Μάικλ Τζόρνταν: Το πρώτο αίμα και το deal με τη Nike

Ο Μάικλ Τζόρνταν είναι πλέον στο NBA. Το ιστορικό deal με τη Nike και η προφητεία του Larry Bird. Το πρώτο All-Star Game και το "σνομπάρισμα" απ'τους παλιούς. Η αδερφή του στην κλινική και η γνωριμία με τη γυναίκα του.

Μάικλ Τζόρνταν: Το πρώτο αίμα και το deal με τη Nike

Ο πανούργος ατζέντης David Falk, ένας από τους ισχυρότερους μάνατζερ στην ιστορία του ΝΒΑ, έχει κλείσει ένα τρομερό deal με το Chicago, ο Jordan γίνεται ο πιο ακριβοπληρωμένος rookie guard με ένα επταετές συμβόλαιο 6 εκατομμυρίων δολαρίων. Πιο πολλά χρήματα έχουν πάρει μόνο οι – δυσεύρετοι και μονάκριβοι – ψηλοί: ο Hakeem και ο παλιόφιλος του Michael, Ralph Sampson στο Houston. Η συμφωνία συζητήθηκε για αρκετό καιρό στις ΗΠΑ, μέχρι που δημοσιοποιήθηκε και ο Falk έβαλε τέλος στις οποιεσδήποτε ενστάσεις, δηλώνοντας ότι την τελική απόφαση την πήραν από κοινού ο πελάτης του με τους γονείς του. Όλοι όσοι ασκούσαν κριτική στον Falk για το εύρος της συμφωνίας, κατάλαβαν το σχέδιο του όταν εμφανίστηκε μαζί με μια φιγούρα απ’ ευθείας βγαλμένη από τους “Goodfellas” του Scorsese, το Sonny Vaccaro, τότε executive της Nike.

O Jordan συμφώνησε με τη Nike έναντι 500 χιλιάδων δολαρίων συν τα ποσοστά από τις πωλήσεις της προσωπικής του γραμμής προϊόντων στην εταιρία, με αιχμή του δόρατος τα παπούτσια του. Ακόμη και σήμερα, η συγκεκριμένη συμφωνία θεωρείται η καλύτερη εμπορική συμφωνία όλων των εποχών στο χώρο του αθλητισμού και όχι μόνο, αφού άπαντες βγήκαν κερδισμένοι. Ο Jordan ήταν μια μηχανή που έκοβε χρήματα, μόνο για το 1985 οι πωλήσεις από το παπούτσι μπάσκετ που φορούσε και διαφήμιζε, απέφεραν κέρδη άνω των 130 εκατομμυρίων δολαρίων, τα νούμερα ήταν τρομακτικά για την εποχή, πρωτόγνωρα για έναν αφρο-αμερικανό αθλητή. Για να γίνουν κατανοητά τα μεγέθη, ο μεγάλος Kareem Abdul Jabbar εκείνη την εποχή, μετά βίας ξεπερνούσε τα 100 χιλιάδες δολάρια το χρόνο, το impact του Jordan στην αθλητική βιομηχανία ήταν μοναδικό. Από τη στιγμή που ανέλαβε η Nike, ήταν θέμα χρόνου: Rob Strasser και Peter Moore, creative designers της εταιρίας, σχεδίασαν το παπούτσι και κατέληξαν στο logo και το όνομα: “Air Jordan”.

 

Με κλεισμένες όλες τις συμφωνίες, ο εκκολαπτόμενος super star του ΝΒΑ επέστρεψε στο Wilmington τέλη Αυγούστου για να τιμηθεί και να αποθεωθεί στο Thalian Hall, στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Οι Buccaneers απέσυραν σε μια σεμνή τελετή το #23 που φορούσε στο Lane High και του ευχήθηκαν καλή τύχη στην καριέρα του στο Chicago. Η αλήθεια είναι πως δύσκολα τα αντιλαμβανόταν όλα αυτά, έγιναν όλα τόσο γρήγορα, εκτοξεύθηκε με κινηματογραφική ταχύτητα στον Όλυμπο ενώ δεν ήταν καν 22. Δεν είχε ακόμη προπονηθεί με επαγγελματίες, δεν είχε καν γνωρίσει τι σημαίνει προπόνηση, σχεδιασμός, προγραμματισμός μιας επίπονης σεζόν στο ΝΒΑ. Στο Chicago έναν μήνα αργότερα θα γνώριζε τον πρώτο του προπονητή ως επαγγελματίας, τον 44χρονο τότε Kevin Loughery, έναν πολύ άνετο old school coach που αντιμετώπισε τον Jordan περίπου σαν «παιδί θαύμα».

Μπες και παίξε

Όταν ο Michael κατέφθασε ελαφρώς ψαρωμένος στο summer camp των Bulls, ο Loughery απλώς του πέταξε μια μπάλα και του είπε «παίξε». Ο συγκρατημένος Jordan της ολυμπιακής ομάδας του σατράπη Knight και ο περιορισμένος Jordan του δικτάτορα Smith στο UNC, ήταν παρελθόν. Ο Loughery του ζήτησε απλώς να ανακαλύψει μόνος του την προσέγγιση στο παιχνίδι, δεν είναι σαφές αν αυτό συνέβη κατόπιν επιλογής και σχεδίου από κοινού με τον τότε General Manager των Bulls Rod Thorn ή εάν απλώς επρόκειτο για σύμπτωση. Πάντως ο Jordan βοηθήθηκε αφάνταστα από εκείνη τη συμπεριφορά, άρχισε να ξαναχαίρεται το μπάσκετ, να χαμογελάει και να βγάζει επιδεικτικά τη γλώσσα κάθε φορά που κάρφωνε. Δεν υπήρχαν «συστήματα», δεν υπήρχαν “plays”, ο Loughery ζητούσε απ’ όλους να παίξουν ελεύθερα, αδιαφορώντας για την ομάδα αυτή καθαυτή, ήταν μια επιλογή που επέτρεψε στον Jordan να αναθεωρήσει πολλές σκέψεις του σχετικά με όσα θα έβρισκε στο ΝΒΑ.

Στην ομάδα έδειξε να δένει αμέσως με το Rod Higgins, τον Αμερικανό που το 1993 έκανε ένα πολύ σύντομο πέρασμα από τον Ολυμπιακό του Ιωαννίδη και ήταν ίσως από τις μοναδικές «πρώτες σειρές» του Chicago που δεν είχε μπει στη δίνη των parties, του αλκοόλ και της κοκαΐνης όπως οι stars τότε Quintin Dailey και Orlando Woolridge. Το ΝΒΑ δεν ήταν ακόμη αυτό που έχουν στο μυαλό τους οι περισσότεροι για τη δεκαετία του ’80, είχε προηγηθεί η προεργασία με την έλευση του Magic και του Bird, αλλά επρόκειτο για μια λίγκα που βγήκε από μια πολύ σκοτεινή δεκαετία για τις ΗΠΑ και τρόπον τινά συμβάδιζε με τις παθογένειες της αμερικανικής κοινωνίας που ήταν βουτηγμένη στις ενοχές, τον εύκολο πλουτισμό, τα ναρκωτικά και τις καταχρήσεις γενικότερα. Ο ερχομός του Jordan, σε συνδυασμό με το rivalry Lakers-Celtics, έδωσε στον Stern την ανάσα και το υπερόπλο για να αναβαθμίσει τη λίγκα και να οδηγηθούμε σιγά σιγά στην πραγματική «μαγεία» των ‘90ς.

 

Προς έκπληξη όλων των παρευρισκομένων, ο Jordan σε κάθε προπόνηση τα έδινε όλα, συμπεριφερόταν σαν να μην υπάρχει αύριο. Η δίψα του για μπάσκετ προκαλούσε εύλογες απορίες στους συμπαίκτες του που την προπόνηση τη μισούσαν. Παρά την εμφανέστατη διαφορά του σε αθλητικά προσόντα σε σχέση με τους υπόλοιπους, δούλευε περισσότερο απ’ όλους, κρατούσε μέλη του τεχνικού team μέχρι αργά για να βελτιώσει τις αδυναμίες του, να αποκτήσει οικειότητα σε τομείς του παιχνιδιού που μέχρι πρότινος είτε δεν γνώριζε είτε δεν τον ενδιέφεραν. Είχε την τύχη να δουλεύει απρόσκοπτα, πολύ απλά γιατί ολόκληρο το Chicago τότε δεν έδινε δεκάρα για τους Bulls, για την ακρίβεια ολόκληρο το ΝΒΑ δεν νοιαζόταν για τους Bulls, μια ομάδα και ένα brand που δεν «πουλούσε» πουθενά. Ούτε καν ένα παιχνίδι τους δεν είχε προγραμματιστεί να μεταδοθεί από το CBS, κανείς προφανώς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα επακολουθούσε.

Ο Jordan άρχισε να κερδίζει το σεβασμό των συμπαικτών του, δεν ήθελε να χάνει ούτε καν στο οικογενειακό διπλό, για την ακρίβεια δεν έχασε κανένα για ολόκληρη τη σεζόν! Μπορούσε να παίξει και στις τρεις θέσεις της περιφέρειας, ο Loughery έτριβε για τα χέρια του, σκεπτόμενος τα ένας εναντίον ενός, τα μισμάτς με τα κοντύτερα guard, την ικανότητα να ποστάρει. Στα πρώτα φιλικά έγινε κατανοητό ότι δεν χρειάζεται ο κλασσικός «χρόνος προσαρμογής» του rookie, δεν υπήρχε καν η αναγκαιότητα ύπαρξης personal trainer για να μην «παρασυρθεί» ο μικρός. Ο Jordan έβαζε 40άρες, δεν κρυβόταν στο τελευταίο σουτ, έβαζε τις φωνές στους παλιούς. Το αρνητικό της υπόθεσης ήταν πως αναπτερώθηκε σε τεράστιο βαθμό ο ατομισμός που έβγαζε στο high school, πίστευε ότι όλα μπορεί να τα καταφέρει ένας εναντίον όλων, ακόμη και των καλύτερων.

Το νεκροταφείο των Bulls

Η ατμόσφαιρα που βρήκε στο ΝΒΑ βέβαια δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή. Ειδικά όσον αφορά τους εντός έδρας αγώνες, η πραγματικότητα των Bulls στα μέσα της δεκαετίας του ’80 απέχει παρασάγγας από αυτό που πιθανόν σκέπτεται κανείς για την «εποχή Jordan» στο Chicago. Το κλειστό στο West Side της πόλης ήταν ένα πολύ κρύο και παλιομοδίτικο γήπεδο, το δεύτερο παλαιότερο στη λίγκα πίσω από το Boston Garden, αλλά χωρίς το ένα χιλιοστό της ιστορίας των Celtics. H Deloris και o James που εξακολουθούσαν να παρακολουθούν ανελλιπώς το γιο τους και στο ΝΒΑ, απλώς δεν πίστευαν στα μάτια τους. Από τη φρενίτιδα του Lane και από το φανατισμό του UNC και του NCAA, βρέθηκαν μέσες άκρες σε ένα περιβάλλον νεκτροταφείου. Στο Chicago Stadium εκείνον τον καιρό μετά βίας μαζεύονταν πέντε-έξι χιλιάδες κόσμος για να δουν μπάσκετ.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου του 1984 ο Michael Jordan έκανε το ντεμπούτο του. Δεν υπήρχαν καπνοί, laser, δεν παρουσιάστηκε εν μέσω αποθέωσης και υπό τους ήχους του Sirious των Alan Parson’s Project. Απέναντι στους Bulls οι όχι και τόσο εμπορικοί Washington Bullets. Κι όμως το γήπεδο είχε περισσότερο κόσμο από το συνηθισμένο, κάπου 12 χιλιάδες άνθρωποι πήγαν να δουν από κοντά αυτόν τον νεαρό που «περπατάει στον αέρα». Το κοινό αντιλήφθηκε αμέσως πως οι Bulls των μηδαμινών συγκινήσεων θα αποτελούσαν παρελθόν, όταν ο 21χρονος rookie με λύσσα έκλεψε τη μπάλα και κάρφωσε τη μπάλα στο καλάθι παρασύροντας το δύσμοιρο center των Bullets Jeff Ruland που έκπληκτος έμεινε φαρδύς πλατύς στο παρκέ. Ο Michael τελείωσε με 16 πόντους, 7 ασίστ και 6 ριμπάουντς. Δεν πήρε πολύ τη μπάλα διότι για τα δεδομένα του ήταν ακόμα τρακαρισμένος. Ήταν το τελευταίο παιχνίδι που «κρατήθηκε».

Οι Bulls ταξίδεψαν στο Milwaukee. Το κοντέρ σταμάτησε στους 37, οι 22 στην τελευταία περίοδο. Οι Bulls κέρδισαν μετά από χρόνια το πρώτο παιχνίδι on the road, ο Jordan περιόρισε και τον Sidney Moncrief, έναν από τους θεωρητικά πέντε καλύτερους guard στη λίγκα, δείχνοντας και ψήγματα των αμυντικών του ικανοτήτων που αργότερα τον έχρισαν και κορυφαίο αμυντικό στο ΝΒΑ. Όσο περνούσαν τα παιχνίδια, το one man show γινόταν όλο και πιο πλούσιο, ένας τρομακτικός αθλητής συστηνόταν σε όλες τις Πολιτείες των ΗΠΑ, περπατούσε στους αιθέρες όλο και περισσότερων κλειστών, εντυπωσίαζε τα παιδάκια που τον παρακολουθούσαν έκθαμβα να καρφώνει με μανία βγάζοντας τη γλώσσα έξω. Από την ποίηση του Doctor J. και τη «μαγεία» του Earvin Johnson, το ΝΒΑ περνούσε σε μια απροσδιόριστη κατάσταση, σαν μια μίξη και των δύο ηρώων της αφρο-αμερικανικής κοινότητας.

Δεν είχα φανταστεί ότι γίνεται

Στα μέσα της σεζόν ο ντροπιαστικός μέσος όρος των 6 χιλιάδων θεατών στο Stadium, είχε ξεπεράσει τους δέκα, όλοι ήθελαν να παρακολουθήσουν από κοντά τις παραστάσεις του «ενός». Διότι ο Jordan έπαιζε μόνος του και συμπαρέσυρε και τους υπόλοιπους – και αδιάφορους – Bulls όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε και ο μεγάλος Larry Bird μετά την πρώτη μονομαχία μεταξύ τους. Οι Celtics κέρδισαν εύκολα, ο Bird όμως κουβαλώντας καντάρια μπασκετικής σοφίας στο ξανθό κεφάλι του, με τα χαρακτηριστικά «αμερικάνικα» της Indiana, δήλωσε μετά το παιχνίδι ότι δεν έχει ξαναδεί έναν παίκτη να αλλάζει τόσο πολύ μια ομάδα, έναν παίκτη να έχει τέτοια επιρροή, τέτοια αθλητικά προσόντα και τόσο μεγάλη άγνοια κινδύνου.

«Σύντομα αυτός ο παίκτης θα αναγκάζει τον κόσμο να ταξιδεύει εκατοντάδες μίλια για να τον δει, κάνει πράγματα που ούτε καν είχα φανταστεί ότι γίνονται. Η κίνησή του να ανεβάσει τη μπάλα, να την κατεβάσει χαμηλά και να την ξανανεβάσει αφήνοντάς τη στο καλάθι, δεν είναι μια κίνηση που απλώς με εντυπωσίασε, είναι μια κίνηση που δεν είχα φανταστεί ότι γίνεται». Ο Bird κατάλαβε πρώτος αυτό που οι υπόλοιποι καταλάβαμε αργότερα. Οι παλιοσειρές του ΝΒΑ στοιχημάτιζαν ότι ο «μικρός» δεν γίνεται να παίζει σε τέτοιους ρυθμούς, δεν γίνεται να σκοράρει 45, 42, ξανά 45 σε τρία ματς στη σειρά, δεν μπορεί να αντέχει το «ξύλο» (όπως η πρώτη επαφή με το σκληρό Bill Laimbeer που τον ξάπλωσε στο παρκέ στο πρώτο παιχνίδι με τους Pistons) να παίζει με την ίδια ενέργεια ξανά και ξανά. Κι όμως το έκανε.

Ήττα στα καρφώματα και "σνομπάρισμα" στο All-Star Game

Ο Jordan έμεινε on fire μια ολόκληρη σεζόν, όταν κυκλοφόρησε η πρώτη σειρά Air Jordan της Nike το Φεβρουάριο του 1985, το ηφαίστειο ήταν ήδη έτοιμο να εκραγεί. Το παπούτσι ήταν μαύρο κόκκινο, η Nike προσάρμοσε όλα της τα προϊόντα στα ίδια χρώματα, από περικάρπια μέχρι t-shirts. Ο κόσμος σχημάτιζε ουρές για να αγοράσει το οτιδήποτε παρέπεμπε στον τύπο που περπατούσε στον αέρα. Στο All-Star Game στην Ινδιανάπολη, η εικόνα να κυνηγούν οι κάμερες το «μικρό» αγνοώντας ογκόλιθους όπως ο Magic, ο Isiah, ο George Gervin ενόχλησε πάρα πολύ το ΝΒΑ και τους ίδιους τους stars. Δεν τον αποδεχόταν κανείς τους, θεωρούσαν ότι είναι αδύνατον να αναγορευτείς βασιλιάς χωρίς να έχεις κερδίσει τίποτα, next big thing μόνο με ένα εξάμηνο παρουσίας στο πρωτάθλημα των κορυφαίων. Το arrogance του ίδιου του Jordan δεν βοηθούσε καθόλου την κατάσταση, οι «βετεράνοι» πανηγύρισαν έξαλλα την ήττα του στο διαγωνισμό καρφωμάτων από το γνωστό μας Dominique Wilkins, στο παιχνίδι αυτό καθαυτό του «επέτρεψαν» να παίξει μόνο 20 λεπτά, να πάρει μόνο 9 σουτ.

Η διαρκώς αυξανόμενη φήμη του «αυθάδους» μικρού, το αστρονομικό συμβόλαιο με τη Nike, οι χρυσές αλυσίδες στο λαιμό, η «ασέβεια» σε φτασμένους stars όπως ο Thomas, ήταν το έναυσμα για μια ολόκληρη συζήτηση περί σεβασμού, εύκολου πλουτισμού, ακόμη και «κακής εικόνας της μαύρης κοινότητας» προς τα έξω. Μόνο ο συμπαίκτης του στους Bulls Wes Matthews πρόλαβε να πει μια κουβέντα: «Έχουμε στο πρωτάθλημα το γιο του Θεού και θέλουμε με το ζόρι να τον κάνουμε απλό πάστορα. Είναι ο γιος του Θεού, αφήστε τον ήσυχο να δούμε που θέλει να πάει το άθλημα». Εννοείται ότι οι δηλώσεις του Matthews δεν άρεσαν σε κανέναν, από εκείνο το σημείο κι έπειτα θα ξεκινούσε ένα απίστευτο snubbing του Jordan από όλες τις παλιοσειρές, ένας σχεδόν απόλυτος αποκλεισμός από οτιδήποτε θα μπορούσε να τον εξισώσει ακόμη και με αστέρια «δεύτερης ταχύτητας».

Ο Jordan έκανε σκοπό της σεζόν να ξεπεράσει τους Pistons και ειδικά τον Thomas που θεωρούσε «αρχιερέα» εκείνου του πογκρόμ εναντίον του. Σκόραρε 49 με 15 ριμπάουντς στο καθοριστικό παιχνίδι μεταξύ των δύο αντιπάλων στη Central, σε μια πολύ δύσκολη νίκη στην παράταση με 139-126. Στα τελευταία δευτερόλεπτα και με το παιχνίδι να έχει κριθεί, φεύγει στον αιφνιδιασμό με το κοινό να παραληρεί, με την άκρη του ματιού βλέπει ότι τον ακολουθεί μόνο ο Thomas. Κόβει ταχύτητα, καθυστερεί χαρακτηριστικά μέχρι να τον πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής ο Isiah και δίχως να πάρει το βλέμμα του από πάνω του, καρφώνει με τεράστια μανία τη μπάλα στο καλάθι των Pistons. Οι Bulls προκρίθηκαν στα play offs για πρώτη φορά μετά το 1981, έκλεισαν τη σεζόν με 8 περισσότερες νίκες, ξαναγέμισαν το γήπεδο, απέκτησαν το δικό τους ήρωα, τη δική τους εμβληματική εικόνα που όλοι οι υπόλοιποι περιφρονούσαν. Το ιδανικότερο περιβάλλον για το χτίσιμο ενός μύθου.

Οι αλλαγές στο Chicago δεν περιορίστηκαν σε αγωνιστικό επίπεδο, την ομάδα απέκτησε ο Jerry Reinsdorf, ένας δικηγόρος με ειδίκευση στο φορολογικό δίκαιο, ο οποίος αποφάσισε μετά το baseball και τους White Sox, να ασχοληθεί και με το διαρκώς αναπτυσσόμενο μπάσκετ. Στην πρώτη γνωριμία με τον Jordan, αφού τον εκθείασε για τα αθλητικά του προσόντα, του είπε με νόημα ότι πρέπει να πάρει το πτυχίο του όσο πιο γρήγορα γίνεται διότι αν αφήσει τον καιρό να περάσει, δεν θα το πάρει ποτέ. Ο Jordan εντυπωσιάστηκε, ο Reinsdorf εμφανίστηκε σαν μια πατρική φιγούρα την κατάλληλη στιγμή, όταν ο βιολογικός του πατέρας ας πούμε, περιοριζόταν στην καταμέτρηση των δολλαρίων που παρήγαγε ο γιος του. Όσο κι αν παρουσιαζόταν ανεπηρέαστος και από τη συμπεριφορά του James και από το freeze-out του All Star Game, το έφερε βαρέως.

Η αδερφή του σε ψυχιατρική κλινική

Κλεινόταν στο δωμάτιό του στις αποστολές, έβγαινε σπάνια, βαθμηδόν άλλαξε τη γκαρνταρόμπα του και από τις φανταχτερές φόρμες και τις χρυσές αλυσίδες, πέρασε στα καλοραμμένα κοστούμια, το «σοβαρό» look, τη στενή συνεργασία με τους επικεφαλής του επιτελείου της Nike για τη βελτίωση της εικόνας του. Ήταν η πρώτη φορά που έπρεπε να διαχειριστεί πραγματική πίεση στη ζωή του, η πρώτη φορά που δεν έπαιζε απλώς basket, αλλά ακόμα και με μια επίσκεψη σε έναν κινηματογράφο προκαλούσε αναβρασμό στα media. Για ένα παιδί 22 ετών και με τις συγκεκριμένες καταβολές, ήταν επιτακτική η ανάγκη «διαχείρισης» της εικόνας και του ονόματός του. Είχε καταλήξει αιχμάλωτος του εαυτού του, φυλακισμένος της φήμης του πριν καν την εγκαθιδρύσει. Η Nike τον προμοτάριζε αρειμανίως, η προσωπική του ζωή ουσιαστικά από τη μια μέρα στην άλλη, δεν υπήρχε, ο φόβος για εμπλοκή των οικογενειακών του ερινύων από το παρελθόν, είχε κάνει την εμφάνισή του.

Από το παιδάκι που ζητούσε λεφτά και αυτοκίνητα, φήμη και αναγνωρισιμότητα, έπρεπε να γίνει άντρας, να χτίσει προσωπικότητα και να βάλει τα θεμέλια του μύθου του, γιατί από την πρώτη κιόλας σεζόν του, είχε γίνει κατανοητό ότι θα γινόταν μύθος. Στην αμερικανική πραγματικότητα είχαν εισβάλλει πια η καλωδιακή τηλεόραση, το marketing, η βιομηχανική κατασκοπεία. Οι εποχές άλλαξαν τόσο γρήγορα που αν δεν προστάτευες τον εαυτό σου και δεν φρόντιζες να αποστασιοποιηθείς, θα σε κατάπιναν εν ριπή οφθαλμού. Έπρεπε να κάνει πέρα ακόμη και τους γονείς του, να καταστήσει σαφές ειδικά στον James, ότι δεν είναι σε θέση πια να τον ελέγχει, να καθορίζει τη ζωή του. Έπρεπε να εξηγήσει στον πατέρα του ότι όλο αυτό τον είχε ξεπεράσει, ότι δεν ήταν δυνατόν να τον προσδιορίζει ψυχικά και ψυχολογικά η διαταραγμένη προσωπικότητά του. Με τη Deloris τα πράγματα ήταν πιο εύκολα, αφού ανέκαθεν υποχωρούσε και μπορούσε να αρκεστεί σε μερικές συνεντεύξεις ή προσκλήσεις σε glamorous εκδηλώσεις. Ο James όμως ήταν (και παρέμεινε) μια πολύ δύσκολα διαχειρίσιμη περίπτωση.

Η Sis είχε ήδη αποταθεί σε ψυχιατρική κλινική, είχε καταστήσει σαφές ότι εκείνη την υπόθεση στο τέλος της εφηβείας της δεν θα την άφηνε να περάσει έτσι, ο Michael ξαφνικά ήρθε αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που εκ των πραγμάτων τον πλήγωνε και σίγουρα δεν βοηθούσε την καριέρα του. Δεν μπορούσε να πιστέψει τους ισχυρισμούς της αδελφής του, τον πατέρα του όχι απλώς τον θαύμαζε, αλλά τον θεωρούσε τον καλύτερό του φίλο, για την ακρίβεια το μοναδικό του φίλο. Είναι πολύ δύσκολο να αναλυθεί η σχέση του με τον πατέρα του, ειδικά εκείνα τα χρόνια, ο ίδιος ο Jordan ποτέ δεν έχει μιλήσει για αυτή τη σχέση φωτίζοντας και τις αθέατες πλευρές της. Η μητέρα του, έχει περιοριστεί να πει μόνο ότι o Michael λάτρευε τον James, πάντοτε όμως διέκρινε έναν φόβο στο βλέμμα του, ανανεμιγμένο με αγάπη και θαυμασμό. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι επρόκειτο για την αχίλλειο πτέρνα του Jordan, το μοναδικό του σκοτεινό σημείο που δεν κατόρθωσαν να φωτίσουν τα media στις ΗΠΑ, όπως αποδείχτηκε και από τα γεγονότα στα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Η γνωριμία με τη Juanita και το golf

Ο άνθρωπος που όσον αφορά το μπάσκετ ήταν τόσο απόλυτος και αυθάδης (στην pre-season ανακοίνωσε ενώπιον των δημοσιογράφων στους συμπαίκτες του ότι κανονικά πρέπει κάθε σεζόν να τελειώνει με ρεκόρ 82-0) γινόταν μετριοπαθής και χαμήλωνε το βλέμμα όταν η συζήτηση αφορούσε την οικογένειά του. Στον απογαλακτισμό του από τους γονείς του, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του Juanita Vanoy, η σχέση που καθόρισε τη ζωή του. Η Juanita, μια παλιά «αγάπη» του playboy Reggie Theus (επίσης γνωστού μας αφού έπαιξε έναν τελικό κυπέλλου με τη φανέλα του Άρη) ήξερε πάρα πολύ καλά να διαχειριστεί τον Jordan, είχε ήδη στο ενεργητικό της μια σχέση με star του ΝΒΑ, ήταν υπομονετική και κυρίως ασκούσε την κατάλληλη ψυχολογική πίεση στον Michael, παίζοντας τρόπον τινά το ρόλο της Deloris. Ήταν πολύ έξυπνη και ήξερε ότι έπρεπε να «σπρώξει» τον Jordan σε ασχολίες που ουδέποτε γνώρισε με τους γονείς του.

Κάπως έτσι ξεκίνησε ο έρωτας με το golf, από το Medinah Country Club και τα στοιχήματα με διάφορους executives για μικροποσά, στοιχήματα όμως που ανέβαζαν την αδρεναλίνη του Michael και τον κρατούσαν ζωντανό και ετοιμοπόλεμο για εκείνο που γνώριζε να κάνει καλύτερα απ’ όλους: το μπάσκετ. Ο Reinsdorf ήταν ευχαριστημένος που ο μεγάλος του star σιγά σιγά εκλιματιζόταν, έβλεπε όμως ότι η ομάδα χρειάζεται ριζικές αλλαγές και ένα φρέσκο μυαλό για να χτίσει τα πάντα γύρω από τον Jordan. Το μυαό αυτό το βρήκε στο πρόσωπο του Jerry Krause, ενός περίεργου τύπου με παράταιρο για GM παρουσιαστικό, που τριγυρνούσε μονίμως με μια καμπαρτίνα και ένα περίεργο καπέλο σαν τον επιθεωρητή Κλουζώ. Ο Krause είχε δοκιμαστεί σαν scouting director στους White Sox, είχε περάσει στα τέλη της δεκαετίας του ’70 από τη διοίκηση των Bulls για ένα σκάρτο δίμηνο γεμάτο εντάσεις και ήταν το ακριβώς αντίθετο του ήρεμου και πράου Rod Thorn, του αναχρονιστικού genaral manager των Bulls.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Μάικλ Τζόρνταν: Η γέννηση και τα παιδικά χρόνια

Μάικλ Τζόρνταν: Το γυμνάσιο, ο βιασμός και ο ρατσισμός

Μάικλ Τζόρνταν: Το κολλέγιο και το σουτ-πεπρωμένο

Μάικλ Τζόρνταν: Η ιστορική πτήση και η "εξωγήινη" σεζόν

Μάικλ Τζόρνταν: The Shot

Μάικλ Τζόρνταν: Δάκρυα για το πρώτο δαχτυλίδι

Μάικλ Τζόρνταν: Three-peat, θάνατος του πατέρα και αντίο

Μάικλ Τζόρνταν: Διάλειμμα για baseball και "I'm back"

Μάικλ Τζόρνταν: Σκάνδαλα, back-to-back και Dream Team

Μάικλ Τζόρνταν: Το δεύτερο three-peat, το τέλειο αντίο

Μάικλ Τζόρνταν: Τελευταία επιστροφή, τελευταίο αντίο