6 χρόνια Βαγγέλης Μαρινάκης

O Zastro κάνει Photostop στη ζωή του Βαγγέλη Μαρινάκη. Τα χρόνια πριν τον Ολυμπιακό, αλλά και όσα έχει πετύχει ως πρόεδρος των "ερυθρόλευκων".

6 χρόνια Βαγγέλης Μαρινάκης

Ο Μιλτιάδης συνήθως ήταν «βαρύς», κλειστός και λιγομίλητος. Αυτή τη φορά όμως ανέβαινε τα σκαλιά στο Καραϊσκάκη με χαμόγελο στα χείλη, χαιρετούσε τους γνωστούς γύρω του, άλλωστε όλοι στα μάρμαρα είχαν έναν καλό λόγο για τον Κρητικό που έγινε Πειραιώτης μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Από το χέρι κρατούσε το μοναχοπαίδι του, το 12χρονο Βαγγέλη που πετάριζε κάθε που ο πατέρας του έγνεφε ότι θα τον πάρει μαζί να δουν τον Ολυμπιακό. Ξεκινούσαν από τη Μαρίνα Ζέας, η διαδρομή έμοιαζε με πομπή, ήταν σαν ιεροτελεστία, διότι για το Μιλτιάδη το ποδόσφαιρο και ο Ολυμπιακός ήταν κάτι σαν ιερουργία. Είχε ζήσει τη θρυλική ομάδα του Μπούκοβι που τόσο άκομψα διέλυσε η χούντα, είχε θαυμάσει τον παντοδύναμο Ολυμπιακό του Γουλανδρή, ονειρευόταν έναν Ολυμπιακό κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση δική του, σκληρό, δυνατό, παθιασμένο, με λίγα λόγια και πολλά έργα.

ΑΠΟ ΠΑΤΕΡΑ ΣΕ ΓΙΟ

Γι’ αυτό άλλωστε συμμετείχε εξ αρχής στο εγχείρημα της ομάδας εφοπλιστών που ασχολήθηκαν με τη σύσταση της ΠΑΕ, που αποφάσισαν να βγάλουν τον Ολυμπιακό από το τέλμα και να του δώσουν υπόσταση. Με επικεφαλής το Σταύρο Νταϊφά και συνοδοιπόρους όπως ο Νομικός, ο Χανδρής, ο Γουρδομιχάλης, ανθρώπους από πολύ δυνατές εφοπλιστικές οικογένειες, ο Ολυμπιακός (και) του Μιλτιάδη Μαρινάκη αναμενόταν να κάνει θραύση μετά το διάλειμμα της απόλυτης κυριαρχίας της μεγάλης ΑΕΚ του Λουκά Μπάρλου. Έτσι ακριβώς έγινε, ο Ολυμπιακός «της ομάδα εφοπλιστών» όπως αρέσκοντο να λένε και να γράφουν άπαντες εκείνη την εποχή, μπούκαρε στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο και σάρωσε τους τίτλους, κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα σερί, τα δύο μάλιστα αντρίκεια και παληκαρίσια στα μπαράζ του Βόλου.

 

Ο Μιλτιάδης σε εκείνα τα μπαράζ ήταν παρών, πάντοτε προσπαθούσε να είναι παρών και όποτε το έκρινε σώφρον, έπαιρνε μαζί του και το Βαγγέλη. Ελάχιστοι γνωρίζουν και θυμούνται ότι το περίφημο ματς του «Δέδε, του Βουράκη και του Ζλατάνου» με τα τρία πέναλτι, ο Μιλτιάδης Μαρινάκης το παρακολούθησε ως γενικός αρχηγός από τον πάγκο και ο Βαγγέλης σε ηλικία 15 ετών βρισκόταν λίγα μέτρα πίσω του, στην εξέδρα. Ο Βαγγέλης παρατηρούσε τον πατέρα του να ξιφουλκεί κατά Βαρδινογιάννη και του τότε ΓΓΑ Κίμωνα Κουλούρη στο τρίτο ημίχρονο του επεισοδιακού παιχνιδιού, αλλά με κόσμιο και πολιτισμένο τρόπο. Ο Μιλτιάδης Μαρινάκης παρά το σκυθρωπό παρουσιαστικό, ήταν ένας άνθρωπος ευγενής, ντόμπρος, με καθαρότητα σκέψης και λόγου.

Προσπάθησε να μεταλαμπαδεύσει και στο μοναχογιό του τα ίδια ιδανικά και τις ίδιες αξίες κι εκείνος και η Ειρήνη Καρακατσάνη, η σύζυγός του, ήθελαν ο Βαγγέλης να διαφέρει από τα υπόλοιπα παιδιά των εφοπλιστών, να μην είναι καταδικασμένος να ζει σε μια γυάλα, να συναναστρέφεται μόνο παιδιά της τάξης του και να αποκτήσει λανθασμένη άποψη για τον πραγματικό κόσμο. Γι’ αυτό το Βαγγέλη δεν τον έπαιρνε μαζί του μόνο στο γήπεδο, αλλά με κάθε ευκαιρία τον άφηνε να παρατηρεί λογής συνδιαλλαγές και συναναστροφές. Τον έπαιρνε μαζί στα Ναυπηγεία, στα χυτήρια, στην αγορά, σε επαγγελματικά ταξίδια, σε πολιτικές συναντήσεις. Γιατί εκτός των άλλων, ο Μιλτιάδης ήταν και πολιτικοποιημένος, επί σειρά ετών δημοτικός σύμβουλος στο δήμο Πειραιά και προσωπικός φίλος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη παλαιόθεν, από τις εποχές που οι πολύ παλιοί λένε ότι πίνανε ρακές στην Κρήτη.

ΚΑΘΑΡΟΣ ΚΑΙ ΝΤΟΜΠΡΟΣ

Η καθαρότητα και η ντομπροσύνη του Μιλτιάδη είχε φανεί και σε πάμπολλες περιπτώσεις στην ενασχόλησή του με τον Ολυμπιακό. Ήταν εκ των ελάχιστων διοικητικών παραγόντων που εναντιώθηκαν στην πρόθεση του Νταϊφά να πουλήσει τον Ολυμπιακό στο Γιώργο Κοσκωτά, αργότερα όταν εμφανίστηκε ο Σαλιαρέλης, μαζί με το Νίκο Ευθυμίου είχαν κυνηγήσει δια της νομικής οδού και τον ορισμό της διοίκησης «ρουμπίνια» στο πρωτοδικείο, έπαψε να ασχολείται τελειωτικά, όταν η υπόθεση χάθηκε και ο Αργύρης ανέλαβε την ομάδα με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Η αγάπη για τον Ολυμπιακό ήταν παθολογική και μοιραία πέρασε και στο Βαγγέλη, ο οποίος προϊόντος του χρόνου και αφού σπούδασε και εργάστηκε, επέστρεψε για να αναλάβει τις οικογενειακές επιχειρήσεις.

 

Παρέλαβε τη Vanimar με λίγα βαπόρια, την μετέτρεψε σε αυτοκρατορία κι ας άλλαξε η ονομασία. Στα πιο παραγωγικά χρόνια της ζωής του και εν μέσω σπουδών στο Λονδίνο, θρυλικών βραδιών (μερικών εκ των οποίων παρέα με το Νικόλα Πατέρα) και σκληρής δουλειάς, ο Βαγγέλης Μαρινάκης παρέλαβε έναν στόλο οκτώ πλοίων και τον μετέτρεψε σε μια μίνι αυτοκρατορία. Πάντοτε είχε μέσα του το μικρόβιο του Ολυμπιακού, δεν ξεχνούσε το συναίσθημα που ένιωσε πιτσιρικάς όταν κρατώντας το χέρι του πατέρα του ανέβηκε τα σκαλιά στο Καραϊσκάκη και θαμπώθηκε από το μεγαλείο. Είναι πολύ διαφορετικό να έχεις «μεγαλώσει» σαν Ολυμπιακός από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 κι έπειτα, οι νεότεροι δεν το αντιλαμβάνονται, δεν έχουν γνωρίσει την ομάδα σε όλες τις εκφάνσεις της, δεν την έχουν δει «να κάνει κύκλο».

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΒΟΛΕΪ

Ήδη από το 2005, ο 38χρονος Βαγγέλης ασχολείτο ενεργά με τον Ολυμπιακό. Είχε αναλάβει το βόλεϊ, βοηθούσε οικονομικά και το ανδρικό και το γυναικείο τμήμα, ουσιαστικά έχτισε το «Μελίνα Μερκούρη», ένα κλειστό γυμναστήριο που κατέρρεε, από την αρχή. Το όνομά του το πρωτοακούσαμε το 2004 όταν εμφανίστηκε ως επίδοξος αγοραστής του μπασκετικού Ολυμπιακού, η ιστορία αφηγείται ότι με το Σωκράτη Κόκκαλη δεν ταίριαξαν ποτέ, δεν «κολλούσαν» ως άνθρωποι, δεν υπήρχε δίαυλος επικοινωνίας και γι’ αυτό οι όποιες διαπραγματεύσεις δεν τελεσφόρησαν. Πολλοί ισχυρίζονται ότι εξ αιτίας εκείνης της άρνησης ουσιαστικά του Κόκκαλη, ο Βαγγέλης «μπούκαρε» στο βόλεϊ, βοήθησε το πόλο και μετά προκάλεσε πάταγο με τη μεταγραφή του Μίλκοβιτς.

Λίγοι τον ήξεραν και μπορούσαν να τον αποκρυπτογραφήσουν τότε το Βαγγέλη, ο τίτλος «εφοπλιστής» δεν απέδιδε την εικόνα, εκείνη την εποχή της γενικότερης νιρβάνας, στην Ελλάδα όλοι παρουσιάζονταν ως πλούσιοι, παρουσίαζαν πάντα κάτι παραπάνω από αυτό που πραγματικά ήταν. Είναι μια από τις μεγαλύτερες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας αυτή η επίπλαστη πραγματικότητα, αυτό το άκρως ελληνικό και απαράδεκτο «πουλάω αέρα», αλλά ας μην μακρηγορούμε και πλατειάζουμε. Ο Μαρινάκης δεν άνηκε και δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία. Είναι πραγματικός εφοπλιστής, αληθινός πλούσιος. Από το 1999 που ο Μιλτιάδης έφυγε από τη ζωή και πήρε στα χέρια του τις δουλειές, ίδρυσε την Capital Maritime & Trading, την απογείωσε σε τέτοιο βαθμό ώστε να εισαχθεί στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, να κάνει expand στο real estate, στους τομείς της ενέργειας, παντού.

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΓΝΩΣΤΟΣ

Το όνομα Μαρινάκης δεν ήταν άγνωστο στους κύκλους που μετρούσαν, μπορεί να μην υπήρχε η προβολή και η δημοσιότητα των ανθρώπων που ασχολούνταν με το ποδόσφαιρο, αλλά όπως αποδεικνύεται, το ποδόσφαιρο πιο πολύ χαλάει παρά φτιάχνει ανθρώπους και υπολήψεις. Όταν από τα τέλη του 2009 πρωτοακούστηκε το όνομά του ως διάδοχη κατάσταση στην ΠΑΕ Ολυμπιακός, η αντίδραση ανθρώπου που γνωρίζει πολύ καλά το Σωκράτη Κόκκαλη ήταν ένα ξερό «αποκλείεται να τη δώσει στο Βαγγέλη». Δεν σήκωνε περαιτέρω διευκρινήσεις η βεβαιότητα και το ύφος, δεν έγινε ποτέ κατανοητό το γιατί ειπώθηκε εκείνη η ατάκα ένα βράδυ στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν ομως εντυπωσιακό ότι ο Βαγγέλης, against all odds που λένε και οι αγγλομαθείς όπως ο ίδιος, τον Ολυμπιακό κατάφερε και τον πήρε. Με κόπο, πολιτική και λεφτά. Πολλά λεφτά. Διότι μπορεί ο Socrates να είναι ο πιο επιτυχημένος Πρόεδρος της ομάδας μαζί με το Νίκο Γουλανδρή, αλλά τον Ολυμπιακό τον παρέδωσε «στεγνό», με έσοδα προεισπραγμένα, με προπονητή το Λίνεν και σταρ το Ντιόγο. Αυτά είναι τα γνωστά.

 

Τα λιγότερο γνωστά είναι πως ο Ολυμπιακός είχε (πάρα πολλές) ανοιχτές υποθέσεις, μια από τις οποίες (η εκκρεμοδικία με τα χρέη της Τράπεζας Κρήτης που επανήλθε και πρόσφατα στη δημοσιότητα) αποτελεί ακόμη και σήμερα αγκάθι για τα οικονομικά του συλλόγου, ενώ και η οικονομική κρίση σε συνδυασμό με όρους δανείων που συνάφθηκαν προ μνημονίων, καθιστούσαν την ενασχόληση με την ΠΑΕ σχεδόν τρέλα. Προσθέστε και το «Καραϊσκάκης», τα ποσοστά, το Λαυρεντιάδη, την καλώς ή κακώς εχθρική διάθεση του φίλαθλου κοινού εναντίον του δυνάστη Ολυμπιακού και καταλήγουμε σε ένα σχεδόν θανατηφόρο κοκτέηλ, έναν Ολυμπιακό που ως εταιρεία είχε ανάγκες μίνιμουμ 10 εκατομμυρίων άμεσα απαιτητών και λογής διακανονισμούς άνω των 90 εκατομμυρίων.

ΤΟΝ ΠΗΡΕ ΤΑΠΕΙΝΩΜΕΝΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΞΥΨΩΣΕ

Ο Μαρινάκης ανέλαβε τον Ολυμπιακό ταπεινωμένο, εκτός Ευρώπης, χωρίς έσοδα, χωρίς αξιόλογο ρόστερ. Επένδυσε με όλη τη σημασία της λέξης, σχεδόν άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του. Ήταν ακριβώς 18 Ιουνίου του 2010, σαν σήμερα. Μόνο που έξι χρόνια μετά, η κατάσταση – που ήταν ζοφερή και δεν είναι παράταιρο να το διαπιστώσει κανείς – έχει αντιστραφεί εντελώς. Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Μαρινάκης φρόντισε να «ξαναπάρει τα κόζα». Ξεκαθαρίζω ότι με το συγκεκριμένο κομμάτι δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθούμε διότι θα το κρίνουν άλλοι αρμοδιότεροι ημών. Η καφενειακού επιπέδου αντιπαράθεση είναι ίδιον άλλων, ως προσωπική άποψη κατατίθεται απλώς η κοινή διαπίστωση πως η επιβολή στο χώρο του ελληνικού ποδοσφαίρου επιτυγχάνεται μόνον εάν λερώσεις και τα χέρια σου.

Ο Βαγγέλης ανέλαβε και έχω την αίσθηση πως εν μέσω κρίσης εκμεταλλεύτηκε όλα τα ατού του brand Ολυμπιακός. Εν πρώτοις επένδυσε, διότι απ’ εκεί ξεκινούν όλα. 19 παίκτες έγραψε το κοντέρ την πρώτη σεζόν, όλοι θυμούνται τον Άλμπερτ Ριέρα (που εξελίχθηκε σε τεράστιο flop) αλλά λησμονούν πως λίγο πριν ανακοινώσει ο ΓΑΠ στο Καστελόριζο την προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Ολυμπιακός έφερνε στην Ελλάδα το Ρόμενταλ, τον Πάντελιτς, το Φουστέρ, τον Ουρτάδο, τον Ιμπαγάσα. Άλλοι πρόσφεραν, άλλοι όχι, άλλοι έκαναν μόνο φίλους και φεύγοντας συγκίνησαν φίλους κι αντιπάλους όπως ο Νταβίντ. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι από την πρώτη χρονιά, από την πρώτη στιγμή, το σύνθημα ήταν σαφές: ο Ολυμπιακός επιστρέφει μετά το πάρα πολύ μικρό διάλειμμα του Παναθηναϊκού.

Και το μήνυμα ήταν πιο ηχηρό από ποτέ διότι μαζί με τους ποδοσφαιριστές και τις μεταγραφές που είναι το όπιο του λαού και πολύ παραπάνω των οπαδών του Ολυμπιακού, ο Μαρινάκης ταξίδεψε, συνάντησε και συμφώνησε και με τον Ερνέστο. Κυριολεκτικά the importance of being Earnest που έλεγε και ο Ουάιλντ. Ο Βαλβέρδε ήταν η σαφής ένδειξη ότι ο Βαγγέλης από τα χρόνια δίπλα στο Μιλτιάδη, καταλάβαινε από ποδόσφαιρο, αντιλαμβάνεται το παιχνίδι, δεν είναι η τυπική περίπτωση του κροίσου που αγοράζει και μια λαοφιλή ομάδα για «ασπίδα» ή επειδή σε αυτούς τους κύκλους ένα club εντάσσεται στην κατηγορία nice o have. Ο Μαρινάκης ξέρει πολύ περισσότερο το γενικότερο business ποδόσφαιρο απ’ όσο νομίζαμε τότε. Διότι την έλλειψη εσόδων και το χαμηλό status του ελληνικού προϊόντος, το αντιπαρήλθε μετατρέποντας τον Ολυμπιακό από ένα club εσωτερικής κατανάλωσης, σε έναν ευρωπαϊκού προφίλ σύλλογο, με προγραμματισμό, σχέδιο, συγκεκριμένες απαιτήσεις.

Κάποτε επιφανείς ολυμπιακοί, ακόμα και διοικητικά στελέχη επαναδιατύπωναν την άποψη πως «αυτό που μας ενδιαφέρει είναι τι γίνεται στο εσωτερικό». Ήταν η εποχή που οπαδοί με γκεμπελικές μεθόδους από τηλεοράσεως, γέμιζαν το κεφάλι κάποιων άλλων οπαδών του Ολυμπιακού με φράσεις όπως «το Μάιο μετράει ποιος θα είναι καλά» και υποτιμητικές εκφράσεις τύπου «πορείες κάνει και το ΠΑΜΕ» για τις επιτυχίες (κυρίως) Παναθηναϊκού και ΑΕΚ στην Ευρώπη. Αυτός δεν ήταν ο Ολυμπιακός του Μαρινάκη, μπορεί να ήταν ο Ολυμπιακός του Κόκκαλη ή ο Ολυμπιακός του Σάββα, του Μαρινάκη πάντως δεν ήταν με τίποτα. Ο Βαγγέλης αντιλαμβάνεται ότι η Ελλάδα και το εσωτερικό είναι μόνο το ζην, το ευ ζην είναι το champions league και οι σύγχρονες δομές του ποδοσφαίρου ως business.

 

Δεν είναι μυστικό και έχει ειπωθεί πολλάκις ότι όλες οι στρατηγικές κινήσεις Μαρινάκη ανά τις σεζόν, παραπέμπουν στο συμπέρασμα πως ο Ολυμπιακός έπρεπε – και έγινε – selling club. Αυτό επιτυγχάνεται αφ’ ενός μέσω της σταθερής ευρωπαϊκής παρουσίας και αφ’ ετέρου διά των αγαστών σχέσεων με μεγάλα γραφεία managers παγκοσμίως. Αυτό απαιτεί πολλές οικονομικές θυσίες, πολλή «φύρα» μαζί με την καλή «πραγμάτεια», αλλά κάποια στιγμή αποδίδει. Για κάθε Γκρμπιτς και Κάταϊ, για κάθε Μακούν και Μαρκάνο, υπάρχει και ένας Μιραλάς που αγοράζεις με 2.5 εκατ. και μεταπωλείς 7.5 εκατομμύρια, υπάρχει ένας Φέισα που παρότι ευπαθής, φέρνει λεφτά. Ο ΓΑΠ έμεινε στην ιστορία με το καραβάκι στο Καστελόριζο, ο Μαρινάκης με το λουκούλειο δείπνο στο ομώνυμο εστιατόριο με το Μίνο Ραϊόλα. Έτσι πάνε αυτά.

Όταν μπαίνεις στο κλειστό club των καλοπληρωτών και των ανθρώπων που δίνουν «μερτικά» όπως τα λέει η πιάτσα, τότε ο Μίνο θα πατήσει το πλήκτρο και θα σου τηλεφωνήσει για να κλείσεις το Βάις ελεύθερο. Τον ίδιο Βάις που λίγους μήνες μετά θα πουλήσεις 5.3 εκατ. στους Άραβες και θα έχεις ρευστό για τις επόμενες κινήσεις. Το σημαντικότερο όλων αυτών, είναι πως όλο αυτό το ατέλειωτο πάρτι μεταγραφών και αλλαγών, δεν έχει ενοχλήσει τον κόσμο του Ολυμπιακού, ο οποίος ωρίμασε και μετά την...psychosa που έλεγε κι ο Κάτανετς, αντιλήφθηκε ότι η καλύτερη επίγευση είναι οι μεγάλες ευρωπαϊκές βραδιές, οι μεγάλες νίκες και η ελπίδα ότι μπορείς απέναντι στον καλύτερο, τον πιο φανταχτερό, τον πιο ακριβό. Ο Ολυμπιακός άρχισε να κερδίζει στην Ευρώπη, κέρδιζε και εκτός έδρας που κάποτε και με εξαίρεση την περίοδο Λεμονή-Ίβιτς-Πέτρου Κόκκαλη, ήταν το απόλυτο ταμπού.

ΕΞΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ

Ο Ολυμπιακός «εξευρωπαΐστηκε» ποδοσφαιρικά, έπαψε να είναι αφελής, να ντρέπεται να παίζει «παναθηναϊκά» όπως κάποτε κορόιδευαν ορισμένοι. Είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο αυτή η διαπίστωση, είμαι πεπεισμένος πως πολλά από αυτά που ζήσαμε σε ποδοσφαιρικό επίπεδο την τελευταία δεκαπενταετία, ανάγονται στη σφαίρα της εμμονής αμφότερων των «αιωνίων» να γίνουν κάτι που δεν είναι. Ο Παναθηναϊκός ήθελε να πάρει στοιχεία του Ολυμπιακού, ο Ολυμπιακός ανομολόγητα ήθελε στοιχεία του Παναθηναϊκού. Είναι μια τεράστια συζήτηση με πολλές προεκτάσεις και ακόμη περισσότερες απόψεις προς κατάθεση. Ο Μαρινάκης τα πήρε τα στοιχεία, μετέτρεψε το σύλλογο σε σταθερή ομάδα champions league στοχευμένα, με πλάνο σαφές και ευδιάκριτο. Ήξερε και γνωρίζει πάρα πολύ καλά μέχρι που φτάνει το πάπλωμα, εξαντλήσει τις πιθανότητες στη μεγαλύτερη διοργάνωση (ένα παράπονο για την αντιμετώπιση του europa league υφίσταται και είναι υπαρκτό) και αποκομίζει το maximum των διαθέσιμων.

Δεν θα πωλείτο διαφορετικά με τόσα λεφτά ο Μήτρογλου, ο Μανωλάς, ο Σάμαρης και όλοι οι υπόλοιποι. Δεν είναι κινήσεις ή «τυχερά» una tantum όπως με την περίπτωση Καστίγιο φερειπείν που έκανε ένα καλό copa america και πληρώθηκε 18 εκατομμύρια. Εδώ υπάρχει μέθοδος, στρατηγική επένδυση, αξιολόγηση προτεραιοτήτων. Ο Μαρινάκης διατηρώντας το συναίσθημα στα επιτρεπτά όρια, ανακατασκευάζει σχεδόν κάθε χρόνο τον Ολυμπιακό, καθιστώντας σαφές ότι άπαντες πωλούνται αρκεί να ικανοποιηθεί ο σύλλογος. Σαφώς και μέσα σε αυτό το πλάνο θα υπάρχουν και αστοχίες, θα παρατηρούνται και τεράστια flops όπως ο Ρίερα ή ο Χάρα. Μέσα στο σύγχρονο ποδοσφαιρικό κόσμο είναι και αυτές, αλλά διαφορετικός τρόπος για διατήρηση ενός άλφα επιπέδου στην Ελλάδα, δεν υπάρχει.

Είναι σαφές ότι το πλάνο εξυπηρετείται έχοντας ως προπαιτούμενο την εσωτερική κυριαρχία και ο Ολυμπιακός στα ενδότερα είναι παντοδύναμος, τόσο πολύ που μέχρι πρότινος ο ίδιος του ο κόσμος δυσφορούσε με την παράλογη πολιτική υιοθέτησης κατάκτησης τίτλων όπως εκείνος του ΟΑΚΑ με τον Αστέρα ή με τη φετινή φρενίτιδα ορισμένων για το «αήττητο» με κάθε τρόπο. Δεν είναι σαφές εάν η φρενίτιδα και ο παραλογισμός εκπορεύεται από το Βαγγέλη Μαρινάκη, αυτό το γνωρίζει μόνο ο ίδιος και η ψυχοσύνθεσή του είναι πολύ δύσκολο να αναλυθεί ειδικά αν συνυπολογιστεί ότι παρορμητικός ων, παρεκκλίνει πολλάκις της ανατροφής και της αγωγής του – όπως στην περίπτωση Σισσέ – και αργότερα με ξεθολωμένο το μυαλό, ζητεί συγνώμη απ’ όσους εθίγησαν.

ΑΛΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Άνθρωποι που τον γνωρίζουν πολλά χρόνια, διαβεβαιώνουν ότι ο Βαγγέλης πριν το ποδόσφαιρο δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος, ότι ο χαρακτήρας του μεταβλήθηκε, έπρεπε να εξωτερικεύσει ένα πιο ταιριαστό με το χώρο προφίλ. Δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα αυτή η θεώρηση, το ποδόσφαιρο είναι λαϊκό, έχει κώδικες, πολλές φορές σε λερώνει και σε εκθέτει ανεπανόρθωτα. Ο clean cut Μαρινάκης της 5th Avenue και της περιχαρούς εταιρικής φωτογράφησης στη Wall Street, δεν έχει καμία σχέση με το Μαρινάκη της Super League, ακόμη και φυσιογνωμικά οι διαφορές είναι ευδιάκριτες. Το ποδόσφαιρο είναι ένα φτηνό game of thrones, ένας διαρκής πόλεμος που επιφέρει και ήττες και απαιτεί και θεμιτά και αθέμιτα μέσα. Δεν είναι ηθικός ο χώρος, σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβάνω πως ανέκαθεν το περιβάλλον του ελληνικού ποδοσφαίρου ήταν όζον, κυριαρχούσε το παρασκήνιο, υιοθετούνταν πρακτικές που παραπέμπουν αλλού.

 

Όπως όλες οι κοινωνικές δομές, έτσι κι αυτό εξελίχθηκε προς το χειρότερο προϊόντος του χρόνου, έγινε ακόμα πιο σκληρό, λιγότερο καθαρό, τα όρια και η κόψη του ξυραφιού ολοένα πηγαίνει και μακρύτερα. Είναι πάρα πολύ λεπτές οι ισορροπίες και πολύ λεπτή και η θέση ολόκληρου του οργανισμού, όχι μόνο του Ολυμπιακού ή του Παναθηναϊκού, το πρόβλημα ξεκινά από διαφορετική αφετηρία και είναι εύκολα αντιληπτό και το πως και το γιατί. Έχει αναλυθεί σχετικά και όχι μόνο άπαξ στο Contra.gr και ο ρόλος της Πολιτείας και ο συνδυασμός των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων με το ποδόσφαιρο ως κοινωνική έκφανση, έχει αναλυθεί διεξοδικά και το θέμα της βίας και το οικονομικό αλισβερίσι κράτους και ΠΑΕ από καταβολής επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον και με αυτές τις συνθήκες, συνυπολογίζοντας το mediaκό οργασμό και την ταχύτητα διάδοσης της πληροφορίας ή της «πληροφορίας», προσπαθεί να ισορροπήσει και ο Βαγγέλης Μαρινάκης στον Ολυμπιακό.

Ο αριθμός των 20 μεταγραφών μέσο όρο ανά έτος είναι σίγουρα εντυπωσιακός, για τον εξωτερικό παρατηρητή ίσως φτάνει στο σημείο να υπερκεράσει και τις ίδιες τις επιτυχίες σε κατακτήσεις τίτλων. Οι τίτλοι είναι η παρακαταθήκη και το κληροδότημα, το σημαντικό στοιχείο και ο πρωτεύων παράγοντας στην εποχή που ζούμε, είναι η βιωσιμότητα και η ευρωστία. Και ο Ολυμπιακός του Μαρινάκη, βρήκε τον τρόπο όχι απλώς να επιβιώσει, αλλά να σπάσει τα ρεκόρ. Αποχωρεί ο Ρομπέρτο και ο οργανισμός το αποδέχεται φυσιολογικά, αναλογιστείτε να υπήρχε ανάλογη κατάσταση με τον Τζόρτζεβιτς παραδείγματος χάρη, δεκαπέντε χρόνια πριν. Ο Ολυμπιακός έχει μεγαλώσει, έχει προσαρμοστεί στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, μπορεί να μην μας αρέσει αλλά έτσι παίζεται το παιχνίδι παγκοσμίως και ειδικά πανευρωπαϊκά που το άθλημα κυριαρχεί και σε οικονομικό και σε εμπορικό  και σε επίπεδο ενδιαφέροντος.

Ο Μαρινάκης κατόρθωσε μεν να χαρίσει μέσα στην εξαετία έξι συνεχή πρωταθλήματα, αυτό όμως δεν είναι κάτι νέο, ο οπαδός του Ολυμπιακού το έχει ξαναζήσει. Δεν έχει ξαναζήσει όμως διπλό στο Βελοντρόμ, όνειρα αποκλεισμού της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ σε νοκ άουτ παιχνίδι του Πρωταθλητριών, διπλό στο Εμιράτο της Άρσεναλ. Ενδεικτικές οι αναφορές, θα μπορούσαν να σταχυολογηθούν κι άλλες παρόμοιες περιπτώσεις κι άλλες βραδιές που ο οπαδός του Ολυμπιακού θα κουβαλά μέσα του μια ζωή. Δεν τα είχε ξαναζήσει αυτά ο κόσμος, τουλάχιστον όχι με τέτοια συχνότητα. Δεν θα ήταν τόσο συμβολικό το γκολ του Γιώργου Βαΐτση στο Πριγκιπάτο, δεν θα ήταν ακόμα θέμα συζήτησης ο αέρας του Ελευθερόπουλου στο παιχνίδι με τη Γιουβέντους, η διαιτησία του Παλοτάι στην Πάτρα για τους παλιότερους.

ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΒΡΑΔΙΕΣ

Εάν μπορεί να αξιολογηθεί ο απολογισμός της εξαετίας, αυτό είναι το σημαντικότερο στοιχείο που πρόσθεσε ο Μαρινάκης στον Ολυμπιακό: οι συχνές μεγάλες βραδιές, το «ένα ματς», μέχρι το επόμενο, η λειτουργία σε ευρωπαϊκά πρότυπα, η απεμπόληση παθογενειών και πρακτικών του παρελθόντος. Ο Ολυμπιακός είναι γεμάτος προσωπικότητες, το εταιρικό του προφίλ είναι σοβαρό, έχει αποκτήσει δίαυλο επικοινωνίας με το ποδόσφαιρο που μετράει, δεν είναι πια μόνο πρώτος στο χωριό, αλλά κατεβαίνει και στην πόλη. Είναι πολύ μεγάλη προσωπική επιτυχία του Βαγγέλη αυτή, του πιστώνεται στο ακέραιο και αποτελεί τη μετουσίωση των λόγων του Μιλτιάδη που μετά από εκείνο το παιχνίδι στη Λεωφόρο για το Κύπελλο με το Ζλατάνο, είχε δηλώσει πως το ποδόσφαιρο είναι πάθος και τέχνη.

 

Στα λόγια του πρέπει να επικεντρωθεί σύσσωμο το οικοδόμημα του ελληνικού ποδοσφαίρου, δεν φτάνουν οι αοριστολογίες για «προστασία του προϊόντος», οι καταγγελίες, οι δίκες και οι «δίκες», οι επικοινωνιολόγοι και η πολιτική μέσω facebook. Εδώ και μια εξαετία, σε ένα περιβάλλον που φωνάζει ότι νοσεί, ο Ολυμπιακός του Μαρινάκη ως τελικό ταμείο, είναι ένας Ολυμπιακός διττής ανάγνωσης, με επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα ένθεν κακείθεν. Ο απολογισμός βάσει αποτελεσμάτων είναι ο πιο επιτυχημένος όλων των εποχών, δεν είναι ψέμα ότι ουδέποτε ο Ολυμπιακός συνδύασε την κυριαρχία επί ελληνικού εδάφους με καλή παρουσία στα Κύπελλα Ευρώπης.

Και η Ευρώπη για πολύ κόσμο του Ολυμπιακού είναι καημός, πάρα πολλοί άνθρωποι έχουν την ανομολόγητη επιθυμία να τον δουν να σηκώνει ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο στο ποδόσφαιρο, από τους ελάχιστους τίτλους που δεν έχει κατακτήσει εξαιρουμένου του ξεχασμένου βαλκανικού κυπέλλου. Η πραγματική νίκη του Βαγγέλη Μαρινάκη αυτή θα είναι και ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας του Ολυμπιακού σε ευρωπαϊκό επίπεδο εκεί παραπέμπει. Τότε θα μπορεί να πιάνει κι εκείνος το γιο του το Μιλτιάδη από το χέρι και να ανεβαίνουν χαμογελαστοί τα σκαλιά στο Καραϊσκάκης, τότε θα μπει ο πήχυς τόσο ψηλά που θα είναι αδύνατον να τον ξεπεράσει οποιοσδήποτε επόμενος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Παύλος Γιαννακόπουλος: Ζωή σαν παραμύθι
Νικόλας Πατέρας: Ο ΠΑΟ, τα πλοία και ο Μαρινάκης
Γιάννης Βαρδινογιάννης: Υπαρκτός Τζιγκερισμός
Ο μύθος του Σωκράτη Κόκκαλη