτος απολύεται σχεδόν στο αεροπλάνο της επιστροφής και αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει το υπόλοιπο των υποχρεώσεων ο Αλέκος Σοφιανίδης, οι κραυγές για ανανέωση είναι μαζικές και το κοινό απαιτεί να πέσουν κεφάλια.

Εν ανάγκη να παίξουν στη θέση των διεθνών οι πιτσιρικάδες της Ελπίδων που εκείνη τη σεζόν τα πήγαιναν θαυμάσια και «χαιρόταν ο κόσμος να τους βλέπει». Η υπερβολή και η αμετροέπεια είναι απίστευτη και διαρκεί τυολάχιστον 2 βδομάδες. Στο σχολείο ξαναθυμηθήκαμε τις ομάδες του ο καθένας, ευτυχώς πολύ γρήγορα η επικαιρότητα αφορούσε την πορεία του Παναθηναϊκού στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, την αλλαγή ιδιοκτησιακού στον Ολυμπιακό, τη θαυμάσια πορεία μιας «αγνής» επαρχιακής ομάδας όπως η Λάρισα.

Ο ξαφνικός έρωτας έγινε απέχθεια

Σβήσαμε από το σκληρό δίσκο την Εθνική και ο ξαφνικός έρωτας έγινε απέχθεια. Η ΕΠΟ αποφάσισε να (ξανα)μετατρέψει την ομάδα σε υπόθεση ολίγων, συγγενών και φίλων. Δεν τόλμησε να ορίσει το παιχνίδι με την Ολλανδία σε Αθήνα ή Θεσσαλονίκη, επιλέγοντας τη Ρόδο. Η Εθνική με 3μισι χιλιάδες κόσμο στις κερκίδες του ποδηλατοδρομίου της Ρόδου, έχασε με 3-0 στο ρελαντί από την Ολλανδία, χωρίς ούτε έναν ποδοσφαιριστή από εκείνους που αγωνίστηκαν στο Νεπ Στάντιον να μετέχει στην αποστολή.

Οι εφημερίδες και η τηλεόραση επέστρεψαν στα μονόστηλα και στην απλή αναφορά των σκορ. Η «ανανέωση» (χωρίς πλάνο, χωρίς λογική, απλώς για να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα και να εξατμιστεί η λαϊκή οργή) δεν πέτυχε ούτε κατά διάνοια, αφού τρεις μήνες αργότερα η Ελλάδα πάλι μεταξύ συγγενών και φίλων διασύρεται με 0-4 από τη Σοβιετική Ένωση σε φιλικό αγώνα στο ΟΑΚΑ.

Θα χρειαστεί να περάσουν 6 χρόνια για να ξαναζεσταθεί ο κόσμος με την Εθνική ομάδα, το ίδιο κι εγώ που ομολογώ ότι μετά από εκείνο το εφιαλτικό τέταρτο της Βουδαπέστης είχα κρυώσει τόσο πολύ που δεν χάρηκα καν όσο θα έπρεπε την πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994. Κι εκεί όμως η προσγείωση ήταν τόσο ανώμαλη και καλύτερα που απέφυγα να «παραμυθιαστώ». Μεγαλώσαμε με μια Εθνική ομάδα κατ΄ εικόνα και καθ’ ομοίωση της δεκαετίας του ’80, της δεκαετίας της υπερβολής και της ισοπέδωσης, της δεκαετίας του κιτς και της ανύπαρκτης αισθητικής. Την Εθνική ομάδα δεν την αγάπησα γιατί με πλήγωσε τόσο πολύ εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη του 1987, που από μέσα μου έβγαινε μόνο άρνηση.

Συγκίνηση και πάλι

Άλλωστε μαζί με τους συνομήλικους, hot είχε γίνει το μπάσκετ και τη θέση του Αναστόπουλου, του Μανωλά και του Σαραβάκου, πήραν ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, ο Χριστοδούλου και ο Πρέλεβιτς. Ποιος να το φανταζόταν, ότι 17 ολόκληρα χρόνια μετά το στραπάτσο της Βουδαπέστης, η Εθνική ομάδα θα με έκανε να δακρύσω από συγκίνηση, άντρα πια στη άλλη άκρη της γης. Με τους διπλανούς να μην καταλαβαίνουν για ποιο λόγο χαμογελάω κάθε μέρα και σιγά σιγά να μαθαίνουν να προφέρουν το δύσκολο για αυτούς όνομα του Charisteas.

Και δεν είναι τυχαία η επιλογή του Άγγελου, διότι κι εγώ όπως και η πλειοψηφία των Ελλήνων, το Χαριστέα έβριζα πιο πολύ απ’ όλους και το Χαριστέα χαρακτήριζα «άμπαλο» και ως την πλέον ακατανόητη επιλογή του Ρεχάγκελ. Μέχρι που εκτός από την εστία του Ρικάρντο, βούλωσε και το δικό μου στόμα. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία...

Διαβάστε ακόμη:

Το ντοκιμαντέρ του BBC για την ξεφτίλα του 1994

Μηχανή του χρόνου ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Η 'ασυγχώρητη' από τους Ρωμαίους παρθενία των Χριστιανών και η ποινή του δημόσιου βιασμού

Γιατί οι Ρωμαία αντιμετώπισαν την παρθενία των γυναικών που ασπάστηκαν το Χριστιανισμό ως μέγα εχθρό. Ο δήμιος αναλάμβανε την εκτέλεση του δημόσιο βιασμού τους ή ακόμη και ο ίδιος ο αυτοκράτορας

Σχόλια

 

Επιλογές

ΤΟ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΝΤΕΡΝΕΤ